ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ ΤΟΜΕΑΣ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΠΟΥΔΩΝ Α’ ΕΠΙΠΕΔΟΥ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ Μ. ΤΟΥΜΑΝΙΔΟΥ «ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟΣ ΔΟΛΟΣ – ΕΝΣΥΝΕΙΔΗΤΗ ΑΜΕΛΕΙΑ – ΔΟΓΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ» ΕΠΙΒΛΕΠΩΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Ν. ΜΠΙΤΖΙΛΕΚΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2013 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις ΠΙΝΑΚΑΣ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠ Άρειος Πάγος Άρ. Άρθρο Αρμ Αρμενόπουλος ΔΑερ Διαρκές Αεροδικείο Δ/νη Δικαιοσύνη ΔΣτρ Διαρκές Στρατοδικείο ΕισΑΠ Εισαγγελέας Αρείου Πάγου ΕισΠροτ Εισαγγελική Πρόταση Ενν. Εννοείται Κλπ. Και τα λοιπά ΜΟΔ Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο ΜΟΕ Μικτό Ορκωτό Εφετείο ΝοΒ Νομικό Βήμα Ό.αν. Όπως ανωτέρω ΠειρΝομ Πειραϊκή Νομολογία ΠΚ Ποινικός Κώδικας Πλημ Πλημμελειοδικείο ΠοινΔικ Ποινική Δικαιοσύνη ΠοινΛογ Ποινικός Λόγος ΠοινΧρ Ποινικά Χρονικά ΠραξΛογΠΔ Πράξη και Λόγος Ποινικού Δικαίου Πρβλ. Παράβαλε Σ Σύνταγμα Σελ. Σελίδα Στρ Στρατοδικείο Συμβ Συμβούλιο ΣχΠΚ Σχέδιο Ποινικού Κώδικα ΤΝΠΝ Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος Υπερ Υπεράσπιση 1 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΕΣ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ BGH Bundesgerichtshof (: Ομοσπονδιακό Ακυρωτικό Δικαστήριο) BGHSt Entscheidungen des Bundesgerichtshofs in Strafsachen (: Αποφάσεις του Ομοσπονδιακού Ακυρωτικού Δικαστηρίου σε ποινικές υποθέσεις) NJW Neue Juristische Wochenschrift (: Νέο Νομικό Εβδομαδιαίο Περιοδικό) 2 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΠΙΝΑΚΑΣ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΩΝ σελ. 1 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ σελ. 3 1. Εισαγωγή σελ. 5 1.1. Εισαγωγή στο πρόβλημα σελ. 5 1.2. Δικαιοπολιτική σημασία της διάκρισης ενδεχόμενου σελ. 6 δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας 2. Θεωρητική προσέγγιση του ζητήματος σελ. 9 2.1. Η υποκειμενική υπαιτιότητα σελ. 9 2.1.1. Ο δόλος σελ. 11 2.1.1.1. Θεμελίωση του δόλου και τα είδη του σελ. 11 2.1.1.1.1. Η σχέση του ενδεχόμενου δόλου με τα άλλα δύο είδη σελ. 14 δόλου 2.1.2. Η αμέλεια σελ. 16 2.1.2.1. Θεμελίωση της αμέλειας και τα είδη της σελ. 16 2.1.3. Οριοθέτηση ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας σελ. 23 2.1.3.1. Θεωρίες αποσκοπούσες στην οριοθέτηση ενδεχόμενου σελ. 25 δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας 2.1.3.1.1. Γνωστικές θεωρίες (ή θεωρίες παραστάσεως) σελ. 25 2.1.3.1.1.1. Θεωρία της δυνατότητας σελ. 28 2.1.3.1.1.2. Θεωρία της πιθανότητας σελ. 31 2.1.3.1.1.3. Θεωρία του ανεπίτρεπτου κινδύνου σελ. 33 2.1.3.1.1.4. Θεωρία της έλλειψης κάθε προσπάθειας αποτροπής της σελ. 35 επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος 2.1.3.1.2. Βουλητικές θεωρίες (ή θεωρίες της βουλήσεως) σελ. 36 2.1.3.1.2.1. Θεωρία της επιδοκιμασίας (ή θεωρία της συναινέσεως ή σελ. 37 συγκαταθέσεως ή α’ τύπος του Frank) 2.1.3.1.2.2. Θεωρία της αποδοχής του κινδύνου (ή β’ τύπος του σελ. 41 Frank) 2.1.3.1.2.3. Θεωρία της αδιαφορίας σελ. 44 2.1.3.1.2.4. Θεωρία της αποδοχής – η επιλογή του ελληνικού ΠΚ σελ. 48 2.1.3.1.3. Ενδιάμεσα συμπεράσματα 3 σελ. 51 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις 2.1.3.2. Προσπάθειες οριοθέτησης ενδεχόμενου δόλου – σελ. 52 ενσυνείδητης αμέλειας στην ελληνική ποινική θεωρία 2.1.3.2.1. Θεωρήσεις υπέρ της de lege lata «θεωρίας της σελ. 57 επιδοκιμασίας» 2.1.3.2.2. Θεωρήσεις υπέρ της de lege lata «θεωρίας της αποδοχής σελ. 66 του κινδύνου» (ή β’ τύπου του Frank) 2.1.3.2.3. Θεωρήσεις υπέρ της de lege lata «θεωρίας της αποδοχής σελ. 74 του εγκληματικού αποτελέσματος» 2.1.3.2.4. Ενδιάμεσα συμπεράσματα σελ. 90 2.1.3.2.5. Ενδείξεις κι αντενδείξεις στη διάγνωση του ενδεχόμενου σελ. 93 δόλου 2.1.4. Η de lege πρόταση ferenda τριχοτόμησης της σελ. 103 υπαιτιότητας 3. Νομολογιακή προσέγγιση της διάκρισης ενδεχόμενου σελ. 115 δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας 3.1. Η νομολογιακή οριοθέτηση ενδεχόμενου δόλου – σελ. 115 ενσυνείδητης αμέλειας προ του 2000 3.2. Η «ανατροπή» της νομολογίας από το 2000 έως το 2004 3.3. Η νομολογιακή οριοθέτηση ενδεχόμενου δόλου σελ. 119 – σελ. 127 ενσυνείδητης αμέλειας από το 2004 έως σήμερα 3.4. Ενδιάμεσα συμπεράσματα σελ. 133 4. Επίλογος σελ. 135 Ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία - Νομολογία σελ. 137 4 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις 1. Εισαγωγή 1.1. Εισαγωγή στο πρόβλημα Στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας η χώρα μας ταλανίστηκε ιδιαίτερα από τραγικά γεγονότα/ δυστυχήματα με έντονα αντικοινωνικό χαρακτήρα, όπως θανατηφόρες καταρρεύσεις κτιρίων, στα οποία είχαν γίνει παράνομες οικοδομικές παρεμβάσεις και τα οποία επλήγησαν από τον σεισμό της Πάρνηθας τον Σεπτέμβρη του έτους 1999, πολύνεκρα τροχαία ατυχήματα (δυστύχημα στα Τέμπη) ή θανατηφόρα ναυάγια (ΔΥΣΤΟΣ, ΕΞΠΡΕΣ ΣΑΜΙΝΑ) που απασχόλησαν επί μακρόν κι εντόνως την ελληνική κοινωνία και, συνακόλουθα, την ελληνική ποινική δικαιοσύνη. Η ως άνω πραγματικότητα είχε αντίκτυπο στο πεδίο του ποινικού δικαίου, στο μέτρο που οι αρμόδιες δικαστικές αρχές, λειτουργώντας υπό τη φορτική πίεση των ΜΜΕ – τα οποία μετέφεραν τον παλμό της κοινής γνώμης αξιώνοντας την παραδειγματική τιμωρία των υπαιτίων – κι ευρισκόμενες σε αμηχανία για το λόγο ότι έκριναν ανεπαρκές το υφιστάμενο νομικό οπλοστάσιο προς εξασφάλιση δίκαιης ανταπόδοσης στην βαρύτητα της συγκεκριμένης έντονα αντικοινωνικής πράξεως, και με απώτερο στόχο τον κατευνασμό του κοινού περί δικαίου αισθήματος, κατέφυγαν σε τεχνάσματα, νομικούς ακροβατισμούς, παραβιάζοντας κατ’ ουσίαν το παραδοσιακό ποινικό δόγμα στη βάση μίας contra legem ερμηνείας των αφορουσών στην υποκειμενική υπαιτιότητα ποινικών διατάξεων, ιδία δε με την παρά το γράμμα του νόμου ερμηνεία της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου και την, κατ’ επέκταση, εσφαλμένη οριοθέτηση αυτού από τη γείτονα έννοια της ενσυνείδητης αμέλειας. Η εξέλιξη για περίπου μία τετραετία υπήρξε δραματική σε επίπεδο νομολογιακού χειρισμού. Η διά της νομολογίας απορρύθμιση του παραδοσιακού ποινικού δόγματος υπήρξε έντονη· ενδεικτική αυτής (της απορρύθμισης) υπήρξε η – κατά παρέκκλιση της κλασσικής ερμηνείας των αφορουσών στην υποκειμενική υπαιτιότητα διατάξεων – άσκηση ποινικών διώξεων κατά των υπαιτίων εγκληματικών πράξεων για τις αποδιδόμενες σε αυτούς πράξεις ως τελεσθείσες με ενδεχόμενο δόλο, ενώ αποτελούσαν δογματικά κλασσικές έως τότε περιπτώσεις εξ’ αμελείας τέλεσης. 5 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Η διττή σκοπιμότητα που υποκρυπτόταν πίσω από τις ως άνω πρωτοβουλίες των εισαγγελικών αρχών υπήρξε προφανής. Αφενός μεν έτσι επιτυγχάνονταν ο βαρύτερος χαρακτηρισμός της πράξεως κι η δυνατότητα τιμώρησης του δράστη, όταν η υπόθεση επρόκειτο να φτάσει στο ακροατήριο, με βάση υψηλότερο πλαίσιο ποινής, αφετέρου δε στις περιπτώσεις ανθρωποκτονιών, ο χαρακτηρισμός των πράξεων ως τελεσθεισών με ενδεχόμενο δόλο τις καθιστά κακουργήματα επιτρέποντας έτσι την προσωρινή κράτηση του δράστη. Η ως άνω εμφανισθείσα τάση στη νομολογία μας, δημιούργησε μία ανεπίτρεπτη για δικαιοκρατούμενο κράτος σύγχυση της δικαστικής εξουσίας με τη νομοθετική, στην οποία αντέδρασε έντ ονα η θεωρία, ανακόπτοντάς την κι συμβάλλοντας ενεργά στην επάνοδο στη νομιμότητα, όπως θα αναδειχθεί επαρκώς στην παρούσα. Δικαιοπολιτική σημασία της διάκρισης ενδεχόμενου δόλου 1.2. – ενσυνείδητης αμέλειας Πριν υπεισέλθουμε στην εδώ εξεταζόμενη προβληματική της διάκρισης του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια, με την οποία και γειτνιάζει εννοιολογικά, θα πρέπει να επισημανθεί ιδιαίτερα η δικαιοπολιτική σημασία της επίμαχης οριοθέτησης, από την οποία προκύπτει περαιτέρω κι η σπουδαιότητά της. Ο ενδεχόμενος δόλος ως μορφή υπαιτιότητας αποτελεί όχι μόνο το οριακό σημείο μεταξύ των δύο μορφών υπαιτιότητας, δόλου κι αμέλειας, αλλά έτσι όπως είναι διαμορφωμένος ο συσχετισμός των εγκλημάτων και των ποινών στο ελληνικό ποινικό δίκαιο, καθορίζει ταυτόχρονα και τα όρια: Α) μεταξύ κακουργήματος και πλημμελήματος (διότι κακούργημα από αμέλεια δε νοείται), Β) μεταξύ βαρύτατων ποινών, που μπορεί να φτάνουν μέχρι και την ισόβια κάθειρξη (που προβλέπεται για ορισμένα κακουργήματα) κι ελαφρότερων ποινών με ανώτατο όριο τα πέντε έτη φυλακίσεως (που προβλέπεται για τα πλημμελήματα), ενώ Γ) παίζει σημαντικό ρόλο και στο ιδιαίτερα φλέγον για κάθε κατηγορούμενο ζήτημα της επιβολής περιοριστικών όρων, καθώς ο βαρύτερος αυτών, η 6 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις προσωρινή κράτηση, κατά κανόνα μόνο στα κακουργήματα μπορεί να επιβληθεί. Όλα αυτά καθιστούν ολοφάνερη την τεράστια δικαιοπολιτική σημασία μιας σχολαστικής διάκρισης μεταξύ ενδεχόμενου δόλου και ενσυνείδητης αμέλειας, την οποία θα επιχειρήσουμε στην παρούσα μελέτη. Η ως άνω παραδοχή μας δίνει την αφορμή να αναφερθούμε συνοπτικά στην παρούσα θέση στο περιεχόμενο της παρούσας μελέτης με την οποία επιχειρούμε να αναδείξουμε όλες τις πτυχές της επίμαχης προβληματικής τόσο σε θεωρητικό όσο και νομολογιακό επίπεδο. Έτσι, αρχής γενομένης από τη διερεύνηση της σχέσης που συνδέει τον ενδεχόμενο δόλο με το γένος του δόλου, κι αντιστοίχως της ενσυνείδητης αμέλειας με το γένος της αμέλειας, επιχειρείται στην παρούσα μελέτη η διακρίβωση της τυχόν συνδέουσας τον ενδεχόμενο δόλο με την ενσυνείδητη αμέλεια σχέσης, και η περαιτέρω κατ’ αναπόδραστη πορεία επιχειρούμενη στη παρούσα μελέτη οριοθέτηση των δύο ως άνω ανθρωπίνων υποκειμενικών μεγεθών. Η παράθεση στη συνέχεια των υποστηριζόμενων, ιδίως στο γερμανόφωνο ποινικό δίκαιο, θεωρητικών προσεγγίσεων για την επίλυση της επίμαχης διάκρισης καθίσταται απολύτως σκόπιμη, κατά την κρίση της γράφουσας, προκειμένου να φωτίσει σημαντικά τις υποστηριζόμενες στο πεδίο της ελληνικής ποινικής επιστήμης θέσεις περί της προκείμενης προβληματικής. Περαιτέρω, η συνειδητή επιλογή της γράφουσας να παραθέσει συνολικά τις διατυπωθείσες στην ελληνική ποινική επιστήμη θέσεις επί της επίμαχης διάκρισης, για λόγους νοηματικής ενότητας και δογματικής καθαρότητας, συμβάλει καταλυτικά, κατά την κρίση της γράφουσας, στην επίλυση των ζητημάτων, που ανακύπτουν κυριότερων στα πλαίσια δογματικά στασιαζόντων της εξεταζόμενης εδώ προβληματικής, και στα οποία γίνεται εκτενής λόγος κατωτέρω. Στην παρούσα μελέτη δεν παροράται η προσφάτως ανακύψασα στο δίκαιό μας προβληματική της τριχοτόμησης της υπαιτιότητας, οπότε κι αποσκοπείται η ανάδειξη της επάρκειας του υπάρχοντος ποινικού οπλοστασίου να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τυχόν ανακύπτουσες «οριακές» κατά το φαινότυπο καταστάσεις. «Συνοδοιπόρος» στην παρούσα μελέτη μας δεν μπορεί παρά να είναι η αρεοπαγιτική νομολογία, η διεξοδική αναφορά στην οποία 7 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις καθίσταται, κατά την γράφουσα, εκ των ων ουκ άνευ για την πληρέστερη κατανόηση της επίμαχης προβληματικής. 8 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις 2. Θεωρητική προσέγγιση του ζητήματος 2.1. Η υποκειμενική υπαιτιότητα Η σύνδεση της πράξης (εν ευρεία εννοία) 1 του δράστη με την ψυχική διάθεση αυτού αποτελεί θεμελιώδη επιταγή της ελληνικής έννομης τάξης και απορρέει από τη συνταγματικά (άρ. 2 παρ. 1 και άρ. 5 παρ. 1 του Σ) και νομοθετικά (άρ. 14 παρ. 1 ΠΚ) κατοχυρωμένη αρχή της ενοχής 2. Κατ’ επιταγή της ως άνω αρχής, το δίκαιο μέμφεται/ καταλογίζει ποινική ευθύνη στο δράστη μίας εγκληματικής πράξης (με την ευρεία του όρου έννοια) μόνον εφόσον αυτή συνιστά «υπεύθυνο έργο» του, ήτοι για τη θεμελίωση ποινικής ευθύνης θα πρέπει ο σύνδεσμος μυϊκής ενέργειας/ αδράνειας και αποτελέσματος, ο οποίος συγκροτεί την πράξη εν ευρεία εννοία, να καλύπτεται από την υποκειμενική υπαιτιότητα του δράστη και να αποδοκιμάζεται τελικά από το δίκαιο 3. Κατόπιν τούτων, καθίσταται απολύτως σαφής η εγγυητική και εξασφαλιστική λειτουργία της αρχής της ενοχής για το ποινικό μας οικοδόμημα 4. 1 Αναφορικά με διάκριση των πράξεων σε πράξεις με ευρεία έννοια και σε πράξεις με στενή έννοια, βλ. ενδεικτικά Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./ Μανωλεδάκη Ι./ Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., Ποινικό δίκαιο – Επιτομή γενικού μέρους – Άρθρα 1 – 49 ΠΚ, Εκδόσεις Σάκκουλα, ζ’ έκδοση, 2005, σελ. 177 επ., καθώς και σε Μανωλεδάκη Ι., Μελέτες για εμβάθυνση στο ουσιαστικό ποινικ ό δίκαιο (1978 – 1989), Εκδόσεις Σάκκουλα, 1990, σελ. 139, και σε Παρασκευόπουλο Ν., Τα θεμέλια του ποινικού δικαίου – Γενικό μέρος: Το έγκλημα, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2008, σελ. 101 επ. 2 Η αρχή της ενοχής, η οποία ισχύει στο ποινικό μας δίκαιο, αποδίδεται περιφραστικά με την έκφραση «κανένα έκγλημα, καμία ποινή χωρίς ενοχή» (λατινική απόδοση: « nullum crimen nulla poena sine culpa»), βλ. ενδεικτικά Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 225, Παρασκευόπουλος Ν., Μελέτη, Υπερ 1993, σελ. 1251 επ., καθώς και σε Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./ Μανωλεδάκη Ι./ Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 215. Περαιτέρω για τη σπουδαιότητα της αρχής της ενοχής στο ποινικό δίκαιο, βλ. ενδεικτικά σε Hirsch H. – J., Η αρχή της ενοχής και η λειτουργία της στο ποινικό δίκαιο, ΠοινΧρ 1995, σελ. 129 επ., σε απόδοση στα ελληνικά των Μπιτζιλέκη Ν. και Φελουτζή Κ. 3 Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μανωλεδάκης Ι., Ποινικό δίκαιο – Επιτομή γενικού μέρους – Άρθρα 1 – 49 ΠΚ, Εκδόσεις Σάκκουλα, στ’ έκδοση, 2001, σελ. 180 επ., η ενοχή δεν ταυτίζεται εννοιολογικά με την υποκειμενική υπαιτιότητα (δόλος και αμέλεια), όπως γινόταν δεκτό στα πλαίσια της «ψυχολογικής αντίληψης της ενοχής», αλλά περιέχει και αξιολογικά στοιχεία, καθιστάμενη έτσι τελικώς αξιολο γική έννοια («δεοντολογική αντίληψη τα ενοχής»). 4 Βλ. σχετικά επ’ αυτού Σοφός Θ., Ενδεχόμενος δόλος και βαρεία αμέλεια, Η αξιολογική σχέση διαβάθμισης των δύο μορφών υπαιτιότητας, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2008, σελ. 3, όπου ο συγγραφέας αναφέρεται χαρακτηριστικά στην αρχή της ενοχής ως τη μεγαλύτερη 9 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Περαιτέρω, ως «υποκειμενική υπαιτιότητα» καλείται εκείνος ο ψυχοπνευματικός σύνδεσμος του δράστη με το εγκληματικό αποτέλεσμα της μυϊκής ενέργειας ή αδράνειάς του, ο οποίος μπορεί να συνίσταται στη γνώση και θέληση του εγκληματικού αποτελέσματος ή, έστω, στην υπαίτια άγνοια και στην αποκρουόμενη κοινωνικά αδιαφορία του 5 εξαιτίας των οποίων επήλθε τελικά το εγκληματικό αποτέλεσμα. Η υποκειμενική υπαιτιότητα προσλαμβάνει δύο εκφάνσεις στο ποινικό μας δίκαιο, ή, ορθότερα, συγκροτείται σε δύο βαθμίδες 6, αυτή του δόλου και αυτή της αμέλειας 7. μέχρι σήμερα κατάκτηση του ποινικού δόγματος για το λόγο ότι παρέχει τα εχέγγυα εξατομικευμένης κάθε φορά δικανικής κρίσης με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις τέλεσης της πράξης και τις ιδιαίτερες ιδιότητες του δράστη και της πράξης αυτού. 5 Βλ. σχετικά Μανωλεδάκης Ι., ό.αν. [υποσ. 3], σελ. 178. 6 Σχετικά προσφάτως, και ιδίως επ’ αφορμής των τραγικών «διλημματικών» καταστάσεων που εκτίθενται στην εισαγωγή της παρούσας μελέτης αναφορικά με τα ρευστά όρια της διάκρισης ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας, ανέκυψε στην ελληνική ποινική δογματική η γενικότερη προβληματική αναφορικά με τη σκόπιμη ή μη εισαγωγή μίας τρίτης βαθμίδας υπαιτιότητας στο ποινικό μας δίκαιο. Αναφορικά με την εν λόγω προβληματική , βλ. σχετικά κατωτέρω υπό στοιχείο 2.1.4. 7 Βλ. ενδεικτικά Χωραφάς Ν., Ελληνικόν ποινικόν δίκαιον – Γενικόν μέρος, Τόμος Α’, Εκδόσεις Νικ. Α. Σάκκουλα, 1943, σελ. 94, Χωραφάς Ν., Ποινικόν δίκαιον, Τόμος Α’, Εκδόσεις Αφοί Π. Σάκκουλα, θ’ έκδοση μεταθανάτι α σε επιμέλεια Σταμάτη Κ., 1978, σελ. 251, καθώς και σε Ανδρουλάκη Ν., Ποινικό δίκαιο – Γενικό μέρος – Θεωρία για το έγκλημα, Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, β’ έκδοση, 2006, σελ. 264, Ανδρουλάκη Ν., Ποινικόν δίκαιον – Γενικόν μέρος – Πανεπιστημιακαί παραδόσεις, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1986, σελ. 2, Ανδρουλάκη Ν., Ποινικόν δίκαιον – Γενικόν μέρος – Πανεπιστημιακαί παραδόσεις, Τεύχος Α’, Εκδόσεις «Το Νομικόν», Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1960, σελ. 319, Γάφο Η., Ποινικόν δίκαιον – Γενικόν μέρος, Τεύχος Β’, β’ έκδοση, 1975, σελ. 240, Γεωργάκη Ι., Ποινικό δίκαιο – Γενικό μέρος – Διδασκαλία, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, σε επιμέλεια Χαραλαμπάκη Αρ., 1991, σελ. 317, Γεωργάκη Ι., Ποινικόν δίκαιον – Γενικόν μέρος – Διδασκαλία, Εκδόσεις «Παντειακόν», Ι. Σάκκο υλα, 1970, σελ. 106, Καρανίκα Δ., Εγχειρίδιον ποινικού δικαίου – Γενικόν μέρος, Τόμος Α’, β’ έκδοση, Εκδόσεις Αφοί Π. Σάκκουλα, 1959, σελ. 95, Καρανίκα Δ., Στοιχεία ποινικής επιστήμης, Εκδόσεις Αφοί Π. Σάκκουλα, 1970, Κωστάρα Α., Έννοιες και θεσμοί του ποινικού δικαίου – Θεωρία και πρακτική προσέγγιση των διατάξεων του γενικού μέρους του Ποινικού Κώδικα, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2001, σελ. 465, Μαγκάκης Γ. – Α., Ποινικό δίκαιο – Διάγραμμα γενικού μέρους, Εκδόσεις Παπαζήση, γ’ έκδοση, 1984, σελ. 305, Μανωλεδάκη Ι., ό.αν. [υποσ. 3], Μυλωνόπουλο Χρ., Ποινικό δίκαιο – Γενικό μέρος Ι, Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2007, σελ. 214, Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., σε Καϊάφα - Γκμπάντι Μ./ Μανωλεδάκη Ι./ Συμεωνίδου – Καστανίδου, ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 216, Παρασκευόπουλο Ν., Φρόνημα και καταλογισμός στο ποινικό δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα, 1986, σελ 42, Χαραλαμπάκη Α., Διάγραμμα ποινικού δικαίου – Γενικό μέρος, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, ε’ έκδοση, 2003, σελ. 159. 10 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Μολονότι αντικείμενο της παρούσας εργασίας δεν αποτελεί προφανώς η εκτεταμένη εννοιολογική προσέγγιση του δόλου και της αμέλε ιας ως εννοιών γένους, ο επακριβής εννοιολογικός καθορισμός των δύο ως άνω βαθμίδων υπαιτιότητας συνιστά «condition sine qua non» της επίτευξης του στόχου που έχουμε θέσει στο παρόν πόνημα μας, ήτοι της προσέγγισης της λεπτής εννοιολογικής διάκρισης του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια. Προς τούτο δε, καθίσταται απολύτως σκόπιμη η ερμηνευτική προσέγγιση των επιμέρους εκφάνσεων του δόλου και τις αμέλειας και, περαιτέρω, η διάγνωση της σχέσης που συνδέει τον ενδεχόμενο δόλο με τα άλλα δύο είδη δόλου καθώς και την ενσυνείδητη αμέλεια προς το γένος της αμέλειας αντίστοιχα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα αναδειχθεί ευχερέστερα η διάκριση ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας, που μας απασχολεί στην παρούσα μελέτη. 2.1.1. Ο δόλος 2.1.1.1. Θεμελίωση του δόλου και τα είδη του Σύμφωνα με το άρ. 27 παρ. 1 ΠΚ, «Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται». Από τον ως άνω νομοθετικό ορισμό της έννοιας του δόλου, προκύπτουν σαφώς τα δύο «συνθετικά» του στοιχεία, ήτοι το γνωστικό (ή διανοητικό) στοιχείο του δόλου και το βουλητικό στοιχείο αυτού 8,9, από τον 8 Βλ. ενδεικτικά Ανδρουλάκης Ν., Ποινικό δίκαιο – Γενικό μέρος – Θεωρία για το έγκλημα, ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 266, Ανδρουλάκης Ν., Ποινικόν δίκαιον – Γενικόν μέρος – Πανεπιστημιακαί παραδόσεις, Τεύχος Α’, ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 332, Ανδρουλάκης Ν., Ποινικόν δίκαιον – Γενικόν μέρος – Πανεπιστημιακαί παραδόσεις, ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 8, Βαθιώτης Κ., Στοιχεία ποινικού δικαίου – Γενικό μέρος, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2007, σελ. 235, Κοτσαλής Λ., Ποινικό δίκαιο: Γενικό μέρος, Τεύχος Ι, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2005, σελ. 519 επ., Κωστάρας Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 466, Μαγκάκης Γ. – Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ.305, Μανωλεδάκης Ι., ό.αν. [υποσ. 3], σελ. 183, Μπουρμάς Γ., παρατηρήσεις επί του ΣυμβΑΠ 65/2007, ΠοινΔικ 2008, σελ. 149 επ., Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 232, Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./ Μανωλεδάκη Ι./ Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 216, Παρασκευόπουλος Ν., Τα θεμέλια του ποινικού δικαίου – Γενικό μέρος: Το έγκλημα, ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 236. Όπως μάλιστα χαρακτηριστικά αναφέρει ο Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 1], ο δόλος του δράστη προκύπτει από τη γνώση και θέληση αυτού, όπως εκδηλώνονται στην εμπειρική πραγματικότητα, να προκαλέσει τη συγκεκριμένη άδικη 11 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις συνδυασμό των οποίων και την διαβάθμισή τους προκύπτουν τα τρία είδη δόλου, για τα οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω 10. Προτού όμως αναφερθούμε στις τρεις ειδικότερες μορφές δόλου, και προκειμένου να καταστεί ευχερέστερη η κατανόηση της ως άνω διαφοροποίησης, κρίνεται απολ ύτως σκόπιμη η ερμηνευτική προσέγγιση των δύο συνθετικών στοιχείων του δόλου, ήτοι του γνωστικού και του βουλητικού. Δεδομένης της ως άνω ανάπτυξης, καθίσταται απολύτως σαφές πως ο δόλος συνέχεται άρρηκτα με τη γνώση εκ μέρους του δράστη όλων των εμπειρικών δεδομένων/ περιστατικών που συγκροτούν την πράξη του και πληρούν την αντικειμενική υπόσταση των οικείων ποινικών διατάξεων (γνώση εν στενή εννοία) 11,12. Η δε «γνώση» εν ευρεία έννοια περιλαμβάνει πέραν της γνώσης της υφιστάμενης κατάστασης (γνώση εν στενή εννοία) και την πράξη, και βεβαίως δε συνάγεται από ανεκδήλωτες φρονηματικές διαθέσεις, όπως κατά το παρελθόν ίσχυε για το λεγόμενο «dolus malus» (κακοβουλία, μοχθηρία), ομοίως και σε Μανωλεδάκη Ι., Γενική θεωρία του ποινικού δικαίου, Εκδόσεις Σάκκουλα, 1981, σελ. 367, υποσημ. υπ’ αριθ. 404, καθώς και σε Μανωλεδάκη Ι., Ποινικό δίκαιο – Γενική θεωρία, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2004, σελ. 912, υποσημ. υπ’ αριθ. 404. 9 Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 235, η γνώση του εγκληματικού αποτελέσματος από τον δράστη, σε αντίθεση με τη θέληση του εγκληματικού αποτελέσματος από τον ίδιο, δεν αναφέρεται ρητά ως προϋπόθεση του δόλου στο άρ. 27 παρ. 1 ΠΚ, αλλά συνάγεται με ασφάλεια αφενός μεν γιατί η γνώση συνιστά λογική προϋπόθεση της θέλησης, αφετέρου δε γιατί στην παρ. 2 του άρ. 27 ΠΚ γίνεται ρητή αναφορά στην γνώση του εγκληματικού αποτελέσματος, ως συστατικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου, για τον οποίο θα γίνει αναλυτικότερη αναφορά κατωτέρω στην παρούσα θεματική υποενότητα υπό στοιχείο 2.1.1.1. 10 Αναφορικά με τα τρία είδη του δόλου, βλ. σχετική κατωτέρω στην παρούσα υπό σ τοιχείο 2.1.1.1. θεματική υποενότητα. 11 Βλ. ενδεικτικά Ανδρουλάκης Ν., Ποινικό δίκαιο – Γενικό μέρος – Θεωρία και το έγκλημα, ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 266, Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 235, Γεωργάκης Ι., Ποινικόν δίκαιον – Γενικόν μέρος – Διδασκαλία, ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 108, Μαγκάκης Γ. – Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 306, Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 233, Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./ Μανωλεδάκης Ι./ Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 216, Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 159. 12 Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 235, η γνώση του δόλιου δράστη εκτείνεται σε όλα εκείνα τα στοιχεία (ή τις περιστάσεις) της οικείας αντικειμενικής υπόστασης, και ειδικότερα ο δόλιος δράστ ης πρέπει να γνωρίζει την αιτιώδη σύνδεση της πράξης του με το επελθόν αποτέλεσμα (ως βέβαιη ή ενδεχόμενη), τον τόπο τελέσεως, εφόσον αυτός ανάγεται από το νόμο σε στοιχείο του αδίκου, τον τρόπο τελέσεως της αξιόποινης πράξης, όπου αυτός προβλέπεται, και τ ις περιστάσεις που επιτείνουν το αξιόποινο ή το μειώνουν, εφόσον αυτές συνδιαμορφώνουν το άδικο που αποτυπώνεται στο νόμο. 12 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις πρόβλεψη των μελλοντικών εξελίξεων και συνεπειών της εν λόγω συμπεριφοράς 13. Κατόπιν τούτων, καθίσταται ευκρινής η διάρθρωση της γνώσης στις εξής δύο διαβαθμίσεις, ήτοι α) στην γνώση του εγκληματικού αποτελέσματος ως βεβαίου να επέλθει και β) στην γνώση του εγκληματικού αποτελέσματος ως ενδεχόμενου να επέλθει 14. Όπως όμως αναφέρθηκε και ανωτέρω, από τον ίδιο το νομοθετικό ορισμό του δόλου προκύπτει η μη κατάφαση αυτού στην περίπτωση που ο δράστης δεν καλύπτει με τη βούλησή του το επελθόν εγκληματικό αποτέλεσμα. Περαιτέρω, κατ’ άρ. 27 παρ. 1 ΠΚ, το βουλητικό στοιχείο του δόλου συνίσταται είτε σε επιδίωξη του εγκληματικού αποτελέσματος (stricto sensu θέληση) είτε σε αποδοχή αυτού (ως αναγκαίου ή ως ενδεχόμενου να επέλθει) 15,16. Από τον συνδυασμό του γνωστικού στοιχείου, υπό τις ειδικότερες μορφές που μπορεί να λάβει όπως ανωτέρω αναπτύχθηκε, με το βουλητικό στοιχείο και τις ειδικότερες εκφάνσεις αυτού, προκύπτουν οι τρεις πιθανές μορφές δόλου 17, οι οποίες έχουν ως εξής: α) ο άμεσος δόλος α’ 13 Βλ. ενδεικτικά Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 266, Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 235, Μαγκάκης Γ. – Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 305, Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 159. 14 Βλ. ενδεικτικά Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 266, Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 236, Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./ Μανωλεδάκη Ι./ Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 216. 15 Βλ. ενδεικτικά Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 267, Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 237, Γεωργάκης Ι., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 110, Μαγκάκης Γ. – Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 305, Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./ Μανωλεδάκης Ι./ Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 216, Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 159. 16 Εντελώς επιγραμματικά στο σημείο αυτό αναφέρουμε πως, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 45, η διακρίβωση του βουλητικού στοιχείου του δόλου είναι μία εξαιρετικά δυσχερής διαδικασία γιατί η «βούληση», ως τέτοια, μόνο «συνεπικουρούμενη» από τη γνώση συλλαμβάνεται εμπειρικά. 17 Βλ. ενδεικτικά Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 266, Ανδρουλάκης Ν., Ποινικόν δίκαιον – Γενικόν μέρος – Πανεπιστημιακαί παραδόσεις, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 9, Ανδρουλάκης Ν., Ποινικόν δίκαιον – Γενικόν μέρος – Πανεπιστημιακαί παραδόσεις, Εκδόσεις «Το Νομικόν», ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 333 επ., Βαθιώτης Κ., Δόλος – Θεμελίωση και αποκλεισμός του στο ποινικό δίκαιο, Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία Π. Ν. Σάκκουλα, 2003, σελ. 57, Βαθιώτης Κ., Στοιχεία ποινικού δικαίου, ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 235, Γεωργάκης Ι., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 110, Καρανίκας Δ., Εγχειρίδιον ποινικού δικαίου, ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 116, Καρανίκας Δ., Στοιχεία ποινικής επιστήμης, ό.αν. 13 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις βαθμού, όταν γνωρίζω ως βέβαιο το εγκληματικό αποτέλεσμα και το επιδιώκω, β) ο άμεσος δόλος β’ βαθμού, όταν γνωρίζω ως βέβαιο το εγκληματικό αποτέλεσμα και, χωρίς να το επιδιώκω, το αποδέχομαι, και γ) ο ενδεχόμενος δόλος, όταν γνωρίζω το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και το αποδέχομαι 18,19. 2.1.1.1.1. Η σχέση του ενδεχόμενου δόλου με τα άλλα δύο είδη δόλου Στην αμέσως προηγούμενη ενότητα αναφερθήκαμε εντελώς επιγραμματικά στις επιμέρους μορφές του δόλου. Οποιαδήποτε εκτενής αναφορά στις τρεις μορφές του δόλου παρέλκει στην παρούσα διπλωματική εργασία καθώς, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, μόνο ο ενδεχόμενος δόλος σχετίζεται με την ειδικότερη προβληματική την οποία εν προκειμένω πραγματευόμαστε. Πλην όμως προκειμένου να διερευνήσουμε την εννοιολογική διαφοροποίηση του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια, κρίνουμε απολύτως σκόπιμη την διερεύνηση της «δογματικής ταυτότητας» του ενδεχόμενου δόλου έναντι των άλλων δύο μορφών δόλου, ήτοι την διερεύνηση των κοινών εκείνων χαρακτηριστικών μεταξύ των επιμέρους μορφών δόλου. [υποσ. 7], σελ. 57, Κωστάρας Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 468, Μαγκάκης Γ. – Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 307, Μανωλεδάκης Ι., Ποινικό δίκαιο – Επιτομή γενικού μέρους – Άρθρα 1 – 49 ΠΚ, ό.αν. [υποσ. 3], σελ. 181, Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 236, Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./ Μανωλεδάκη Ι./ Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 216, Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 161, Χωραφάς Ν., Ελληνικόν Ποινικόν δίκαιον, ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 99, Χωραφάς Ν., Ποινικόν δίκαιον, ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 253. 18 Βλ. ενδεικτικά Ανδρουλάκης Ν., Ποινικό δίκαιο – Γενικό μέρος – Θεωρία για το έγκλημα, ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 267 επ., Ανδρουλάκης Ν., Ποινικόν δίκαιον – Γενικόν μέρος – Πανεπιστημιακαί παραδόσεις, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 2, Καρανίκας Δ., Εγχειρίδιον ποινικού δικαίου – Γενικόν μέρος, ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 95, Καρανίκας Δ., Στοιχεία ποινικής επιστήμης, ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 57, Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 237, Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./Μανωλεδάκη Ι./ Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 216 επ., Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 161 επ., Χωραφάς Ν., Ποινικόν δίκαιον, ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 253. 19 Στην παρούσα θεματική ενότητα περιοριζόμαστε σε μία επιγραμματική αναφορά των επιμέρους ειδών του δόλου. Κατωτέρω, υπό στοιχείο 2.1.3. θα αναφερθούμε εκτενέστερα στον ενδεχόμενο δόλο επ’ αφορμής κυρίως του βουλητικού στοιχείου αυτού (την αποδοχή), το οποίο «πυροδοτεί» και την εδώ εξεταζόμενη προβληματική της διάκρισης ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας. 14 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Σύμφωνα με τον Χωραφά Ν. 20, το κοινό χαρακτηριστικό που εντοπίζεται και στις τρεις μορφές δόλου είναι η ύπαρξη ενός ψυχικού συνδέσμου μεταξύ του δράστη και του εγκληματικού αποτελέσματος κατά τρόπο τέτοιον ώστε ο δράστης του εγκλήματος να «οικειοποιείτα ι» το εγκληματικό γεγονός. Με άλλα λόγια, κοινό χαρακτηριστικό και των τριών μορφών δόλου είναι η ευθεία εχθρική ψυχική στάση του δράστη απέναντι στο προσβαλλόμενο έννομο αγαθό 21, στάση που βεβαίως δεν απαντάται στον 20 Βλ. σχετικά Χωραφάς Ν., Ελληνικόν ποινικόν δίκαιον – Γενικόν μέρος, ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 96. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η επισήμανση της Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., Εξωτερική και εσωτερική αμέλεια στο ποινικό δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα, 1994, σελ. 249, σύμφωνα με την οποία ο Χωραφάς Ν. αντιλαμβανόταν την αποδοχή ως κάτι διάφορο της βούλησης· ειδικότερα εννοούσε τη δεύτερη εξ’ αυτών (ήτοι τη βούληση) ως την εσωτερική τάση του δράστη προς κάτι, την οποία και δεν διέκρινε στην αποδοχή. 21 Βλ. ενδεικτικά Γάφος Η., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 321, Δημήτραινας Γ., Η λειτουργία των εγκλημάτων διακινδύνευσης και «εκ του αποτελέσματος» στην ορθή διάκριση του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια, παρέμβαση σε Διημερίδα του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ σε συνε ργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου με θέμα «Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;», Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 88 επ. (= Παρέμβαση σε εκδήλωση της Εταιρίας Νομικών Βορείου Ελλάδος με θέμα «Δό λος και αμέλεια στο ποινικό δίκαιο», Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ. 53 επ.), Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 20], σελ. 249, Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., Εμβάθυνση στην ποινική νομολογία, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2006, σελ. 106, Κωστάρας Α., Η εξ αμελείας δια παραλείψεως τέλεση – δογματική θεμελίωση και κριτική επισκόπηση της νομολογιακής εφαρμογής του θεσμού, Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2010, σελ. 129, Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Μία τρίτη μορφή υπαιτιότητας; Νομολογιακές αναζητήσεις και δογματικές επαναπροσεγγίσεις, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2008, σελ. 87, Χαραλαμπάκης Α., Μελέτες ποινικού δικαίου, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1999, σελ. 267 επ. και 357 επ. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ερμηνεία της θέσης του Ανδρουλάκη Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 282, από τον Παπαγεωργίου – Γονατά Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 90· συγκεκριμένα το υποστηριζόμενο από τον Ανδρουλάκη Ν. στο ως άνω έργο του «…η επιδίωξη αποτελεί από βουλητική άποψη την άκρα αντίθεση προς τον ενδεχόμενο δόλο», ερμηνεύεται από τον Παπαγεωργίου Γονατά Στ. ως η παραδοχή από τον πρώτο της ύπαρξης όχι ενός κοινού ψυχολογικού γνωρίσματος που να συνδέει τα τρία είδη του δόλου αλλά ενός κοινού πλαισίου βουλητικής στάσης του δράστη ως προς την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος. Ακόμη όμως και αν ήθελε γίνει δεκτή μία τέτοια ερμηνεία, σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητείται ότι τα τρία είδη του δόλου χαρακτηρίζει η αρνητική διάθεση του δράστη απέναντι στα προσβαλλόμενα έννομα αγαθά είτε αυτή εκλαμβάνεται ως γενικότερη στάση είτε ως ειδικότερο γνώρισμα. Πρβλ. σχετική θέση Τζωρτζόπουλου Χ., σε Γάφο Η., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 287 επ., όπου ο Γάφος Η. παραθέτει χαρακτηριστικά πως σύμφωνα με τον ως άνω συγγραφέα το κοινό συνδετικό στοιχείο των τριών ειδών του δόλου εντοπίζεται στην ποιότητα του αιτίου που παρακίνησε τον δράστη στην εγκληματική συμπεριφορά· πλην όμως μία τέτοια παραδοχή συνιστά κατ’ επέκταση επιστροφή στην εγκαταλειφθείσα πλέον «ψυχολογική αντίληψη περί της ενοχής» (dolus malus). 15 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις αμελώς δρώντα δράστη όπως ευκρινώς επιδιώκουμε να αναδείξουμε κατωτέρω 22, και η οποία βεβαίως αιτιολογεί τη μεγαλύτερη απαξία της πράξης του δόλιου δράστη σε σχέση με αυτήν του αμελώς δρώντος. Η αποσαφήνιση του ως άνω απαξιολογικού πυρήνα του ενδεχόμενου δόλου σε σχέση με αυτόν της ενσυνείδητης αμέλειας συνιστά εκ των ων ουκ άνευ παράμετρο του παρόντος πονήματος, πλην όμως στην παρούσα θέση οποιαδήποτε περαιτέρω προσέγγιση του εν λόγω ζητήματος θα καθίστατο αλυσιτελής ακριβώς λόγω του ότι δεν έχει προηγηθεί η αναγκαία αποσαφήνιση των επιμέρους εκφάνσεων της αμέλειας, εργασία η οποία θα επιχειρηθεί στην αμέσως επόμενη θεματική ενότητα. 2.1.2. Η αμέλεια 2.1.2.1. Θεμελίωση της αμέλειας και τα είδη της Στην αμέσως προηγούμενη θεματική ενότητα αναφερθήκαμε στο δόλο, ήτοι στην επιθετική στάση του δράστη απέναντι στο προσβαλλόμενο έννομο αγαθό. Πέραν όμως των δολίων πράξεων υπάρχουν και περιπτώσεις «επίμεμπτης» απροσεξίας οι οποίες ενδιαφέρουν το ποινικό 22 Βλ. σχετικά κατωτέρω υπό στοιχείο 2.1.2. Αναφορικά με τη διαφορετική ψυχική στάση του δολίως δρώντος σε σχέση με τον αμελώς δρώντα, βλ. ενδεικτικά Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 20], σελ. 242 επ., όπου η συγγραφέας κάνει λόγο αφενός για «ευθεία εχθρική ψυχική στάση του δόλιου δράστη» απέναντι στο προσβαλλόμενο έννομο αγαθό αφετέρου για «έμμεσα αρνητική στάση» του αμελούς δράστη, η οποία συνίσταται σε αφροντιστία αυτού για το έννομο αγαθό. Στην αυτή κατεύθυνση και Βαθιώτης Κ., Δόλος – Θεμελίωση και αποκλεισμός του στο ποινικό δίκαιο, ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 13, Μαγκάκης Γ. – Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 309 επ., σύμφωνα με τον οποίο ο δόλιος δράστης βρίσκεται σε ενεργητική ψυχική αντίθεση προς τις προσταγές του δικαίου προσδίδοντας συνακόλουθα σε αυτόν τον χαρακτηρισμό του αντικοινωνικού, ενώ ο αμελής δράστης τηρεί παθητική στάση απέναντι στις προσταγές του δικαίου, κατά τούτο δε δεν είναι αντικοινωνικός αλλά μη κοινωνικός, Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 49, σύμφωνα με τον οποίο το φρόνημα του δόλιου δράστη είναι αντίπαλο ή εχθρικό προς το προσβαλλόμενο έννομο αγαθό, ενώ το φρόνημα του αμελούς δράστη είναι όχι αντίπαλο ή εχθρικό αλλά απρόθυμο να σεβαστεί τις προσταγές του δικαίου. Contra βλ. ενδεικτικά Σοφός Θ., ό.αν. [υποσ. 4], σελ. 39 επ., όπου ο συγγραφέας υποστηρίζει χαρακτηριστικά πως τόσο ο δόλιος δράστης όσο κι ο αμελώς δρων εχθρεύονται το δίκαιο, στο μέτρο που μολονότι όφειλαν και μπορούσαν να αναλογιστούν ότι πράττουν άδικα, προβαίνουν στην εγκληματική συμπεριφορά. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η θέση του Μανωλεδάκη Ι., βλ. σχετική παραπομπή σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 20], σελ. 243, σε υποσημείωση υπ’ αριθ. 83, ο οποίος αποδίδει στην αμέλεια την ψυχική διάθεση της αδιαφορίας και όχι εχθρική ή αρνητική ψυχική διάθεση · επ’ αυτού αντίθετη, ως ανωτέρω ελέχθη, η Καϊάφα – Γκμπάντι Μ. η οποία επισημαίνει ότι η αδιαφορία για τα έννομα αγαθά συνιστά αρνητική ψυχική διάθεση του δράστη προς αυτά γεγονός που εξηγεί περαιτέρω και την ποινική απαξία της εν λόγω συμπεριφοράς. 16 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις δίκαιο· περιπτώσεις όπου η απροσεξία του δράστη απέναντι σε συγκεκριμένα έννομα αγαθά αποκαλύπτει ένα βαθμό αντικοινωνικότητας 23 και οι οποίες για το λόγο αυτό χρήζουν περαιτέρω νομοθετικής ρύθμισης. Οι εν λόγω «συμπεριφορές» εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρ. 28 του ελληνικού ΠΚ, στο οποίο οριοθετείται εννοιολογικά το περιεχόμενο της «αμέλειας». Έτσι, σύμφωνα με το γράμμα του άρ. 28 ΠΚ, «Από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν». Η ως άνω διατύπωση απορρέει και ταυτόχρονα συμβαδίζει με την παραδοσιακή θέση της ελληνικής ποινικής θεωρίας 24 και της αρεοπαγιτικής νομολογίας 25, η οποία αντιμετωπίζει την αμέλεια αποκλειστικά ως μορφή υπαιτιότητας, ήτοι ως εσωτερική ψυχική διάθεση του δράστη. Σύμφωνα όμως με τη σύγχρονη κρατούσα πλέον στη θεωρία θέση 26, καθώς και σε σημαντικό 23 Βλ. χαρακτηριστικά Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 309, Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 20], σελ. 249, Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 301, Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 244. 24 Βλ. χαρακτηριστικά Χωραφάς Ν., ό.αν. [υποσ. 18], σελ. 282 επ. Ομοίως και Κατσαντώνης Α., Η αμέλεια εν τω ποινικώ δικαίω, 1963, σελ. 314 επ., Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./ Μανωλεδάκη Ι./ Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 240 επ., Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., Εγκλήματα κατά της ζωής, Εκδόσεις Σάκκουλα, β’ έκδοση, 2001, σελ. 532 επ. Βλ. ομοίως και Γάφο Η., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 322, όπου ο συγγραφέας αναφέρεται στη γενικότερη συζήτηση που έχει ανακύψει στη γερμανική ποινική σκέψη αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι αντικειμενικής όψης της αμέλειας, επισημαίνοντας πάντως χαρακτηριστικά ότι «Το πρόβλημα της αμέλειας κατά την κρατούσαν άποψιν και παρ’ ημίν αναμφισβητήτως διδασκόμενης είναι πρόβλημα ενοχής…». 25 Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 519/1989, ΠοινΧρ 1990, σελ. 299 επ., ΑΠ 1242/1992, ΠοινΧρ 1992, σελ. 857 επ., ΑΠ 1282/1994, ΠοινΧρ 1994, σελ. 1138 επ., ΑΠ 190/1996, ΠοινΧρ 1996, σελ. 1603 επ., ΑΠ 436/2002, ΠοινΧρ 2002, σελ. 989 επ., ΑΠ 1122/2002 , ΠοινΧρ 2003, σελ. 360 επ. 26 Στην ελληνική ποινική επιστήμη υπέρ της ύπαρξης αντικειμενικής όψης (εξωτερικής αμέλειας) στα εγκλήματα αμέλειας τάσσονται ενδεικτικά οι κάτωθι Ανδρουλάκης Ν., Η εξωτερική αμέλεια, ΠοινΧρ 1970, σελ. 93 επ., Ανδρουλάκης Ν., Ποινικαί μελέται, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1972, σελ. 76 επ., Ανδρουλάκης Ν., Ποινικόν δίκαιον – Γενικόν μέρος – Πανεπιστημιακαί παραδόσεις – Τεύχος Α’, Εκδόσεις «Το Νομικόν», ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 20 επ., Ανδρουλάκης Ν., Ποινικόν δίκαιον – Γενικόν μέρος – Πανεπιστημιακαί παραδόσεις, Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλας, ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 354, Ανδρουλάκης Ν., Ποινικό δίκαιο - Γενικό μέρος – Θεωρία για το έγκλημα, ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 292 επ., Βασιλακόπουλος Π., Αμελής παράλειψη – Εξωτερική αμέλεια – Αμέλεια, ΠοινΧρ 2003, σελ. 673 επ., Γιαννίδης Ι., Παρατηρήσεις επί της ΑΠ 1999/1990, ΠοινΧρ 17 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις τμήμα της νομολογίας 27, η ως άνω διατύπωση του άρ. 28 ΠΚ φαίνεται να αποδίδει μερικώς το περιεχόμενο της έννοιας της αμέλειας 28 1991, σελ 5 επ., Δημητράτος Ν., Παρατηρήσεις επί της ΤρΕφΠατρ 61/1998, ΠοινΔικ 1998, σελ. 753 επ., Ζημιανίτης Δ., Παρατηρήσεις επί της ΑΠ 1492/1998, ΠοινΔικ 1999, σελ. 205, Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 20], σελ. 5 επ., Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., Η αντιμετώπιση των αυτοπροσβολών του θύματος στο «έγκλημα» της αμέλειας, Υπερ 1991, σελ. 291 επ., Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., Η ποινική ευθύνη του αναισθησιολόγου στις ιατροχειρουργικές επεμβάσεις, ΝοΒ 1989, σελ. 872 επ., Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΕφΘεσ/νίκης 296/1996, Υπερ 1996, σελ. 55 4 επ., Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΠλημΠατρ 377/1997, Υπερ 1998, σελ. 602 επ., Κωστάρας Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 480 επ., Κωστάρας Α., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 132, Μαγκάκης Γ. – Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 313 επ., Μαργαρίτης Λ., Σωματικές βλάβες, Εκδόσεις Σάκκουλα, β’ έκδοση, 2000, σελ. 635, Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 306 επ., Νούσκαλης Γ., παρατηρήσεις επί της ΑΠ 433/2001, ΠοινΧρ 2002, σελ. 33 επ., Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 246, Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 46 επ., Σατλάνης Χρ., Αποκωδικοποίηση των εννοιών του ενδεχόμενου δόλου και της ενσυνείδητης αμέλειας κυρίως με παραδείγματα, Παρέμβαση σε Διημερίδα του Τομέα Ποινικών και Εγκληματικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου με θέμα «Ενδεχόμενος δόλος – ενσυνείδητη αμέλεια – τρίτη μορφή υπαιτιότητας;», Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 128 επ. (= ΠοινΔικ 2005, σελ. 1034 επ.), Σπινέλλης Δ., Βασικά στοιχεία ποινικού δικαίου και Ποινικής δικονομίας – Πανεπιστημιακό βοήθημα, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1990, σελ. 74, Σοφός Θ., ό.αν. [υποσ. 4], σελ. 19, Χαραλαμπάκης Α., Διάγραμμα ποινικού δικαίου, ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 170 επ., Ψαρούδα – Μπενάκη Α., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΠλημΧαν 241/1972, ΠοινΧρ 1972, σελ. 405 επ. Σημειωτέον πως και ο Μανωλεδάκης Ι., Ποινικό Δίκαιο – Επιτομή γενικού μέρους, Άρθρα 1 – 49 ΠΚ, ό.αν. [υποσ. 3], σελ. 197 επ., αποδέχεται την ύπαρξη αμέλειας και ως είδος συμπεριφοράς, ήτοι την εξωτερική αμέλεια, επισημαίνοντας παράλληλα την θετική συμβολή που θα είχε η ορθή δικανική εφαρμογή της στην απονομή της δικαιοσύνης. Η σύλληψη της εξωτερικής αμέλειας στην ελληνική ποινική δογματική εμφανίζει ορισμένες παραλλαγές μεταξύ των υποστηρικτών της, παρέλκει όμως οποιαδήποτε εκτενής αναφορά σε αυτές στην παρούσα μελέτη· εν προκειμένω για λόγους νοηματικής καθαρότητας περιοριζόμαστε να μεταφέρουμε συνοπτικά το βασικό σχήμα της εν λόγω σύλληψης κατά το οποίο για την διακρίβωση της αιτιότητας στα εγκλήματα αμέλειας δεν αρκεί απλώς κατάφαση του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ενέργειας (ή της αδράνειας) και του αποτελέσματος, όπως θα συνέβαινε στα εγκλήματα δόλου, αλλά προσαπαιτείται οπωσδήποτε κατάφαση της αντικειμενικής αιτιότητας μεταξύ πλημμέλειας (πράξης ή παράλειψης) και αποτελέ σματος. Κατόπιν τούτων, καθίσταται ευχερέστερη και πιο ασφαλής η διάγνωση ενός υποκειμενικού μεγέθους – της αμέλειας ως μορφής υπαιτιότητας – μέσω του συσχετισμού αυτού με ένα αντικειμενικό μέγεθος, ένα μέγεθος αντιληπτό στην εμπειρική πραγματικότητα. 27 Σημαντικό τμήμα της πρόσφατης ποινικής νομολογίας, ιδίως των δικαστηρίων ουσίας, ενστερνίζεται την κρατούσα στην ποινική θεωρία σύλληψη της εξωτερικής αμέλειας, ακόμη κι αν πράγματι δεν υποκύπτει στη σχετική θεωρητική «διαμάχη» περί του ακριβούς περιεχομένου της εξωτερικής αμέλειας η οποία λαμβάνει χώρα στους κόλπους της ελληνικής ποινικής δογματικής. Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 296/2010 - δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου (http://www.areiospagos.gr/), ΑΠ 268/2010, ΤΝΠΝ (=ΠοινΧρ 2011, σελ. 112επ.), ΑΠ 1220/2008, ΠοινΔικ 2009, σελ. 1196 επ., ΑΠ 822/2006, ΠοινΔικ 2007, σελ. 259 επ., ΑΠ 1337/2005, ΠοινΔικ 2006, σελ. 135 επ., ΑΠ 1416/1997, Υπερ 1998, σελ. 1049 επ., ΑΠ 1487/1991 (σε Συμβούλιο), ΠοινΧρ 1992, σελ. 278 επ. , ΑΠ 441/1969, ΠοινΧρ 1970, σελ. 17 επ., ΣυμβΠλημΑθ 2311/2009, ΠοινΔικ 2009, σελ. 1363 18 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις αντιμετωπίζοντας την αμέλεια αποκλειστικά ως εσωτερική ψυχική διάθεση του δράστη 29. Αντιθέτως, σύμφωνα με την ως άνω – κρατούσα στη θεωρία – σύλληψη της εξωτερικής αμέλειας, η αμέλεια συγκροτείται όχι μόνον από τη γενικώς παραδεδεγμένη υποκειμενική όψη της (όπως αυτή τυποποιε ίται στο άρ. 28 του ΠΚ) αλλά και από μία αντικειμενική όψη, τη λεγόμενη εξωτερική αμέλεια. Η παραδοχή της εξωτερικής αμέλειας συνεπάγεται επομένως την εμφάνιση της αμέλειας πέρα από τον χώρο της ενοχής και στον χώρο του αδίκου με τη μορφή μίας πλημμελούς συμπεριφοράς συνδεόμενης αιτιακά με το εγκληματικό αποτέλεσμα, η οποία βεβαίως συμπεριφορά συνέχεται αδιάρρηκτα με την εσωτερική ψυχική διάθεση του δράστη και αποτελεί εκείνη την «ένδειξη» για την διακρίβωσή αυτής της δεύτερης 30. Στην παρούσα επ., ΣυμβΠλημΑθ 669/2008, ΠοινΔικ 2008, σελ. 698 επ., ΣυμβΠλημΘες 400/2007, ΠοινΔικ 2007, σελ. 687 επ., ΣυμβΠλημΧίου 45/2006, ΠοινΔικ 2006, σελ. 1377 επ., ΣυμβΠλημΚερκ 125/2005, ΠοινΔικ 2006, σελ. 32 επ., ΣυμβΠλημΘες 546/2005, ΠοινΔικ 2005, σελ. 1133 επ., ΣυμβΠλημΘες 19516/2005, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2007, σελ. 140 επ.), ΣυμβΠλημΕυρ 13/2005, ΠοινΔικ 2009, σελ. 1073 επ., ΣυμβΠλημΣαμ 2001, ΠοινΔικ 2001, σελ. 1114 επ., ΣυμβΠλημΠατρ 83/2000, Υπερ 2000, σελ. 1071 επ. 28 Βλ. χαρακτηριστικά Ζημιανίτης Δ., ό.αν. [υποσ. 26], Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 301. 29 Κατά τους θιασώτες της θεωρητικής σύλληψης της εξωτερικής αμέλειας, στη ρύθμιση του άρ. 28 ΠΚ υπονοείται η ύπαρξη της εξωτερικής αμέλειας και σε καμία περίπτωση η ως άνω διάταξη δεν αγνοεί την ύπαρξη αυτής (της εξωτερικής πλευράς της αμέλειας). Προς επίρρωση δε της ως άνω θέσης, οι υποστηρικτές της εξωτερικής αμέλειας ανατρέχουν σε πλήθος επιμέρους διατάξεων του ειδικού μέρους του ελληνικού Ποινικού Κώδικα, και συγκεκριμένα: 1) στη διατύπωση του άρ. 441 ΠΚ («Γιατροί και μαίες που χωρίς δικαιολογημένο κώλυμα αρνούνται την εκτέλεση των έργων τους ή που αναφορικά με αυτήν γίνονται υπαίτιοι οποιασδήποτε αμέλειας από την οποία μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άλλον, τιμωρούνται…») όπου η «αμέλεια» έχει προδήλως την έννοια του σφάλματος, της εξωτερικής κακοτεχνίας, 2) στα άρ. 423, 432 περ. γ’, 434 περ. β’ ΠΚ σύμφωνα με τα οποία τιμωρείται «όποιος γίνεται υπαίτιος οποιασδήποτε αμέλειας από την οποία μπορεί να προκύψει βλάβη σε άνθρωπο ή ξένο πράγμα», όπου η «αμέλεια» προσλαμβάνει ομοίως την έννοια της εξωτερικής κακοτεχνίας, βλ. χαρακτηριστικά Ανδρουλάκης Ν., Ποινικό δίκαιο – Γενικό μέρος – Θεωρία για το έγκλημα, ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 311 επ., Βαθιώτης Κ., Στοιχεία ποινικού δικαίου, ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 263, Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 302. 30 Ως εκ τούτου, η εξωτερική όψη της αμέλειας διαδραματίζει μία εγγυητική λειτουργία για τα έννομα αγαθά για το λόγο ότι ο απρόσεκτος δράστης τιμωρείται με βάση της ικανότητές του για αυτό που πράγματι τέλεσε, για την εξωτερικά απρόσεκτη προσβλητική για τα έννομα αγαθά πράξη του και όχι απλά για το ανεκδήλωτο φρόνημά του, βλ. χαρακτηριστικά Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 20], σελ. 120. Περαιτέρω, ο Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 263, αναφέρει χαρακτηριστικά πως η ορθότητα ή η πλημμέλεια της συμπεριφοράς του δράστη (ήτοι η κατάφαση ή όχι της εξωτερικά αμελούς συμπεριφοράς του δράστη) θα πρέπει κατά τη συστηματική προσέγ γιση του εξ αμελείας εγκλήματος να 19 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις θέση πάντως λόγω ακριβώς της πολυπλοκότητας της εν λόγω προβληματικής, η οποία δεν σχετίζεται άμεσα με το πραγματευόμενο στη παρούσα μελέτη ζήτημα της οριοθέτησης του ενδεχόμενου δόλου και της ενσυνείδητης αμέλειας, ως βαθμίδων υπαιτιότητας υπαγόμενων αποκλειστικά στο χώ ρο της ενοχής, παρέλκει οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά σε αυτήν, ώστε μετά την σύντομη ως άνω παρέκβαση να κρίνεται απολύτως σκόπιμη η αναφορά και πάλι στην αμέλεια ως μορφή υπαιτιότητας. Για να επανέλθουμε στην αμέλεια ως μορφή υπαιτιότητας και μόνον, από το νομοθετικό ορισμό αυτής στο άρ. 28 ΠΚ προκύπτει η συγκρότησή της 31 από δύο «συνθετικά» στοιχεία, κατ’ αντιστοιχία προς το δόλο, το γνωστικό και το βουλητικό· από τον συνδυασμό των στοιχείων αυτών - με το διαφορετικό περιεχόμενο που προσλαμβάνουν στο πεδίο της αμέλειας - απορρέουν οι επιμέρους εκφάνσεις της αμέλειας όπως θα επιχειρηθεί να αναδειχθεί κατωτέρω. Η αμέλεια λοιπόν διαπιστώνεται, σύμφωνα με την εδώ υποστηριζόμενη θέση, στις περιπτώσεις εκείνες που ο δράστης - υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες στις οποίες βρέθηκε και σύμφωνα με τις προσωπικές του ιδιότητες, ικανότητες, γνώσεις, περιστάσεις και εμπειρίες από το επάγγελμά του, τη ζωή ή την υπηρεσία του, είτε 1) μολονότι γνωρίζει την ενδεχόμενη αιτιακή σύνδεση της μυϊκής του ενέργειας προς το εγκληματικό αποτέλεσμα, συνεχίζει την εν λόγω ενέργεια (ενέργεια βλάπτουσα ή θέτουσα σε κίνδυνο το έννομο αγαθό) ελπίζοντας στη μη επέλευση του εν λόγω εγκληματικού αποτελέσματος (συνειδητή αμέλεια α’ βαθμού), είτε 2) μολονότι γνωρίζει την ενδεχόμενη αιτιακή σύνδεση της μυϊκής του ενέργειας προς το εγκληματικό αποτέλεσμα, συνεχίζει την εν λόγω ενέργεια πιστεύοντας τη μη πραγμάτωση του εγκληματικού αποτελέσματος (συνειδητή αμέλεια β’ βαθμού), είτε 3) συνεχίζει τη μυϊκή του ενέργεια μη προβλέποντας καν τις ενδεχόμενες αιτιακές προεκτάσεις αυτής για το έννομο αγαθό (μη συνειδητή ερευνάται ως «λογικώς πρότερον» σε σχέση με το στοιχείο της εσωτερικής αμέλειας, ώστε παρέλκει η εξέταση του στοιχείου της εσωτερικής αμέλειας του δράστη σε περίπτωση μη διάπραξης από τον ίδιο μίας πλημμελούς συμπεριφοράς . Ομοίως και σε Παρασκευόπουλο Ν., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 246, Μυλωνόπουλο Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 302. 31 Αναφορικά με τη συγκρότηση του δόλου από τα «συνθετικά» του στοιχεία, ήτοι το γνωστικό και το βουλητικό, βλ. σχετικά ανωτέρω υπό στοιχείο 2.1.1.1 . 20 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις αμέλεια), μολονότι όφειλε (αντικειμενικό στοιχείο) και μπορούσε (υποκειμενικό στοιχείο) να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα 32,33. 32 Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 248, η (τριμερής) διάκριση της αμέλειας δεν έχει σημασία στην κατάφαση της υπαιτιότητας αλλά λαμβάνεται υπόψη μόνο για την επιμέτρηση της ποινής· πρβλ. ΑΠ 18/1955, ΠοινΧρ 1956, σελ. 145, ομοίως και Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 26], σελ. 29, Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 275, Γάφος Η., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 234, Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./ Μανωλεδάκη Ι./ Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 236. Contra Χωραφάς Ν., Ποινικόν Δίκαιον, ό.αν. [υποσ. 18], σελ. 278, όπου ο συγγραφέας επισημαίνει χαρακτηριστικά πως η (διμερής) διάκριση της αμέλειας στερείται πρακτικής σημασίας για το λόγο ότι «… η βαρύτητα της αμέλειας ήρτηται από τον βαθμό της ελλείψεως προσοχής, η δε τοιαύτη έλλειψις δυνατόν κατά τας περιστάσεις να είναι μείζονος βαθμού επί άνευ συνειδήσεως αμέλειας». 33 Η ως άνω τριμερής διάκριση της αμέλειας δεν είναι αναμφισβήτητη στο ποινικό μας δίκαιο, πλην όμως προκρίνεται ως πληρέστερ η κι ορθότερη από την γράφουσα στην παρούσα θέση για λόγους νοηματικής καθαρότητας και συστηματικής ενότητας της παρούσας μελέτης· ενδελεχής τεκμηρίωση της θέσεως αυτής ακολουθεί κατωτέρω επ’ αφορμής της σχετικής ανάπτυξης αναφορικά με τη διάκριση του ενδε χόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια. Υπέρ της τριμερούς διακρίσεως της αμέλειας κατά τα ως άνω τάσσονται οι Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./ Μανωλεδάκη Ι./ Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 232 επ., Μανωλεδάκης Ι., ό.αν. [υποσ. 3], σελ. 190 επ., Μανωλεδάκης Ι., Ποινικό δίκαιο – Γενική θεωρία, ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 323, Μηλαπίδου Μ., Παρατηρήσεις επί της ΑΠ 1337/2005, ΠοινΔικ 2006, σελ. 135. Σημειωτέον πως και ο Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 248, τάσσεται υπέρ της τριμερούς διάκρισης της αμέλειας προσδίδοντας όμως διαφορετικό περιεχόμενο σε κάθε επιμέρους βαθμίδα. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον συγγραφέα, συνειδητή αμέλεια α’ βαθμού υπάρχει όταν ο δράστης προβλέπει ως ενδεχόμενη την αιτιακή σύνδεση της μυϊκή ς του ενέργειας ή αδράνειας με το εγκληματικό αποτέλεσμα, πλην όμως εξαιτίας της αδιαφορίας του δεν καταβάλλει την απαιτούμενη για την αποφυγή αυτού φροντίδα· συνειδητή αμέλεια β’ βαθμού υπάρχει όταν ο δράστης προβλέπει ως ενδεχόμενη την αιτιακή σύνδεση της μυϊκής του ενέργειας ή αδράνειας με το εγκληματικό αποτέλεσμα πλην όμως πιστεύει ή ελπίζει ότι θα το αποφύγει· τέλος, μη συνειδητή αμέλεια υπάρχει όταν ο δράστης δεν προβλέπει καν ότι είναι ενδεχόμενη η πρόκληση ενός άδικου αποτελέσματος με την κίνηση ή αδράνειά του. Επί της τριμερούς διακρίσεως της αμέλειας ο Κωστάρας Α., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 210, σχολιάζει χαρακτηριστικά πως οι ως άνω συγγραφείς «…προφανώς επηρεασμένοι από την αντίστοιχη διάκριση του δόλου τριχοτομούν και την αμέλεια». Ο ως άνω ισχυρισμός του Κωστάρα Α., μολονότι κατ’ αποτέλεσμα ακριβής, δεν είναι απολύτως ορθός· η τριχοτόμηση της αμέλειας δεν απορρέει αναγκαστικά από την ανάγκη διαμόρφωσης ενός ποινικού σχήματος κατ’ αναλογία των όσων ισχύουν αναφορικά με το δόλο. Αντιθέτως, η ως άνω αναφερόμενη τριχοτόμηση επιχειρείται ακριβώς γιατί η κάθε βαθμίδα της αμέλειας «απεικονίζει» διαφορετική βουλητική στάση του δράστη απέναντι στο προβαλλόμενο έννομο αγαθό, γεγονός που επισύρει περαιτέρω διαφορετική απαξία, η οποία κατά το δικαιοπολιτικώς ορθόν θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση. Καθίσταται επομένως απολύτως σαφής η αναγκαιότητα της τριχοτόμησης της αμέλειας, αν αναλογιστούμε ιδίως πως η ελπίδα αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος, η οποία κατά τη Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 233, μαρτυρά την αδιάφορη στάση του δράστη απέναντι στο έννομο αγαθό (ενσυνείδητη αμέλεια α’ βαθμού), είναι κάτι διάφορο, αξιολογικά βαρύτερο, της πίστης αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος (ενσυνείδητη αμέλεια β’ βαθμού), η οποία (η πίστη αποφυγής) μαρτυρά την έλλειψη φροντίδας απέναντι στο έννομο αγαθό· και, τέλος, πως η μη πρόβλεψη καν των αιτιακών 21 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Συνοψίζοντας λοιπόν τα ανωτέρω αναφερόμενα, το γνωστικό στοιχείο της αμέλειας μπορεί να συνίσταται είτε στην πρόβλεψη από πλευράς του δράστη της ενδεχόμενης σύνδεσης της μυϊκής του ενέργειας ή αδράνειας προς το εγκληματικό αποτέλεσμα (ενσυνείδητη αμέλεια α’ και β’ βαθμού) είτε στη μη πρόβλεψη καν με οποιονδήποτε τρόπο από πλευράς του δράστη των αιτιακών προεκτάσεων της μυϊκής του ενέργειας ή παράλειψης (μη συνειδητή αμέλεια)· το δε βουλητικό στοιχείο συνίσταται πάντα στη μη αποδοχή της προσβολής του εγκληματικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, και όπως καθίσταται απολύτως σαφές από τα ως άνω, ενώ ως προς την οριοθέτηση του γνωστικού στοιχείου της αμέλειας υπήρξε απόλυτη σύμπνοια προεκτάσεων της πράξης του δράστη (μη συνειδητή αμέλεια) έχει σαφώς μικρότερη απαξία από τις ως άνω αναφερόμενες άλλες δύο βαθμίδες της αμέλειας. Όλως επικουρικά και υπέρ της ως άνω θέσης αναφέρουμε το σχετικό επιχείρημα του Ανδρουλάκη Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 309 (μολονότι βεβαίως ο ίδιος εκκινεί από άλλη θέση και τάσσεται υπέρ της διχοτόμησης της αμέλειας στα πλαίσια της γραμματ ικής ερμηνείας του άρ. 28 ΠΚ), σύμφωνα με τον οποίο είναι μεγαλύτερη η απαξία της ενσυνείδητης αμέλειας διότι ο σύνδεσμος μεταξύ του εγκληματικού αποτελέσματος και του ψυχικού κόσμου του δράστη έχει στην ενσυνείδητη αμέλεια πάντοτε ουσιαστική υπόσταση, ενώ στη μη συνειδητή αμέλεια μεμφόμαστε το δράστη ακριβώς κατά το λόγο που δεν συνδέθηκε ψυχικά με τη δυνατότητα του αποτελέσματος. Σε αντίθεση πάντως με τα ως άνω, στην ελληνική ποινική επιστήμη - κυρίως στο πλαίσιο της γραμματικής ερμηνείας του άρ. 28 ΠΚ - υποστηρίζεται ευρύτατα η διμερής διάκριση της αμέλειας σε ενσυνείδητη και άνευ συνειδήσεως αμέλεια. Κατόπιν τούτου, ενσυνείδητη αμέλεια στοιχειοθετείται όταν ο δράστης από έλλειψη προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, προείδε μεν το εγκληματικό απ οτέλεσμα ως δυνάμενο να επέλθει, πίστεψε όμως ότι για διάφορους λόγους αυτό δεν θα επέλθει· ενώ άνευ συνειδήσεως αμέλεια στοιχειοθετείται όταν ο δράστης από έλλειψη προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, δεν προείδε καν το αποτέλεσμα που προκάλεσε με την πράξη του, βλ. σχετικά Ανδρουλάκης Ν., Ποινικόν δίκαιον – Γενικόν μέρος – Πανεπιστημιακαί παραδόσεις, ό.αν. [υποσ. 26], σελ. 341, Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 325, Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 275, Γάφος Η., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 324, Γεωργάκης Ι., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 318, Δέδες Χρ., Ο καταλογισμός και αι νεώτεραι επιστημονικαί εξελίξεις, ΠοινΧρ 1956, σελ. 65 επ., Καρανίκας Δ., Εγχειρίδιον ποινικού δικαίου, ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 125, Καρανίκας Δ., Στοιχεία ποινικής επιστήμης, ό.αν. [υποσ. 18], σελ. 61, Κωστάρας Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 482, Κωστάρας Α., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 211, Μαγκάκης Γ. – Α., Ποινικό δίκαιο – Διάγραμμα γενικού μέρους, ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 314, Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 328, Σατλάνης Χρ., ό.αν. [υποσ. 26], σελ. 131, Σπινέλλης Δ., ό.αν. [υποσ. 26], σελ. 74, Σοφός Θ., ό.αν. [υποσ. 4], σελ. 21, Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 179, Χαραλαμπάκης Α., Ένα πρόβλημα πέρα από το ποινικό δίκαιο, ΠοινΧρ 1995, σελ. 1189 επ., Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 267, Χωραφάς Ν., ό.αν. [υποσ. 18], σελ. 277. Η εν λόγω επιστημονική διαμάχη αναφορικά με την τριχοτόμηση ή τη διχοτόμηση της αμέλειας δεν είναι προφανώς «φιλολογικού» περιεχομένου· η αποδοχή της μίας ή της άλλης θέσης καθορίζει και εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τον «πλουραλισμό» των επιστημονικών θέσεων στο εριζόμενο ζήτημα της διάκρισης του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια, κάτι το οποίο θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε κατωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3. 22 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις στην ελληνική ποινική επιστήμη, ως προς την ειδικότερη οριοθέτηση του βουλητικού στοιχείου του εξ’ αμελείας δρώντος δεν υπήρξε ομοφωνία. Ο συνακόλουθος επιστημονικός πλουραλισμός ως προς τη νοηματοδοσία του βουλητικού στοιχείου της αμέλειας συνιστά δίχως άλλο μία παράμετρο συντείνουσα αρνητικά στην εδώ εξεταζόμενη προβληματική της διάκρισης ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας, όπως επαρκώς θα αναδειχθεί κατωτέρω. 2.1.3. Οριοθέτηση ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας Στο άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ ορίζεται η έννοια του ενδεχόμενου δόλου, και συγκεκριμένα ορίζεται πως από ενδεχόμενο δόλο πράττει «…όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται». Περαιτέρω, στο άρ. 28 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ δίδεται ο ορισμός της έννοιας της ενσυνείδητης αμέλειας ως εξής «Από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει… είτε το προέβλεψε ως δυνατό (ενν. το αξιόποινο αποτέλεσμα), πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν ». Κατόπιν τούτων, καθίσταται απολύτως ευκρινές το κοινό γνωστικό στοιχείο των δύο ως άνω βαθμίδων υπαιτιότητας, ήτοι η γνώση ως ενδεχόμενης της σύνδεσης της μυϊκής ενέργειας ή αδράνειας του δράστη με το εγκληματικό αποτέλεσμα, και περαιτέρω απολύτως σαφής η διαφορά του βουλητικού τους στοιχείου, το οποίο στο μεν ενδεχόμενο δόλο συνίσταται στην αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος 34 ενώ στην ενσυνείδητη αμέλεια, κατά την εδώ υποστηριζόμενη θέση, συνίσταται είτε στην ελπίδα αποφυγής είτε στην πίστη αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος (ενσυνείδητη αμέλεια α’ βαθμού και β’ βαθμού αντίστοιχα) και προφανώς σε καμία περίπτωση δεν συνίσταται στην αποδοχή αυτού 35. Με άλλα λόγια, ενώ ο κινούμενος με ενδεχόμενο δόλο 34 Όπως ορθά επισημαίνει ο Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 249, στον ενδεχόμενο δόλο ο δόλιος δράστης αποδέχεται όχι μόνο το εγκληματικό αποτέλεσμα αλλά την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος. 35 Βλ. ενδεικτικά Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 277, Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 240, Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 20], σελ. 242, Καρανίκας Δ., ό.αν. [υποσ. 18], σελ. 61 επ., Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 249, Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 242, Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./ Μαλωλεδάκη Ι./ Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 235. 23 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις δράστης στρέφεται ευθέως εχθρικά κατά του προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού αποδεχόμενος το εγκληματικό αποτέλεσμα της πράξης του, ο αμελής δράστης μόνο έμμεσα θίγει το προσβαλλόμενο έννομο αγαθό καθώς, ακόμη κι αν διαβλέπει ως ενδεχόμενη την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος που προκαλείται από τη δική του μυϊκή ενέργεια ή παράλειψη, δεν την αποδέχεται αλλά την απορρίπτει· περαιτέρω ο λόγος για τον οποίο η εν λόγω αμελής συμπεριφορά καθίσταται αξιόποινη είναι γιατί ο αμελής δράστης μολονότι διέβλεψε τις συνέπειες των πράξεων ή παραλήψεών του, δεν φρόντισε να τις αποφύγει. Η ως άνω – σαφής κατά βάση – εκ του νόμου οριοθέτηση του ενδεχόμενου δόλου και της ενσυνείδητης αμέλειας υπήρξε η ευτυχής για το ελληνικό ποινικό δίκαιο απόληξη μίας πολυετούς και περίπλοκης «διαμάχης», που αναπτύχθηκε ιδίως στους κόλπους της γερμανικής ποινικής επιστήμης, αναφορικά με τον προσδιορισμό της «εννοιολογικής ταυτότητας» τ ων δύο ως άνω βαθμίδων υπαιτιότητας. Η επιτακτική ανάγκη νομοθετικής οριοθέτησης στο εθνικό μας δίκαιο των δύο ως άνω βαθμίδων υπαιτιότητας καθίσταται άλλωστε προφανής δεδομένου ότι ο ενδεχόμενος δόλος αποτελεί το έσχατο σκαλοπάτι του δόλου και περαιτέρω συγκεντρώνει πολύ μεγαλύτερη απα ξία σε σχέση με την «όμορη» βαθμίδα της ενσυνείδητης αμέλειας ακριβώς για το λόγο ότι στον ενδεχόμενο δόλο ο δράστης αποδέχεται την προσβολή του θιγόμενου εννόμου αγαθού ενώ στην ενσυνείδητη αμέλεια σε κάθε περίπτωση την απορρίπτει. Περαιτέρω, για λόγους όχι μόνο σφαιρικής προσέγγισης της προβληματικής της διάκρισης ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας αλλά κυρίως προκειμένου να καταστεί απολύτως σαφές πως η παρατηρούμενη εσχάτως νομολογιακή (κυρίως) «σύγχυση» αναφορικά με τη διάκριση ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας οφείλεται grosso modo σε κατάλοιπα της ως άνω ανακύψασας στη γερμανική ποινική επιστήμη «διαμάχης» και στις συναφείς επιστημονικές θεωρίες 36, θα αναφερθούμε 36 Βλ. χαρακτηριστικά Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., Νομικές και κοινωνικές παράμετροι των διαφόρων θεωριών για το ζήτημα της διάκρισης μεταξύ αμελούς συμπεριφοράς, μεγάλης αδιαφορίας και ενδεχόμενου δόλου, παρέμβαση σε Διημερίδα του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου με θέμα «Ενδεχόμενος δόλος – ενσυνείδητη αμέλεια – Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;», Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 50 επ. 24 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις συνοπτικά στην αμέσως επόμενη θεματική ενότητα στις εν λόγω θεωρητικές προσεγγίσεις. Σημειωτέον πως σημείο αναφοράς των ως άνω θεωριών συνιστά ο συσχετισμός των δύο συνθετικών στοιχείων του δόλου προκειμένου για την οριοθέτηση του ενδεχόμενου δόλου, ήτοι εάν και κατά πόσο το βουλητικό στοιχείο αποτελεί το καθοριστικό στοιχείο της έννοιας του δόλου ή εάν και μόνον το διανοητικό στοιχείο αρκεί για την κατάφαση αυτού. 2.1.3.1. Θεωρίες αποσκοπούσες στην οριοθέτηση ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας Οι πολυάριθμες ως άνω αναφερόμενες θεωρητικές προσεγγίσεις αναφορικά με τον προσδιορισμό του ενδεχόμενου δόλου και την περαιτέρω διάκριση αυτού από την ενσυνείδητη αμέλεια μπορούν να υπαχθούν σε δύο κατηγορίες, ήτοι α) τις γνωστικές θεωρίες (ή θεωρίες παραστάσεως) και β) τις βουλητικές θεωρίες (ή θεωρίες βουλήσεως) 37. Στις ακόλουθες θεματικές υποενότητες θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε τις βασικές γραμμές των σχετικών θεωριών, οι περισσότερες από τις οποίες «προερχόμενες» από τη Γερμανία δεν βρήκαν έρεισμα στην ελληνική ποινική σκέψη όπως σαφώς προκύπτει από την οικεία ανάπτυξη στην επόμενη θεματική ενότητα, ομαδοποιώντας τες για λόγους νοηματικής καθαρότητας στις ως άνω δύο κατηγορίες. 2.1.3.1.1. Γνωστικές θεωρίες (ή θεωρίες παραστάσεως) Πριν προβούμε στην ενδελεχή εξέταση των επιμέρους γνωστικών θεωριών, κρίνουμε απαραίτητο, εισαγωγικά, για λόγους νοηματικής ευκρίνειας να συνοψίσουμε στην παρούσα θέση τα κύρια (= ΠοινΧρ 2005, σελ. 880 επ.), με περαιτέρω παραπομπή σε Engisch K., σύμφωνα με τον οποίο η εν λόγω διαμάχη συνιστά ουσιαστικά διαμάχη των επιμέρους φιλοσοφικών ρευμάτων και των σχολών του Ποινικού Δικαίου, ήτοι διαμάχη «…βολουνταριστών και ιντελλεκτουαλιστών, ντετερμινιστών και ιντετερμινιστών, εκπροσώπων της ματεριαλιστικής και της θεολογικής κοσμοθεωρίας…». Ομοίως και σε Παπαγεωργίου – Γονατά Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 39. 37 Βλ. ενδεικτικά αναφορικά με την ομαδοποίηση των θεωριών για τον ενδεχόμενο δόλο σε α) γνωστικές θεωρίες ή θεωρίες παραστάσεως, και β) βουλητικές θεωρίες ή θεωρίες βουλήσεως, σε Βαθιώτη Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 73, Βαθιώτη Κ., ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 242, Μυλωνόπουλο Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 249, Παπαγεωργίου – Γονατά Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 39. 25 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις γνωρίσματα των εν λόγω θεωριών. Έτσι, σύμφωνα με τις γνωστικές θεωρίες (ή θεωρίες παραστάσεως), με ενδεχόμενο δόλο πράττει ο δράστης, ο οποίος προβαίνει στην εγκληματική συμπεριφορά, όπως αυτή τυποποιείται στην οικεία αντικειμενική συγκεκριμένης υπόσταση, συμπεριφοράς μολονότι ενδέχεται να γνωρίζει ότι λόγω της επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα στην συγκεκριμένη περίπτωση, το οποίο τελικά και επέρχεται. Από το γεγονός περαιτέρω πως ο δράστης παρόλη τη γνώση (ως ενδεχόμενης) της επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος προβαίνει στην εν λόγω εγκληματική συμπεριφορά, προκύπτει η αποδοχή αυτού 38· χωρίς όμως αυτή καθεαυτή η αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος από τον ίδιο τον δράστη να ενδιαφέρει για την κατάφαση του ενδεχόμενου δόλου 39. Με αφορμή την ως άνω σύντομη ανάπτυξη περιοριζόμαστε να αναφερθούμε στην παρούσα θέση εντελώς επιγραμματικά στο βασικότερο μειονέκτημα των εν λόγω θεωρητικών προσεγγίσεων, ήτοι την μονομέρεια τους 40. Δογματικό σφάλμα των γνωστικών θεωριών, με τα δεδομένα βεβαίως του ελληνικού ποινικού δικαίου, συνιστά το γεγονός πως για την οριοθέτηση του ενδεχόμενου δόλου λαμβάνεται υπόψη μόνο το γνωστικό στοιχείο αυτού (γνώση του δράστη) και εξ’ αυτού συνάγεται η βούληση του δράστη 41, παραγνωρίζοντας έτσι πως τα δύο συνθετικά στοιχεία του δόλου αν και 38 Βλ. ενδεικτικά Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 74, ομοίως Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 39. Ιδιαίτερο μάλιστα ενδιαφέρον παρουσιάζε ι η επισήμανση του Παπαγεωργίου – Γονατά Στ., ό.αν., με παραπέρα παραπομπές σε Frank R., σύμφωνα με την οποία οι θεωρίες παραστάσεως δεν αποσκοπούσαν στην τιμώρηση του φρονήματος αλλά προϋποθέτουν έμπρακτα εκδηλωμένο φρόνημα. Ο δράστης λοιπόν, σύμφωνα με τις θεωρίες παραστάσεως, δεν τιμωρείται από μόνο το γεγονός της «σύλληψης» στο μυαλό του της παράστασης του εγκληματικού αποτελέσματος αλλά επειδή , παρότι προείδε το εν λόγω εγκληματικό αποτέλεσμα, έπραξε όπως έπραξε. 39 Βλ. σχετικά Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 67. 40 Βλ. ενδεικτικά Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 74, Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 242, Δημήτραινας Γ., ό.αν. [υποσ. 21], ομοίως σε Παπαγεωργίου – Γονατά Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 40. 41 Βλ. ενδεικτικά Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 242, ομοίως σε Παπαγεωργίου – Γονατά Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 40. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επισήμανση του Παπαγεωργίου – Γονατά Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 43, όπου ο συγγραφέας επισημαίνει τον κίνδυνο, δεδομένης της σύγχυσης γνωσιολογικού και βουλητικού στοιχείου, ο συσχετισμός των δύο αυτών στοιχείων να παραλλάσσει υπό την πίεση κοινωνικοηθικών σκοπιμοτήτων. 26 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις διακριτά μεταξύ τους, είναι και ισότιμα κι αλληλοσυμπληρούμενα 42. Επιπρόσθετα, η οριοθέτηση της υπαιτιότητας με γνώμονα αποκλειστικά τη γνώση του δράστη, καθίσταται εξαιρετικά επισφαλής, καθώς η αποδοχή των γνωστικών θεωριών διευρύνει κατ’ αποτέλεσμα υπερβολικά κι ανεπίτρεπτα τα όρια του ενδεχόμενου δόλου (αφού μόνη η πράξη του δράστη οδηγεί σε κατάφαση ενδεχόμενου δόλου) οδηγώντας συνακόλουθα σε αποκλεισμό της ενσυνείδητης αμέλειας και περαιτέρω αναπόφευκτα σε ανασφάλεια δικαίου, δεδομένης της ταύτισης του γνωστικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου με αυτό της αναφέρει ενσυνείδητης ο Χωραφάς αμέλειας 43. 44 Ν. , Περαιτέρω, μολονότι η όπως βούληση του χαρακτηριστικά εγκληματικού αποτελέσματος από τον ίδιο τον δράστη προϋποθέτει γνώση αυτού ακόμη κι 42 Βλ. σχετικά Βαθιώτης Κ., Ναυάγιο ΕΞΠΡΕΣ ΣΑΜΙΝΑ: Η αρχή του τέλους (ή το τέλος μιας νέας αρχής) για τον ενδεχόμενο δόλο, ΠοινΧρ 2005, σελ. 363 επ, Βαθιώτης Κ., Ο «κολοβός» ενδεχόμενος δόλος στην ελληνική νομολογία, ΠοινΧρ 2003, σελ. 174 επ., Μπουρμάς Γ., ό.αν. [υποσ. 8], Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 43, Χωραφάς Ν., ό.αν. [υποσ. 18], σελ. 254. Πρβλ. όμως σχετικό προβληματισμό Βαθιώτη Κ., σε Βαθιώτης Κ., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΑΠ 2032/2004, ΠοινΔικ 2005, σελ. 810 επ., όπου διατυπώνει τον προβληματισμό του αναφορικά με τη δυνατότητα του βουλητικού στοιχείου, καίτοι ισότιμο του γνωστικού και τ αυτόχρονα στενά συνδεδεμένο με αυτό, να οδηγεί σε διαφορετικό αποτέλεσμα (π.χ. αποκλεισμό του ενδεχόμενου δόλου λόγω μη κατάφασης της αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος καίτοι συντρέχει γνώση του ενδεχομένου πραγμάτωσης των στοιχείων της αντικειμενική ς υπόστασης του οικείου εγκληματος), γεγονός που περαιτέρω σύμφωνα με τον εν λόγω συγγραφέα ενδεχομένως μαρτυρά την υπεροχή δογματικά του βουλητικού στοιχείου έναντι του γνωστικού. Κατά τη γνώμη της γράφουσας, το γεγονός ότι το βουλητικό στοιχείο μπορεί να οδηγήσει σε αποκλεισμό της υπαιτιότητας παρά τη συνδρομή του γνωστικού στοιχείου αποδεικνύει ακριβώς το ανωτέρω λεχθέν, ήτοι ότι τα δύο ως άνω στοιχεία και αλληλένδετα είναι μεταξύ τους και ισότιμα· μόνη η κατάφαση του ενός δεν αρκεί για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπαιτιότητας του δράστη και συνεκτιμώνται εξίσου για τη διάγνωση αυτής. Η επίπλαστη εντύπωση της υπεροχής του βουλητικού στοιχείου έναντι του γνωστικού, ως ανωτέρω αναφέρεται, οφείλεται μάλλον στη δογματική διάρθρωση της ποινικής ανάλυσης με την εξέταση της γνώσης σε πρότερο στάδιο της βούλησης. Πρβλ. ακόμη Βαθιώτης Κ., Το φινάλε της υπόθεσης ΕΞΠΡΕΣ ΣΑΜΙΝΑ: Ένα πραγματικό και νομικό ναυάγιο, ΠοινΔικ 2009, σελ. 550 επ., όπου ο συγγραφέας μέμφεται την ΑΠ 1530/2008 για το λόγο ότι, βάσει των όσων διαλαμβάνονται στην εκεί αιτιολογία, τάσσεται υπέρ του προσδιορισμού μέσω αντικειμενικών ενδεικτών του γνωστικού στοιχείου και της δι’ αυτού συναγωγής του βουλητικού στοιχείου, παραγνωρίζοντας την ως άνω πάγια παραδοχή του Ακυρωτικού μας. 43 Βλ. σχετικά Δημήτραινας Γ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 93, Μαγκάκης Γ. – Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 308. Ομοίως και σε Παπαγεωργίου – Γονατά Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 41, με παραπέρα παραπομπές σε Μαγκάκη Γ. – Α. και Roxin C. 44 Βλ. χαρακτηριστικά Χωραφάς Ν., Περί της έννοιας του δόλου εν τω ποινικώ δικαίω, 1922, σελ. 90. Σχετική αναφορά και σε Παπαγεωργίου – Γονατά Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 41. 27 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις ως ενδεχόμενου, δεν ισχύει κατ’ ανάγκη το αντίστροφο, ήτοι δεν θα μπορούσε επ’ ουδενί λογικά να υποστηριχθεί πως όπου υπάρχει γνώση της επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, αυτό καλύπτεται υποκειμενικά από τη βούληση του δράστη. Επί των επιμέρους όμως γνωστικών θεωριών και των κατ’ ιδίαν μειονεκτημάτων τους θα αναφερθούμε στις ακόλουθες θεματικές υποενότητες. 2.1.3.1.1.1. Θεωρία της δυνατότητας Την πιο ακραία ίσως εκδοχή 45 των γνωστικών θεωριών συνιστά η θεωρία της δυνατότητας 46,47. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, με ενδεχόμενο δόλο πράττει ο δράστης ο οποίος προβαίνει στην εγκληματική ενέργεια, όπως αυτή τυποποιείται στην οικεία αντικειμενική υπόσταση, μολονότι προείδε την συγκεκριμένη δυνατότητα επέλευσης του αποτελέσματος 48. 45 O Roxin C. χαρακτηρίζει την θεωρία της δυνατότητας ως την ακραία εκείνη εκδοχή των θεωριών παραστάσεως, βλ. σχετική αναφορά σε Παπαγεωργίου – Γονατά Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 44, με παραπέρα παραπομπές σε Roxin C. 46 Η θεωρία της δυνατότητας, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 43, υποστηρίχθηκε ιδιαίτερα στην Γερμανία από τους Schröder G. και Schmidhäuser E. Ομοίως βλ. και σε Παπαγεωργίου – Γονατά Στ., ό.αν. [υποσ. 36], Κατσαντώνη Α., Η διάκρισις ενδεχόμενου δόλου και εν συνειδήσει αμέλειας εν όψει της «αποδοχής προϊόντων εγκλήματος» (άρθρ. 394 ΠΚ) και η δικονομική απόδ ειξις της υπαιτιότητος του δράστου ταύτης, ΠοινΧρ 1970, σελ. 321 επ., Χωραφά Ν., ό.αν. [υποσ. 18], σελ. 254, με παραπέρα παραπομπές σε Schröder G. Βλ. ακόμη Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 33], και Χαραλαμπάκης Α., Η υπαιτιότητα ως «εργαλείο» αντεγκληματικής πολιτικής, παρέμβαση σε Διημερίδα του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου με θέμα «Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;», Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 16 επ. (= ΠοινΧρ 2004, σελ. 681 επ.), όπου ο συγγραφέας αναφέρει χαρακτηριστικά πως υπέρ της θεωρίας της δυνατότητας εκφράστηκαν και άλλοι θεωρητικοί στον γερμανικό χώρο, όπως οι Jacobs G., Zielinski D., Bottke W., και Frisch W. 47 Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 50, με περαιτέρω παραπομπές σε Zielinski D. και Schmidhäuser E., τα τελευταία χρόνια βρίσκει έρεισμα (στον γερμανικό κυρίως χώρο) η, θεμελιωμένη στους γενικοπρ οληπτικούς και ειδικοπροληπτικούς σκοπούς της ποινής, επιστημονική τάση κατά την οποία ο δόλος απαρτίζεται μόνον από το γνωστικό στοιχείο και ο ενδεχόμενος δόλος ορίζεται ως η ενσυνείδητη παραβίαση του καθήκοντος επιμέλειας, ώστε για την κατάφαση αυτού δεν ενδιαφέρει η βούληση του δράστη αλλά μόνον η συνείδηση του άδικου χαρακτήρα της πράξης. 48 Βλ. ενδεικτικά Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 74, Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 43 επ., Χαραλαμπάκης Αρ., ό.αν. [υποσ. 46]. 28 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Κατόπιν τούτου, καθίσταται σαφές πως, κατ’ επιταγή της θεωρίας αυτής, ο δόλος συγκροτείται μόνο από το γνωστικό στοιχείο (και όχι από το βουλητικό)· για δε την κατάφασή του απαιτείται η πλήρωση του γνωστικού και μόνο στοιχείου. Η κριτική που ασκήθηκε σε βάρος της θεωρίας αυτής εντοπίζεται κυρίως σε δύο σημεία, στα οποία και θα αναφερθούμε στη συνέχεια. Κατ’ αρχάς, βασικό μειονέκτημα της θεωρίας της δυνατότητας, όπως και όλων των γνωστικών θεωριών, συνιστά η μονομέρειά της, ήτοι η οριοθέτηση της υπαιτιότητας του δράστη από μόνη τη γνώση/πρόβλεψη της συγκεκριμένης δυνατότητας επέλευσης του αποτελέσματος. Η παραδοχή επομένως της θεωρίας της δυνατότητας προκαλεί αναπόφευκτα ανασφάλεια δικαίου καθώς δυσχεραίνει την οριοθέτηση του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια, ή ακριβέστερα καταργεί τη βαθμίδα της ενσυνείδητης αμέλειας 49,50, δεδομένης της ταύτισης του γνωστικού στοιχείου στις δύο προαναφερόμενες μορφές υπαιτιότητας. Η ως άνω θεωρητική προσέγγιση πάντως δεν βρήκε απήχηση στον ελληνικό χώρο για το λόγο ότι ο ίδιος ο νομοθετικός ορισμός του δόλου επιλύει την εν λόγω προβληματική· το άρ. 27 παρ. 1 ΠΚ απαιτεί, για τη κατάφαση οποιασδήποτε μορφής δόλου, γνώση και 49 Βλ. χαρακτηριστικά Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 43 επ., με παραπέρα παραπομπές σε Roxin C., ο οποίος χαρακτηριστικά υποστηρίζει πως κατ’ εφαρμογή της θεωρίας της δυνατότητας υποκαθίσταται η διάκριση δόλου – αμέλειας από τη διάκριση γνώσης – μη γνώσης, καθιστώντας έτσι «άνευ αντικειμένου» τη βαθμίδα της ενσυνείδητης αμέλειας – μόνη δυνατή βαθμίδα αμέλειας καθίσταται κατά τη θεωρία της δυνατότητας η άνευ συνειδήσεως αμέλεια. Ομοίως και σε Ανδρουλάκη Ν., Πώς διακρίνεται ο ενδεχόμενος δόλος από την ενσυνείδητη αμέλεια, ΠοινΧρ 1991, σελ. 7 επ., Παπαγεωργίου – Γονατά Στ., ό.αν. [υποσ. 36], Καρανίκα Δ., ό.αν. [υποσ. 18], σελ. 58, Χαραλαμπάκη Α., ό.αν. [υποσ. 33], Χαραλαμπάκη Α., ό.αν. [υποσ. 46], Χωραφά Ν., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 96, Χωραφά Ν., ό.αν. [υποσ. 18], σελ. 256. 50 Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 45 επ., επιχειρήθηκε σχετικοποίηση της θεωρίας της δυνατότητας από τους ίδιους τους υποστηρικτές της με τη διάκριση της δυνατότητας επέλευσης του απο τελέσματος σε συγκεκριμένη κι αφηρημένη, καταλείποντας έτσι «χώρο» στην ενσυνείδητη αμέλεια. Έτσι, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 74, ενσυνειδήτως αμελής είναι εκείνος ο δράστης ο οποίος προβαίνει στην εγκληματική συμπερ ιφορά επειδή, μολονότι διαγιγνώσκει τον αφηρημένο κίνδυνο επέλευσης του αποτελέσματος, αποκλείει την επέλευση αυτού στην συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ με μη συνειδητή αμέλεια ενεργεί ο δράστης ο οποίος προβαίνει στην εγκληματική συμπεριφορά χωρίς να σκεφτεί καν προηγουμένως τον αφηρημένο κίνδυνο. 29 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις βούληση του δράστη 51, αναδεικνύοντας έτσι το απρόσφορο της θεωρίας της δυνατότητας στον χώρο του ελληνικού ποινικού δικαίου. Το έτερο αντεπιχείρημα σε βάρος της θεωρίας της δυνατότητας εντοπίζεται στη «σύγχυση» του δόλου διακινδύνευσης και του δόλου βλάβης των εννόμων αγαθών 52. Συγκεκριμένα, όπως αναφερθήκαμε σχετικά ανωτέρω, σύμφωνα με τη θεωρία της δυνατότητας, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος ο δράστης που προβαίνει στην εγκληματική συμπεριφορά παρότι προείδε την συγκεκριμένη δυνατότητα επέλευσης του αποτελέσματος. Από τη διατύπωση αυτή προκύπτει πως, κατ’ εφαρμογή της θεωρίας της δυνατότητας, για την τέλεση ενός εγκλήματος (βλάβης ή διακινδύνευσης) με ενδεχόμενο δόλο αρκεί η γνώση (ή πρόβλεψη) του κινδύνου επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος 53 κι όχι η επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος. Μία τέτοια όμως παραδοχή, η οποία επί της ουσίας συνεπάγεται την εξομοίωση του δόλου διακινδύνευσης των εννόμων αγαθών με το δόλο βλάβης αυτών 54,55, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση 51 Βλ. ενδεικτικά Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 49], Δημήτραινας Γ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 94, Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 45 επ., Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 33], Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 46]. 52 Βλ. ενδεικτικά Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 75, Δημήτραινας Γ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 94, Μυλωνόπουλος Χρ., Εφαρμογές ποινικού δικαίου, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1997, σελ. 58, Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 45, Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 36], Τσιρίδης Π., Ο ενδεχόμενος δόλος: Θεωρία και πρακτική, ΠοινΧρ 2002, σελ. 961 επ. 53 Για παράδειγμα, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά κι ο Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 75, για την κατάφαση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση στο πλαίσιο της θεωρίας της δυνατότητας, αρκεί η γνώση του κινδύνου να επέλθει ο θάνατος του θύματος στην συγκεκριμένη περίπτωση και όχι η πραγματική επέλευση του θανάτου του θύματος. Ομοίως και Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 46. 54 Ο Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 52], σελ. 58, προς επίρρωση της εν λόγω επιχειρηματολογίας, αναφέρεται και σε μία ακόμη πτυχή του ζητήματος, και συγκεκριμένα σύμφωνα με τον συγγραφέα η ταύτιση του δόλου διακινδύνευσης με το δ όλο βλάβης των εννόμων αγαθών, την οποία αναπόφευκτα συνεπάγεται η παραδοχή της θεωρίας της δυνατότητας, καθιστά περιττό τον ενδεχόμενο δόλο για τον λόγο ότι η γνώση της επικινδυνότητας της συμπεριφοράς συνιστά άμεσο και όχι ενδεχόμενο δόλο. 55 Εξάλλου, σύμφωνα με τον Βαθιώτη Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 76, η εξομοίωση του δόλου διακινδύνευσης με το δόλο βλάβης θα οδηγούσε περαιτέρω σε παραδοχή απόπειρας ανθρωποκτονίας για τον δράστη που έθεσε σε κίνδυνο το έννομο αγαθό της ζωής του θύματος, κατά τρόπο ώστε το τελούμενο έγκλημα διακινδύνευσης, για παράδειγμα το έγκλημα της έκθεσης, να καθίσταται άνευ αντικειμένου, καθώς απορροφάται από το βαρύτερο έγκλημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας. 30 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις να γίνει αποδεκτή στο ποινικό μας δίκαιο για το λόγο ότι σε αυτό προβλέπεται διαφοροποιημένη μεταχείριση των εγκλημάτων βλάβης από τα εγκλήματα διακινδύνευσης λόγω ακριβώς της μεγαλύτερης απαξίας που έχει για το δίκαιο η προσβολή των εννόμων αγαθών σε σχέση με τη διακινδύνευση αυτών. Η ως άνω ανάπτυξη αναδεικνύει εν συντομία τους λόγους για τους οποίους η θεωρία της δυνατότητας δεν εδραιώθηκε στο ποινικό μας δίκαιο. Θετικό πάντως αντίκτυπο της θεωρίας αυτής συνιστά η επιστημονική τάση προσδιορισμού του βουλητικού κόσμου του δράστη με γνώμονα την εκδηλούμενη στην εμπειρική πραγματικότητα γνώση αυτού. Στην αμέσως επόμενη θεματική ενότητα θα αναφερθούμε σε μία άλλη γνωστική θεωρία, η οποία συνιστά μετεξέλιξη της θεωρίας της δυνατότητας, την θεωρία της πιθανότητας. 2.1.3.1.1.2. Θεωρία της πιθανότητας Σύμφωνα με τη θεωρία της πιθανότητας 56, με ενδεχόμενο δόλο πράττει ο δράστης ο οποίος προέβη στην εγκληματική ενέργεια, παρότι θεώρησε πιθανή την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος και όχι απλώς δυνατή 57, ενώ η ψυχική στάση του δράστη ως προς το εγκληματικό αποτέλεσμα είναι απολύτως αδιάφορη. Περαιτέρω ζήτημα ανακύπτει αναφορικά με τον προσδιορισμό του απαιτούμενου βαθμού πιθανότητας. Επ’ αυτού 56 Η θεωρία της πιθανότητας υποστηρίχθηκε στο γερμανικό ποινικό δίκαιο κυ ρίως από τον Mayer H., βλ. σχετικά Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 76, και Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 53. Όπως μάλιστα αναφέρει χαρακτηριστικά ο Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., με περαιτέρω παραπομπή σε Welzel Η., πολύ κοντά στην θεωρία της πιθανότητας είναι κι η υποστηριζόμενη από τον Welzel Η. θεωρητική προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία κριτήριο για την κατάφαση του ενδεχόμενου δόλου του δράστη αποτελεί το κατά πόσο ο δράστης υπολόγισε το αποτέλεσμα. Βλ. ακόμη ενδεικτικά Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 249. 57 Σύμφωνα με τον Μυλωνόπουλο Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 249, και στο πλαίσιο της θεωρίας της πιθανότητας είναι εφικτή η οριοθέτηση του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια μέσω της διαβάθμισης του γνωστικού στοιχείου· έτσι ενδεχόμενος δόλος υφίσταται όταν ο δράστης πράττει μολονότι θεωρεί πιθανό το εγκληματικό αποτέλεσμα, ενώ όταν το θεωρεί απλώς δυνατό ενεργεί με ενσυνείδητη αμέλεια. Πάντως η εν λόγω τοποθέτηση δημιουργεί την εντύπωση διαπλοκής της θεωρίας της πιθανότητας με τη θεωρία της δυνατότητας. Ομοίως βλ. Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 12. 31 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις διατυπώθηκαν πολυάριθμες θέσεις 58 με επικρατέστερη τελικώς τη θέση του Mayer H. 59, σύμφωνα με τον οποίο ως προς την επέλευση του αποτελέσματος απαιτείται «…κάτι περισσότερο από μία απλή πιθανότητα και πάντως κάτι λιγότερο από μία ισχυρή πιθανότητα». Σύμφωνα με τους επικριτές της θεωρίας αυτής, το θεμελιώδες μειονέκτημά της, ως γνωστικής θεωρίας, εντοπίζεται στη μονομέρεια αυτής 60, καθώς για την οριοθέτηση του ενδεχόμενου δόλου, και την περαιτέρω διάκρισή του από την ενσυνείδητη αμέλεια, λαμβάνεται υπόψη μόνο η γνώση της πιθανότητας επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Καθίσταται έτσι απολύτως δυσχερής η διάκριση ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας και αναπόφευκτη η επιγενόμενη ανασφάλεια δικαίου για το λόγο ότι το γνωστικό στοιχείο των δύο ως άνω μορφών υπαιτιότητας ταυτίζεται 61. Ακόμη, αμφίβολη εμφανίζεται η αποτελεσματικότητα της θεωρίας αυτής, δεδομένης της αδυναμίας του δράστη να εκτιμήσει/ υπολογίσει το ποσοστό πιθανότητας επέλευσης του αποτελέσματος κατά τη διάπραξη του εγκλήματος 62. Κατά την κρίση μας το πλέον θεμελιώδες αντεπιχείρημα σε βάρος της θεωρίας αυτής, το οποίο κι εξηγεί τη μη υποστήριξη της από την ελληνική ποινική επιστήμη και νομο λογία 63, εντοπίζεται στην παραγνώριση του «γράμματος» του άρ. 27 παρ. 1 ΠΚ, 58 Βλ. σχετικά Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 53 επ., με περαιτέρω παραπομπές σε Ross A., σύμφωνα με τον οποίο για την κατάφαση του ενδεχ όμενου δόλου απαιτείται εγκληματική πράξη του δράστη παρά την θεώρηση από αυτόν ως αρκούντως πιθανής της επέλευσης του αποτελέσματος, καθώς και σε Schünemann H., σύμφωνα με τον οποίο με ενδεχόμενο δόλο δρα ο δράστης ο οποίος προβαίνει στην εγκληματική συμπεριφορά αν και έλαβε υπόψη του το ιδιαίτερα σοβαρό ρίσκο επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Βλ. σχετικά και Κατσαντώνης Α., ό.αν. [υποσ. 46], σελ. 328. 59 Βλ. σχετικά Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 76, Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 46], Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 33]. 60 Βλ. σχετικά Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 76, Μπουρμάς Γ., ό.αν. [υποσ. 8], Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 54. 61 Βλ. σχετικά Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 76, Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 249, Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 54. 62 Βλ. σχετικά Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 17], Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 248, Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 53. 63 Βλ. χαρακτηριστικά Χωραφάς Ν., ό.αν. [υποσ. 18], σελ. 256. 32 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις σύμφωνα με το οποίο, όπως σχετικά αναφέρθηκε και ανωτέρω 64, η κατάφαση του δόλου προϋποθέτει γνώση και βούληση του εγκληματικού αποτελέσματος, διευρύνοντας κατ’ αποτέλεσμα το αξιόποινο σε βάρος του δράστη. Θετικά πάντως αποτιμάται η ως άνω θεωρία αφενός για τη συμβολή της στην εννοιολογική οριοθέτηση του γνωστικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου αφετέρου για τη συμβολή της στην ανίχνευση της βουλητικής στάσης του δράστη, όπως αυτή εκδηλώνεται στην εμπειρική πραγματικότητα λαμβανομένου υπόψη του είδους και του βαθμού της πιθανολογήσεως της επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος 65. 2.1.3.1.1.3. Θεωρία του ανεπίτρεπτου κινδύνου Η θεωρία του ανεπίτρεπτου κινδύνου αποτελεί μία άλλη εκδοχή των γνωστικών θεωριών 66, σύμφωνα με την οποία με ενδεχόμενο δόλο ενεργεί ο δράστης όταν προβαίνει στην εγκληματική συμπεριφορά παρότι γνωρίζει αφενός μεν ότι η συμπεριφορά του αυτή απαγορεύεται από την έννομη τάξη αφετέρου δε πως εξ αυτής δημιουργείται περαιτέρω ανεπίτρεπτος κίνδυνος για το έννομο αγαθό 67. Επομένως ο δράστης δεν γνωρίζει/προβλέπει το 64 Βλ. σχετικά ανωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3.1.1. 65 Βλ. ενδεικτικά Δημήτραινας Γ., ό.αν. [υποσ. 21], Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 46], Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 33]. 66 H θεωρία του ανεπίτρεπτου κινδύνου υποστηρίχθηκε σχετικά πρόσφ ατα στο γερμανικό ποινικό χώρο από τον Frisch W., βλ. ενδεικτικά Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 56 με περαιτέρω παραπομπές σε Frisch W. 67 Όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 77 επ., Δημήτραινας Γ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 95, και Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 36], Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 56 επ., πέραν της ως άνω αναφερόμενης «βασικής» θεωρίας του ανεπίτρεπτου κινδύνου, στη γερμανική επιστήμη έχουν υποστηριχθεί και δύο παραλλαγές αυτής, ήτοι η θεωρία του «ξέφραγου» ή «ακάλυπτου» κινδύνου, κύριος εκφραστής της οποίας υπήρξε ο Herzberg R.D., και η θεωρία που εξαρτά την κατάφαση του ενδεχόμενου δόλου από τη σχέση εγγύτητας κινδύνου για το έννομο αγαθό και «βαρύτητας» προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού, κύριος εκφραστής της οποίας υπήρξε ο Jakobs G. Εν προκειμένω, κρίνουμε σκόπιμη την παρουσίαση σε αδρές γραμμές των ως άνω «παραλλαγών». Έτσι, σύμφωνα με την ως άνω αναφερόμενη θεωρία του «ακάλυπτου» ή «ξέφραγου» κινδύνου, ενδεχόμε νος δόλος καταφάσκεται όταν από τη συμπεριφορά του δράστη προκαλείται ένας «ακάλυπτος» ή «ξέφραγος» κίνδυνος για το σχετικό έννομο αγαθό και η μη επέλευση αυτού επαφίεται αποκλειστικά στην τύχη, ενώ δεν καταφάσκεται ενδεχόμενος δόλος στην περίπτωση του καλ υμμένου κινδύνου για το λόγο ότι ο δράστης, ή ακόμη και το ίδιο το θύμα, «περιφρουρεί» τον κίνδυνο ώστε να μην επενεργήσει (ο κίνδυνος) στο έννομο αγαθό. Από την άλλη, σύμφωνα με την δεύτερη ως άνω αναφερόμενη θεωρία, ο ενδεχόμενος δόλος καταφάσκεται όταν από το συνδυασμό της σπουδαιότητας του 33 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις εγκληματικό αποτέλεσμα της πράξης παρά μόνο διαγιγνώσκει ως πολύ πιθανό τον κίνδυνο (ο οποίος βεβαίως απορρέει από τη δική του εγκληματική συμπεριφορά) πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του σχετικού εγκλήματος 68, γεγονός που όμως δεν επενεργεί αποτρεπτικά στην εκτέλεση ακολούθως της εγκληματικής συμπεριφοράς. Κατόπιν τούτων, εστιάζουμε την προσοχή μας στα δύο βασικά μειονεκτήματα της ως άνω θεωρητικής προσέγγισης. Έτσι, σε ένα πρώτο επίπεδο, απαντάται και στα πλαίσια αυτής της θεωρίας το βασικό μειονέκτημα όλων των γνωστικών θεωριών, που της καθιστά συνακόλουθα απολύτως ανεφάρμοστες για το ποινικό μας δίκαιο, ήτοι η οριοθέτηση του ενδεχόμενου δόλου με γνώμονα αποκλειστικά τη γνώση του κινδύνου επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος και ο απόλυτος «παραγκωνισμός» της βούλησης του δράστη, ώστε παρέλκει περαιτέρω οποιαδήποτε αναλυτικότερη προσέγγιση της εν λόγω προβληματικής καθώς αυτή έχει ήδη αναπτυχθεί εκτενώς ανωτέρω 69. Σε ένα δεύτερο πάντως επίπεδο, η εν λόγω θεωρία, κατά την κρίση μας, παραβιάζει τη θεμελιώδη αρχή της ενοχής, που όπως σχετικά αναφέρεται ανωτέρω 70 διέπει το δίκαιό μας, καθώς για την κατάφαση του ενδεχόμενου δόλου δεν απαιτεί κάλυψη ολόκληρης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος από τη γνώση του δράστη αλλά, σύμφωνα με αυτήν, η γνώση του δράστη εκτείνεται μόνο στον κίνδυνο επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, ο οποίος και δεν τυποποιείται στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αλλά λογικά προηγείται αυτής 71. Θετικά πάντως αποτιμάται η προκείμενη θεωρία ως προς εννόμου αγαθού με την αμεσότητα του σχετικού κινδύνου η επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος καθίσταται πιθανή, επί τη βάσει ότι όσο σπουδαιότερο είναι το έννομο αγαθό, τόσο ευκολότερα γίνεται αποδεκτός ενδεχόμενος δόλος – αξίωμα που πάντως δεν επιβεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση. 68 Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 57, παραπέμποντας περαιτέρω στον Frisch W., κρίσιμο στοιχείο για την κατάφαση του ενδεχόμενου δόλου στα πλαίσια της εν λόγω θεωρίας είναι η αντίληψη του δράστη αναφορικά με την εξέλιξη του κινδύνου, μία εξέλιξη που δρομολογήθηκε από τη δική του εγκληματική συμπεριφορά. Έτσι, δεν καταφάσκεται ενδεχόμενος δόλος στην περίπτωση που ο δράστης προβαίνει στην εγκληματική συμπεριφορά παραγνωρίζοντας τον κίνδυνο που πράγματι επιφέρει στο έννομο αγαθό. 69 Βλ. σχετικά ανωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3.1.1. 70 Βλ. σχετικά ανωτέρω υπό στοιχείο 2.1. 71 Βλ. σχετικά Μανωλεδάκης Ι., ό.αν. [υποσ. 3], σελ. 183. 34 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις το ότι «επιτάσσει» την αναδρομή σε αντικειμενικά δεδομένα για την περαιτέρω τεκμηρίωση της δόλιας προαίρεσης του δράστη· αν και η αναγωγή των συνακόλουθων συμπερασμάτων σε αμάχητα τεκμήρια ενδεχόμενου δόλου «αδικεί» σημαντικά την ως άνω συνεισφορά της. 2.1.3.1.1.4. Θεωρία της έλλειψης κάθε προσπάθειας αποτροπής της επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή 72,73, η οποία κατά την κρίση μας ομοιάζει σε αρκετά σημεία με την ως άνω αναφερόμενη θεωρία της δυνατότητας 74, σε ενδεχόμενο δόλο αποδίδεται η πράξη του δράστη όταν αυτός, μολονότι αντιλαμβάνεται ως αναγκαία συνέπεια της εγκληματικής συμπεριφοράς του τη δυνατότητα επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, προβαίνει σε αυτήν χωρίς να λάβει συγκεκριμένα αντίμετρα για την παρεμπόδιση της επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, δηλώνοντας έτσι έμπρακτα την αποδοχή του. Η θεωρία αυτή, όπως και όλες οι γνωστικές θεωρίες 75, σφάλει κατ’ αρχάς κατά το ότι, κατ’ επιταγήν αυτής, η οριοθέτηση του ενδεχόμενου 72 Η θεωρία της έλλειψης κάθε προσπάθειας αποτροπής του κινδύνου επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος υποστηρίχθηκε στη γερμανική ποινική επιστήμη από τον Kaufmann A., βλ. σχετικά Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 62, με περαιτέρω παραπομπές. 73 Σύμφωνα με τον Παπαγεωργίου – Γονατά Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 62, η θεωρία της έλλειψης κάθε προσπάθειας αποτροπής του κινδύνου επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος μπορεί να ερμηνευθεί ορθότερα υπό το πρίσμα της φιναλιστικής θεωρίας (ή θεωρίας της σκόπιμης δράσης), μιας θεωρίας που αναπτύχθηκε στο γερμανικό χώρο κατά το δεύτερο μισό του 20 ου αιώνα, με κύριο εκφραστή τον Welzel H., αναφορικά με την οριοθέτηση της έννοιας της πράξης. Αναφορικά με τη θεωρία της σκόπιμης ενέργειας βλ. ενδεικτικά σε Μυλωνόπουλο Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 98, και Παρασκευόπουλο Ν., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 102. Εν προκειμένω περιοριζόμαστε να σκιαγραφήσουμε σε αδρές γραμμές την εν λόγω θεωρία για λόγους νοηματικής καθαρότητας. Έτσι, σύμφωνα με τη φιναλιστική θεωρία, η πράξη είναι σκόπιμη δραστηριότητα και συναρτάται άρρηκτα με τον σκοπό του δράστη· με άλλα λόγια, ο δράστης πράττει θέτοντας στόχους, αφού προηγουμένως έχει συνυπολογίσει τις συνέπειες της πράξης του, τις οποίες είναι σε θέση να γνωρίζει βάσει των εμπειριών του. Σημειωτέον πως η θεωρία της σκόπιμης δράσης δεν επικράτησε εξαιτίας των εγγενών αδυναμιών της, και συγκεκριμένα λόγω της αδυναμίας της να τύχει εφαρμογής επί παραλείψεως και επί αμελούς συμπεριφοράς, όπου βεβαίως δεν νοείται σκόπιμη δραστηριότητα. 74 Βλ. σχετικά ανωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3.1.1.1. 75 Βλ. σχετικά ανωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3.1.1. 35 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις δόλου ερείδεται αποκλειστικά στη γνώση του δράστη, ενώ παραγνωρίζεται απόλυτα η βούληση αυτού. Περαιτέρω, επισημαίνονται και δύο λογικά αντεπιχειρήματα σε βάρος της θεωρίας αυτής 76. Έτσι, η διάπραξη μίας εγκληματικής συμπεριφοράς από τον δράστη χωρίς προηγούμενη λήψη αποτρεπτικών μέτρων, θα μπορούσε να αποδοθεί είτε σε ενδεχόμενο δόλο αυτού είτε σε μέγιστη επιπολαιότητά του, η οποία ισοδυναμεί με ενσυνείδητη αμέλεια αυτού, ώστε καθίσταται πράγματι αλυσιτελής η συνεισφορά της θεωρίας αυτής στην οριοθέτηση του ενδεχόμενου δόλου. Ακόμη, η προηγούμενη «μηχανιστική» λήψη αποτρεπτικών μέτρων δεν μπορεί με ασφάλεια να οδηγήσει σε αποκλεισμό του ενδεχόμενου δόλου, ιδίως όταν τα εν λόγω αντίμετρα λαμβάνονται από τον δράστη προσχηματικά χωρίς στην πραγματικότητα ο ίδιος να πιστεύει στην αποτελεσματικότητά τους. Πέραν όμως των ανωτέρω αναφερόμενων μειονεκτημάτων της εν λόγω θεωρίας, θα πρέπει να εξάρουμε τη θετική συνδρομή αυτής στην τεκμηρίωση του ενδεχόμενου δόλου 77. Έτσι, η ενσυνείδητη λήψη αντιμέτρων για την αποφυγή του εγκληματικού αποτελέσματος ή αντίθετα η έλλειψη κάθε προσπάθειας αποτροπής αυτού, θα πρέπει να συναξιολογηθούν, ως τεκμήρια μαχητά, για τον προσδιορισμό της βουλητικής στάσης του δράστη. Κατόπιν τούτων, και έχοντας επιχειρήσει μία σκιαγράφηση των επιμέρους γνωστικών θεωριών περί δόλου, μπορούμε να περάσουμε στην αμέσως επόμενη θεματική ενότητα, όπου θα αναφερθούμε στις λεγόμενες βουλητικές θεωρίες (ή θεωρίες βουλήσεως). 2.1.3.1.2. Βουλητικές θεωρίες (ή θεωρίες της βουλήσεως) Στον αντίποδα των γνωστικών θεωριών, οι βουλητικές θεωρίες (ή θεωρίες βουλήσεως) αποδέχονται την ύπαρξη δύο αυτοτελών και ισότιμων στοιχείων που συγκροτούν την έννοια του δόλου, ήτοι της γνώσης και της βούλησης· δύο στοιχείων που απορρέουν με σαφήνεια από το νομοθετικό 76 Βλ. σχετικά Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 62. 77 Για το λόγο αυτό άλλωστε η θεωρία αυτή βρήκε απήχηση στην ελληνική ποινική επιστήμη, βλ. ενδεικτικά Κατσαντώνης Α., ό.αν. [υποσ. 46], σελ. 337, Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 52], σελ. 61. 36 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις ορισμό του δόλου στο άρ. 27 παρ. 1 ΠΚ 78. Πλην όμως, οι ποικίλες δυνατές διαβαθμίσεις της βούλησης του δράστη και οι συνακόλουθα πολυάριθμες βουλητικές θεωρίες καθιστούν αδύνατη την περαιτέρω ομαδοποίησή τους και τη σκιαγράφηση των βασικών πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων τους. Έτσι, κρίνουμε σκόπιμη τη συνοπτική παρουσίαση των κατ’ ιδίαν βουλητικών θεωριών στις επόμενες θεματικές ενότητες. 2.1.3.1.2.1. Θεωρία της επιδοκιμασίας (ή θεωρία της συναινέσεως ή συγκαταθέσεως ή α’ τύπος του Frank) Σύμφωνα με τη θεωρία της επιδοκιμασίας, τη πρώτη ιστορικά εμφανισθείσα στο γερμανόφωνο ποινικό χώρο 79, η οποία εισήχθη στην ελληνική επιστήμη από το Χωραφά Ν. 80, με ενδεχόμενο δόλο πράττει ο δράστης όταν «αποδέχεται επιδοκιμαστικά» το εγκληματικό αποτέλεσμα, του οποίου την επέλευση θεωρεί δυνατή 81. Περαιτέρω, ο δράστης αποδέχεται το 78 Μόνη ακραία έκφανση των βουλητικών θεωριών αποτελεί η αμιγώς βουλητική θεωρία (Willenstheorie), σύμφωνα με την οποία ο δόλος συγκροτείται από μόνη τη βούληση (: επιδίωξη) του δράστη για την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, μία θεωρία που πάντως υποστηρίχθηκε τον 19 ο αιώνα και εγκαταλείφθηκε για το λόγο ότι άφηνε εκτός του πεδίου του δόλου τον ενδεχόμενο δόλο, βλ. σχετικά Καρανίκας Δ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 116, Καρανίκας Δ., ό.αν. [υποσ. 18], σελ. 57, Χωραφάς Ν., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 96. 79 Υποστηρίχθηκε ιδίως από τον v. Hippel E., βλ. σχετικά Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 30. 80 Βλ. σχετικά Μαγκάκης Γ. – Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 309. 81 Βλ. ενδεικτικά Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 278, Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 26], σελ. 12, Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 339, Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 80, Βαθιώτης Κ., Ναυάγιο ΕΞΠΡΕΣ ΣΑΜΙΝΑ: Η αρχή του τέλους (ή το τέλος μίας νέας αρχής) για τον ενδεχόμενο δόλο, ό.αν. [υποσ. 42], σελ. 363 επ., Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 242, Καρανίκας Δ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 117, Καρανίκας Δ., ό.αν. [υποσ. 18], σελ. 58, Κατσαντώνης Α., ό.αν. [υποσ. 46], σελ. 324 επ., Μαγκάκης Γ.- Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 309, Μπιτζιλέκης Ν., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΠλημΘεσ/νίκης 174/1996, Αρμ 1996, σελ. 389 επ., Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 250, Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΕφΑιγ 71/2002, ΠοινΔικ 2002, σελ. 1123 επ., Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./ Μανωλεδάκη Ι./ Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 221, Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 240, Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 29 επ., με περαιτέρω παραπομπή στο άρ. 16 του γερμανικού Σχεδίου ΠΚ του έτους 1958, Τσιρίδης Π., ό.αν. [υποσ. 52], σελ. 961 επ., Χαραλαμπάκης Α., ό.αν., [υποσ. 33], σελ. 1189 επ., Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 46], σελ. 681 επ., Χαραλαμπάκης Α., Ζητήματα ποινικού δικαίου – Μελέτες – Γνωμοδοτήσεις, Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2009, σελ. 166, Χωραφάς Ν., ό.αν. [υποσ. 18], σελ. 255. 37 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις εγκληματικό αποτέλεσμα όχι μόνο όταν το επιδοκιμάζει αλλά ακόμη κι όταν συγκατατίθεται σε αυτό προς χάριν κάποιου απώτερου σκοπού, έστω κι αν δεν επιθυμεί την επέλευσή του 82. Την ουσία της εν λόγω θεωρίας αποδίδει ευκρινώς ο α’ τύπος του Frank R. 83, σύμφωνα με τον οποίο με ενδεχόμενο δόλο πράττει ο δράστης όταν «θα έπραττε (όπως έπραξε) κι αν ακόμη προέβλεπε ως βέβαιη την επέλευση του αποτελέσματος» 84. 82 Πρβλ. Δημήτραινας Γ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 95, Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 339, ομοίως και σε Ανδρουλάκη Ν., ό.αν. [υποσ. 49], όπου ο συγγραφέας συντάσσεται με τον ως άνω αναφερόμενο ορισμό της θεωρίας της επιδοκιμασίας, παρότι ο ίδιος δεν αποδέχεται τη θεωρία αυτή. Contra Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 251, όπου ο συγγραφέας επισημαίνει την ανεπάρκεια της εν λόγω θεωρίας - ιδίως στις περιπτώσεις εκείνες που ο δράστης λαμβάνει μεν την «απόφαση» διάπραξης της εγκληματικής ενέργειας, πλην όμως δεν επιθυμεί την επέλευση του αποτελέσματος – επ’ αφορμής κυρίως της απόφασης του Ομοσπονδιακού Ακυρωτικού Δικαστηρίου για τ ην υπόθεση του «δερμάτινου ιμάντα» (BGH St 7, 363, δημοσιευμένη στο περιοδικό NJW 1955, σελ. 1688). Στην ως άνω υπόθεση το γερμανικό ακυρωτικό, κατ’ εφαρμογή της θεωρίας της επιδοκιμασίας, έκανε δεκτό ότι ενδεχόμενος δόλος καταφάσκεται «υπό νομική έννοια» και στην περίπτωση που ο δράστης συμβιβάζεται με την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, μολονότι αυτό είναι γι’ αυτόν ανεπιθύμητο, προκειμένου να μην παραιτηθεί από τον επιδιωκόμενο απώτερο σκοπό του. Μία τέτοια όμως παραδοχή, όπως επισημαίνει ο ως άνω συγγραφέας, καταστρατηγεί το εννοιολογικό περιεχόμενο της λέξης «επιδοκιμασία». Έτσι, επιδοκιμάζω κάτι όταν συμφωνώ με αυτό [βλ. σχετικά στον διαδικτυακό τόπο: http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/ triantafyllides/search .html?lq=%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B4%CE%BF%CE%BA %CE%B9%CE%BC%CE% AC%CE%B6%CF%89&dq=], όταν το επιθυμώ· οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία είναι ατυχής διότι υπερβαίνει το γλωσσικό νόημα της λέξης «επιδοκιμάζω» και περαιτέρω οδηγεί σε «κατάργηση» του ενδεχόμενου δόλου με την κατ’ ουσίαν εξομοίωση του ενδεχόμενου δόλου με τον άμεσο δόλο β’ β αθμού και περαιτέρω σημαντική διεύρυνση προς όφελος της ενσυνείδητης αμέλειας. Στην αυτή κατεύθυνση και Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 80, με παραπέρα παραπομπές σε Frisch W., Haft F., Hassemer W., Mezger E., Prittwitz C. και Puppe I. 83 Βλ. σχετικά Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 278, Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 26], σελ. 12, Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 339, Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 242, Δημήτραινας Γ., ό.αν. [υποσ. 21], Κατσαντώνης Α., ό.αν. [υποσ. 46], σελ. 325, Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 251, Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 81], Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./ Μανωλεδάκη Ι./ Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 221, Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 240. 84 Αν αντίθετα ο δράστης προβλέπει ως βεβαία την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος της πράξης του και για το λόγο αυτό απέχει από την εν λόγω εγκληματική ενέργεια, τότε δεν καταφάσκεται ο ενδεχόμενος δόλος αλλά ενσυνείδητη αμέλεια, βλ. σχετικά Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 251. 38 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Η ως άνω αναφερόμενη θεωρία, που σύμφωνα με το Χωραφά Ν., ακολουθείται από τον ελληνικό Ποινικό Κώδικα στο άρ. 27 85, επικρίθηκε έντονα από την ελληνική ποινική επιστήμη. Υποστηρίχτηκε βάσιμα 86 το αδόκιμο της θεωρίας αυτής στο χώρο του ελληνικού ποινικού δικαίου καθώς αλλοιώνει επί της ουσίας το περιεχόμενο της έννοιας της «αποδοχής», ήτοι του ενός εκ των δύο συνθετικών στοιχείων, κατ’ άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ, του ενδεχόμενου δόλου. Οποιαδήποτε ερμηνευτική προσπάθεια υπαγωγής στην έννοια της «αποδοχής» του εγκληματικού αποτελέσματος της «επιδοκιμασίας» αυτού, παρερμηνεύει ανεπίτρεπτα το γραμματικό νόημα της λέξης «αποδοχή» 87, εξομοιώνοντας κατ’ αποτέλεσμα τον ενδεχόμενο δόλο με τον άμεσο δόλο β’ βαθμού (ήτοι εξομοιώνοντας την αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος με την επιθυμία αυτού) και διευρύνοντας περαιτέρω το πεδίο της ενσυνείδητης αμέλειας σε βάρος του ενδεχόμενου δόλου . Ένα πρόσθετο αντεπιχείρημα σε βάρος της θεωρίας της επιδοκιμασίας εντοπίζεται στο ότι αυτή προσδίδει στην έννοια του 88 ενδεχόμενου δόλου έντονα συναισθηματικό περιεχόμενο , καθώς προϋποθέτει 85 Υπέρ της θεωρίας της επιδοκιμασίας ως κρατούσας στο ελληνικό ποινικό δίκαιο, βλ. σχετικά Χωραφάς Ν., ό.αν. [υποσ. 18], σελ. 255, καθώς και σε Γάφο Η., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 304 επ., Καρανίκα Δ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 116 επ., Κατσαντώνη Α., ό.αν. [υποσ. 46], Μαγκάκη Γ. – Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 309. Ομοίως ο Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 287, παραδέχεται ως κρατούσα στην ελληνική ποινική έννομη τάξη τη θεωρία της επιδοκιμασία, παρότι βεβαίως ο ίδιος δεν συμμερίζεται την ορθότητά της. Contra ενδεικτικά Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./ Μανωλεδάκη Ι./ Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 224, όπου η συγγραφέας απορρίπτει τη θεωρία της επιδοκιμασίας ως ισχύουσας στον ελληνικ ό ποινικό κώδικα εμμένοντας στο γραμματικό νόημα του όρου «αποδέχομαι», το οποίο δεν μπορεί να περιλαμβάνει ούτε την επιδοκιμασία ούτε την ικανοποίηση από την επέλευση του αποτελέσματος παρά μόνο την έγκριση ή τη συγκατάθεση της επέλευσης του αποτελέσματος έστω ως αναγκαίου κακού, καθώς και Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 241, κλπ. 86 Βλ. ενδεικτικά Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./Μανωλεδάκη Ι./ Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 222, Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 241. 87 Η πιστή εφαρμογή της θεωρίας της επιδοκιμασίας συνεπάγεται τον εννοιολογικό περιορισμό της «αποδοχής» παρά το γραμματικό νόημα της λέξης αυτής· ενώ δηλαδή η έννοια της αποδοχής είναι σημαντικά ευρύτερη της «επιδοκιμασίας», καθώς μπορεί να «αποδέχομαι» το εγκληματικό αποτέλεσμα ως αναγκαίο ακόμη κι ως αναγκαίο κακό χωρίς να το επιδοκιμάζω, «επιδοκιμάζω» το εγκληματικό αποτέλεσμα μόνον όταν διάκειμαι θετικά προς αυτό, βλ. σχετικά Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 81]. 88 Βλ. ενδεικτικά Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 281, Δημήτραινας Γ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 96, Μπιτζιλέκης Ν., ό.αν. [υποσ. 81], Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 39 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις για τη θεμελίωση του ενδεχόμενου δόλου την επιδοκιμασία του εγκληματικού αποτελέσματος από τον δράστη. Πλην όμως, η επιδοκιμαστική ή αποδοκιμαστική διάθεση του δράστη (ως προς το προκληθέν εγκληματικό αποτέλεσμα) υπό την οποία και τελικώς προέβη στην εγκληματική πράξη, όπως ορθά επισημαίνει ο Ανδρουλάκης Ν. 89, αποτελούν φρονηματικά μεγέθη, τα οποία δεν ενδιαφέρουν το ποινικό δίκαιο 90. Περαιτέρω, μία τέτοια παραδοχή συνεπάγεται αναπόφευκτα αποδεικτικές δυσχέρειες για το λόγο ότι η επιδοκιμαστική ή αποδοκιμαστική διάθεση του δράστη συνιστούν «διαθέσεις» αυτού, οι οποίες στο μέτρο που δεν εξωτερικεύονται στην εμπειρική πραγματικότητα, είναι αυτονόητα δύσκολα προσεγγίσιμες 91. Εξάλλου, η στοιχειοθέτηση του ενδεχόμενου δόλου στη βάση μίας υπόθεσης/ εκτίμησης, ήτοι της υποτιθέμενης/ εκτιμώμενης εξακολούθησης της εγκληματικής συμπεριφοράς του δράστη ακόμη και στην περίπτωση προηγούμενης διάγνωσης από αυτόν της επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, συνιστά σοβαρό δογματικό σφάλμα γιατί παραβιάζει την αρχή της ενοχής «διαπλάθοντας», ή ορθότερα εικάζοντας, τη ψυχική διάθεση του δράστη ως προς το επελθόν αποτέλεσμα, και καταλογίζοντας συνακόλουθα σε αυτόν μία πράξη που δεν συνιστά «υπεύθυνο» έργο του, προκαλώντας έτσι ανυπέρβλητη ανασφάλεια δικαίου 92. Κατόπιν τούτων καθίστανται σαφείς οι λόγοι για τους οποίους η αμιγής θεωρία της επιδοκιμασίας δεν βρήκε έρεισμα στην σύγχρονη ελληνική ποινική επιστήμη. Αξίζει πάντως να αναφερθεί πως, όπως θα αναδειχθεί επαρκώς σε άλλο σημείο της παρούσας και γ ια τους 7], σελ. 251, Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 33], σελ. 1189 επ., Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 48], σελ. 681 επ. 89 Βλ. σχετικά Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 49]. 90 Βλ. ενδεικτικά Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./ Μανωλεδάκη Ι./Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 23, όπου η συγγραφέας αναφέρεται χαρακτηριστικά τόσο στη νομοθετική (άρ. 1 και άρ. 14 ΠΚ) όσο και στη συνταγματική (άρ. 7 Σ) απαγόρευση τιμώρησης του φρονήματος, όχι μόνο φυσικά αυτού που δεν εκδηλώνεται αλλά και αυτού που εκδηλώνεται χωρίς όμως να προσβάλλει κάποιο έννομο αγαθό. 91 Βλ. χαρακτηριστικά Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 32. 92 Περαιτέρω, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 70, με παραπέρα παραπομπές σε Engisch K., κατ’ εφαρμογή του α’ τύπου του Frank, οποιαδήποτε κρίση για την κατάγνωση της ενοχής του δράστη δεν μπορεί παρά να εδράζεται στα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του. Στην ίδια κατεύθυνση και Κατσαντώνης Α., ό.αν. [υποσ. 46]. 40 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις λόγους που εκεί εκτίθενται αναλυτικά, η εν λόγω θεωρία κυριάρχησε στην ελληνική ποινική νομολογία για περισσότερα από 50 έτη. 2.1.3.1.2.2. Θεωρία της αποδοχής του κινδύνου (ή β’ τύπος του Frank) Τις αδυναμίες της ως άνω θεωρίας επιχείρησε να θεραπεύσει ο Frank R. με τον β’ τύπο του, σύμφωνα με τον οποίο ο ενδεχόμενος δόλος καταφάσκεται όταν ο δράστης, παρά το σοβαρό ενδεχόμενο επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, είναι αποφασισμένος να προβεί στην εγκληματική ενέργεια αδιαφορώντας για το αποτέλεσμα αυτής 93. Ως εκ τούτου, η κατάφαση ενδεχόμενου δόλου στα πλαίσια της ως άνω θεωρίας προϋποθέτει γνώση εκ μέρους του δράστη του σοβαρού ενδεχομένου πραγμάτωσης του εγκληματικού αποτελέσματος, στάθμιση αυτού σε σχέση με τον επιδιωκόμενο στόχο, αξιολόγηση αυτού (του στόχου) ως υπέρτερου και τελικώς εκτέλεση της εγκληματικής ενέργειας· αδιάφορο καθίσταται περαιτέρω για την κατάφαση του ενδεχόμενου δόλου το εάν ο δράστης επιδοκιμάζει το άδικο αποτέλεσμα ή αδιαφορεί γι’ αυτό ή ακόμη εάν ελπίζει ότι θα το αποφύγει 94,95. Επί της ως άνω θεωρίας, την οποία έχει «ασπαστεί» σημαντικό τμήμα της ελληνικής ποινικής επιστήμης 96 και νομολογίας, έχουν διατυπωθεί αρκετές ενστάσεις, η σημαντικότερη από τις οποίες εντοπίζεται 93 Βλ. σχετικά Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 21, όπου ο ως άνω συγγραφέας συνοψίζει το περιεχόμενο της εν λόγω θεωρίας στη φράση «εγώ, όπως κι αν είναι τα πράγματα, ό,τι και να γίνει, σε κάθε περίπτωση θα πράξω». Ομοίως και σε Ανδρουλάκη Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 279, Ανδρουλάκη Ν., ό.αν. [υποσ. 26], σελ. 12, Ανδρουλάκη Ν., ό.αν. [υποσ. 7], σελ.340, Βαθιώτη Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 89, Βαθιώτη Κ., ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 242, Κατσαντώνη Α., ό.αν. [υποσ. 46], σελ. 326, Μυλωνόπουλο Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 253, Παρασκευόπουλο Ν., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 241, Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 81], Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./Μανωλεδάκη Ι./ Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 222. 94 Βλ. χαρακτηριστικά Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 340. 95 Απόηχο της εν λόγω θεωρητικής προσέγγισης σ υνιστά, όπως θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε και κατωτέρω υπό στοιχείο 2.1.4., η προσφάτως υποστηριζόμενη στη νομολογία θέση επ’ αφορμής πολύνεκρων δυστυχημάτων για άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος των υπαιτίων για ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο αντί της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, όπως ασκείτο παραδοσιακά, η οποία αποτέλεσε άλλωστε το έναυσμα για όλη την σχετική προβληματική της διάκρισης ενδεχόμενου δόλου - ενσυνείδητης αμέλειας. 96 Βλ. σχετικά Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 282, Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 179 επ. 41 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις κατά την κρίση μας στην ουσιαστική αλλοίωση του εννοιολογικού περιεχομένου του ρήματος «αποδέχομαι» με την υπαγωγή σε αυτό ακόμη κι εκείνων των περιπτώσεων που ο δράστης προβαίνει στην εγκληματική ενέργεια ελπίζοντας ότι θα αποφύγει το εγκληματικό αποτέλεσμα. Διευρύνεται έτσι ανεπίτρεπτα το εννοιολογικό περιεχόμενο του ρήματος «αποδέχομαι» υπέρ του αξιοποίνου και σε βάρος του κατηγορουμένου καθώς ετυμολογικά στην έννοια της «αποδοχής» δεν μπορεί να περιλαμβάνεται η ελπίδα αποφυγής του αποτελέσματος· όταν ελπίζω ότι δεν θα επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα, λογικά δεν το αποδέχομαι 97. Περαιτέρω, η πιστή εφαρμογή της θεωρίας αυτής οδηγεί αναπόφευκτα σε εννοιολογική ταύτιση του ενδεχόμενου δόλου με το δόλο διακινδύνευσης των εννόμων αγαθών∙ πλην όμως ο ενδεχόμενος δόλος ως μορφή υπαιτιότητας αφορά εξίσου τα εγκλήματα βλάβης και τα εγκλήματα διακινδύνευσης, ώστε οποιαδήποτε επιχειρούμενη προσπάθεια ταύτισης του ενδεχόμενου δόλου μόνο με τη μία εκ των ως άνω κατηγορία εγκλημάτων θα συνιστούσε εξ’ αυτού του λόγου δογματικό σφάλμα και θα συνεπαγόταν κατ’ επέκταση ανεπίτρεπτη παραβίαση της θεμελιώδους διάκρισης των εγκλημάτων βλάβης από τα εγκλήματα διακινδύνευσης, μιας διάκρισης που συνιστά θεμελιώδη νομοθετική επιλογή 98. Για την κατανόηση του ως άνω αντεπιχειρήματος κρίνουμε απολύτως σκόπιμη την επίκληση του παραδείγματος της ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο όπου, κατ’ εφαρμογή του β’ τύπου του Frank, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο θα αρκούσε η αποδοχή από μέρους του δράστη του κινδύνου επέλευσης του ανθρωποκτόνου αποτελέσματος κι όχι απαραίτητα η αποδοχή του θανάτου του θύματος· παραδοχή όμως που εσφαλμένα συνεπάγεται τον καταλογισμό ενός εγκλήματος βλάβης σε έναν δράστη που δεν καλύπτει με τον απαιτούμενο δόλο βλάβης το εγκληματικό αποτέλεσμα του θανάτου του θύματος παρά μόνο εκκινεί (ο δράστης) με δόλο 97 Βλ. χαρακτηριστικά Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 81], Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./ Μανωλεδάκη Ι./ Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 223. 98 Βλ. σχετική προβληματική και επ’ αφορμής της θεωρίας της δυνατότητας ανωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3.1.1.1. 42 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις διακινδύνευσης του εννόμου αγαθού της ζωής του θύματος 99 και η οποία (παραδοχή) περαιτέρω αντίκειται τόσο στη γενική αρχή του δικαίου nullum crimen nulla poena sine culpa, καθώς δεν καλύπτεται η κάθε στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης (ήτοι και η πραγμάτωση του εγκληματικού αποτελέσματος) από τον απαιτούμενο βαθμό υπαιτιότητας, όσο και απαγορευμένη διεύρυνση του αξιοποίνου αντικείμενη στο άρ. 27 ΠΚ . Ένα πρόσθετο μειονέκτημα της θεωρίας αυτής εντοπίζεται αφενός μεν στην αδυναμία της να συμβάλει στην οριοθέτηση του ενδεχόμενου δόλου έναντι του άμεσου δόλου, καθώς με την «αποδοχή» μόνης της γνώσης της επικινδυνότητας της συμπεριφοράς για την κατάφαση του ενδεχόμενου δόλου, η οποία χαρακτηρίζει και τον άμεσο δόλο β’ βαθμού, αυτός καθίσταται σχεδόν περιττός, αφετέρου δε στην αδυναμία της να συμβάλει στην οριοθέτηση του ενδεχόμενου δόλου και της ενσυνείδητης αμέλειας για το λόγο ότι ανάγει σε κριτήριο της ως άνω διάκρισης την απόφαση του δράστη να ακολουθήσει μία συμπεριφορά που με σοβαρή πιθανότητα μπορεί να οδηγήσει στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης ενός εγκλήματος, παραβλέποντας όμως ότι το ως άνω αναφερόμενο στοιχείο της απόφασης χαρακτηρίζει εξίσου τα εγκλήματα δόλου και τα εγκλήματα αμέλειας 100. Τέλος, η παραδοχή της ως άνω θεωρίας έχει ως αναπόδραστη συνέπεια τον αξιολογικό «χρωματισμό» του δόλου 101, η εμμονή του δράστη στην εγκληματική συμπεριφορά, αφού προηγουμένως ο ίδιος έχει προβεί σε μία αξιολόγηση/στάθμιση του κινδύνου που επιφυλάσσει η συμπεριφορά του για το έννομο αγαθό σε σχέση με τον απώτερο στόχο του ιδίου, ενέχει τον κίνδυνο να 99 Αυτό άλλωστε συνιστά και το σημαντικότερο πρακτικά μειονέκτημα της ως άνω θεωρητικής τοποθέτησης· η κατάφαση δηλαδή της υποκειμενικής υπόστασης του ενδεχόμενου δόλου ενός εγκλήματος βλάβης ήδη με την αποδοχή του κινδύνου για το προσβαλλόμενο έννομο αγαθό, ήτοι με την κατάφαση ενδεχόμενου δόλου διακινδύνευσης γι’ αυτό, βλ. σχετικά Μπουρμάς Γ., ό.αν. [υποσ. 8], Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 81], Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./ Μανωλεδάκη Ι./ Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 223. 100 Βλ. σχετικά Μπουρμάς Γ., ό.αν. [υποσ. 8], Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 81], Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./ Μανωλεδάκη Ι./ Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 223. 101 Βλ. σχετικά Κατσαντώνης Α., ό.αν. [υποσ. 46], σελ. 327, και σε Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 250. Αναφορικά με την προβληματική του «dolus malus», βλ. ενδεικτικά Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 236. 43 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις εκληφθεί ως «κακοβουλία» ή «μοχθηρία» του δράστη προς το έννομο αγαθό, κάτι που σε δογματικό επίπεδο ισοδυναμεί με επαναφορά στην «ψυχολογική περί ενοχής αντίληψη» (dolus malus). 2.1.3.1.2.3. Θεωρία της αδιαφορίας Σε ασθενέστερη εκδοχή του βουλητικού στοιχείου στηρίζεται η θεωρία της αδιαφορίας 102,103, η οποία ανάγει σε κριτήριο της διάκρισης ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας την εσωτερική στάση του δράστη απέναντι στο απειλούμενο έννομο αγαθό, ήτοι το επιθυμητό ή όχι του εγκληματικού αποτελέσματος. Έτσι, ενδεχόμενος δόλος καταφάσκεται όταν ο δράστης τουλάχιστον επιδοκιμάζει θετικά την απλή πιθανότητα επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος ή όταν αδιαφορεί για το έννομο αγαθό, ενώ όταν δεν επιθυμεί το εγκληματικό αποτέλεσμα κι ελπίζει στην αποφυγή του βαρύνεται με αμέλεια 104. Η πιστή εφαρμογή της θεωρίας αυτής, κατά την οποία η αδιαφορία ως προς το επελθόν αποτέλεσμα άγει σε κατάφαση ενδεχόμενου δόλου, συνεπάγεται αναπόφευκτα την πρόσδοση ηθικού περιεχομένου στην αξιολογικά ουδέτερη έννοια του δόλου, κάτι που όμως αντιβαίνει στη σύγχρονη 102 Ως «αδιαφορία» ορίζεται 1) η έλλειψη ενδιαφέροντος ή φροντίδας, και 2) η απαθής αντίδραση, η απάθεια, το να μην αντιδρά κανείς σε ερεθίσματα, δηλαδή η συναισθηματική ουδετερότητα, βλ. σχετικά Μπαμπινιώτης Γ., Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Εκδόσεις Κέντρο Λεξικολογίας, β’ έκδοση, 2002, σελ. 71. 103 Θεμελιωτής της θεωρίας της αδιαφορίας και κύριος υποστηρικτής της στο γερμανόφωνο χώρο υπήρξε ο Engisch K. Στην Ελλάδα η εν λόγω θεωρητική προσέγγιση υποστηρίχθηκε από τον Τζωρτζόπουλο Χ., Εγχειρίδιον του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, Εκδόσεις «Πυρσού», 1936, σελ. 355, και τον Χωραφά Ν., Περί της έννοιας του δόλου, ό.αν. [υποσ. 44], σελ. 169. 104 Βλ. σχετική προβληματική σε Μυλωνόπουλο Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 253, με περαιτέρω παραπομπές σε Engisch K., και σε Βαθιώτη Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 107, Δημήτραινας Γ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 97, Τσιρίδης Π., ό.αν. [υποσ. 52]. Ακόμη όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Παπαγεωργίου – Γονατά Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 73, ο ίδιος ο Engisch K. διακρίνει την αδιαφορία σε σχετική αδιαφορία, η οποία συντρέχει όταν, μολονότι είναι κατ’ αρχάς ανεπιθύμητη για τον δράστη η επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, αυτός αξιολογεί ως υπέρτερο τον απώτερο σκοπό του, προβαίνοντας τελικά στην εγκληματική ενέργεια με την ελπίδα αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος , και σε απόλυτη, η οποία συντρέχει όταν ο δράστης αδιαφορεί γενικά για τα ξένα έννομα αγαθά . Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Βαθιώτη Κ., μόνον η απόλυτη αδιαφορία σηματοδοτεί ενδεχόμενο δόλο ενώ η σχετική αδιαφορία χαρακτηρίζει την ενσυνείδητη αμέλεια. 44 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις ποινική δογματική 105. Θα πρέπει να επισημανθεί περαιτέρω η αδυναμία της ως άνω θεωρίας να επιτελέσει ουσιαστικά τη λειτουργία της, ήτοι να συμβάλει στην οριοθέτηση του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια καθώς αδυνατεί να προσδιορίσει το θεμελιώδες κριτήριο διαφοροποίησης ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας, ήτοι τη διάγνωση ή μη εχθρικής ψυχικής στάσης απέναντι στο προσβαλλόμενο έννομο αγαθό 106. Έτσι, στην έννοια του δόλιου δράστη, ο οποίος διάκειται εξ ορισμού εχθρικά προς το έννομο αγαθό που προσβάλλει με την εγκληματική του ενέργεια, υπάγεται κι ο αδιάφορος δράστης ο οποίος όμως τελεί σε μία ουδέτερη ψυχική στάση προς αυτό· κατ’ αποτέλεσμα η σύγχυση των δύο βαθμίδων υπαιτιότητας καθίσταται αναπόφευκτη 107. Ένα τρίτο χωλό σημείο της εν λόγω θεωρητικής προσέγγισης εντοπίζεται στο ανεφάρμοστο της θεωρίας αυτής στην ελληνική ποινική έννομη τάξη ακριβώς για το λόγο ότι ανάγει σε κριτήριο της επίμαχης διάκρισης το επιθυμητό ή μη του εγκληματικού αποτελέσματος. Έτσι, κατ’ επιταγή της θεωρίας αυτής, το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα μόνον ενσυνείδητη αμέλεια μπορεί να θεμελιώσει, έστω κι αν ο δράστης το αποδέχεται. Πλην όμως η παραδοχή αυτή αντιβαίνει προφανώς στο νομοθετικό ορισμό του άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ 108, ο οποίος ανάγει σε εκ του νόμου κριτήριο της επίμαχης διάκρισης την αποδοχή ή μη του εγκληματικού αποτελέσματος κι όχι το επιθυμητό ή μη της επέλευσής του, «επιτάσσοντας» περαιτέρω την κατάφαση ενδεχόμενου δόλου (κι όχι ενσυνείδητης αμέλειας) του δράστη εκείνου που καίτοι το εγκληματικό αποτέλεσμα ήταν ανεπιθύμητο για τον ίδιο, το αποδέχθηκε. Πέραν των ως άνω αδυναμιών της θεωρίας της αδιαφορίας, που την καθιστούν ανεφάρμοστη στην ποινική μας έννομη τ άξη, θα πρέπει να 105 Με άλλα λόγια, η αδιαφορία του δράστη ταυτίζεται νοηματικά με την ασύμμετρη επιπολαιότητά του η οποία εγγίζει τα όρια της κακοβουλίας, βλ. χαρακτηριστικά Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 107. Αναφορικά με την εν λόγω προβληματική της «ψυχολογικής περί ενοχής» αντίληψης βλ. ανωτέρω υποσημείωση υπό στοιχείο 8. 106 Βλ. σχετικά ανωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3. 107 Contra, βλ. σχετικά Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 46], ο οποίος αξιολογεί θετικά την εν λόγω θεωρία ακριβώς επειδή υπάγει την αδιαφορία στη βαθμίδα του ενδεχόμενου δόλου. 108 Ομοίως και Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 250. 45 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις εξάρουμε ιδιαίτερα την καταλυτική επίδρασή της στην ελληνική ποινική επιστήμη και νομολογία, η οποία πυροδότησε ένα γόνιμο διάλογο αναφορικά με την αξιοποίηση ή μη της διαπιστούμενης αδιαφορίας του δράστη ως ενδείκτη ενδεχόμενου δόλου. Έτσι, ένα σημαντικό τμήμα της πρόσφατης ποινικής νομολογίας και μία σημαντική μερίδα της ελληνικής ποινικής επιστήμης 109 χρησιμοποιούν ως ενδείκτη 110 ενδεχόμενου δόλου την διαπιστούμενη αδιαφορία του δράστη, προσδίδοντας στην αδιαφορία τον χαρακτήρα της έλλειψης νομιμοφροσύνης 111. Καταλήγουν δε στη θέση αυτή ορμώμενοι από την σκέψη ότι θα ήταν άδικη η επιεικέστερη – μέσα στα όρια της αμέλειας – τιμώρηση ενός δράστη που επιδεικνύει παντελή αδιαφορία για τα έννομα αγαθά, πολλώ δε μάλλον όταν πρόκειται για προσβολή του εννόμου αγαθού της ζωής. 109 Υπέρ της υπαγωγής της αδιαφορίας στον ενδεχόμενο δόλο βλ. χαρακτηριστικά Χωραφάς Ν., ό.αν. [υποσ. 44], σελ. 169, όπου ο συγγραφέας τάσσεται υπέρ της υπαγωγής της «μεγίστης αδιαφορίας» στον ενδεχόμενο δόλο, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «…η πράξις των ελληνικών δικαστηρίων θα έπρεπε μετά περισσοτέρας προσοχής να περιβάλη τας ενώπιον αυτών εισαγόμενας περιπτώσεις ή τραυμάτων δ ι’ αυτοκινήτων και να μη χαρακτηρίζη πάσας ταύτας κατά σύστημα πάντοτε ως εξ αμελείας πηγάζουσας, άνευ εγγυτέρας εξετάσεως του ζητήματος. Διότι αληθώς προσεκτικωτέρα εξέτασις των καθ’ έκαστον περιπτώσεων θα έφερε πολλάκις εις την παραδοχήν τουλάχιστον τραυ μάτων εκ δόλου (ενδεχόμενου), δεδομένου ότι αναμφισβητήτως δεν ελλείπουσι και περιπτώσεις, καθ’ ας τα επισυμβαίνοντα αδικήματα δεν οφείλονται εις απλήν απερισκεψίαν (αμέλειαν) του δράστου, αλλ’ εις μεγίστην αδιαφορίαν αυτού ενεργούντος, έστω και αν πρόκητα ι να παραχθή το ως ενδεχόμενον παρ’ αυτού προβλεφθέν αποτέλεσμα του τραυματισμού). Ομοίως βλ. Σπινέλλης Δ., Μετάδοση του AIDS και ποινικό δίκαιο, ΝοΒ 1989, σελ. 1173 επ., ο οποίος θεωρεί ότι η αδιαφορία και η περιφρόνηση προς τα έννομα αγαθά χαρακτηρίζει τον ενδεχόμενο δόλο, καθώς και Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 282, Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 49], Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 46]. Επ’ αυτού και Jakobs G., Η αδιαφορία ως έμμεσος δόλος, ΠοινΔικ 2004, σελ. 59 επ., σε απόδοση στο ελληνικά από Βαθιώτη Κ. Στην προβληματική της «ιδιαιτέρως επίμεπτης αδιαφορίας» και τη γενικότερη προβληματική της εισαγωγής μίας τρίτης μορφής υπαιτιότητας στο δίκαιό μας θα αναφερθούμε κατωτέρω υπό στοιχείο 2.1.4. 110 Αναφορικά με την προβληματική των ενδείξεων, βλ. σχε τικά κατωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3.2.5. 111 Βλ. σχετικά Jakobs G., ό.αν. [υποσ. 109], όπου ο συγγραφέας επισημαίνει χαρακτηριστικά πως η οφειλόμενη σε αδιαφορία άγνοια του δράστη θα πρέπει να οδηγεί σε κατάγνωση έμμεσου δόλου (ήτοι ενδεχόμενου), επειδή ακριβώ ς ο δράστης, μολονότι διέγνωσε ή μπορούσε να διαγνώσει ότι με τη συμπεριφορά του πραγματώνει την αντικειμενική υπόσταση του οικείου εγκλήματος, εξακολουθεί «πιεστικά» τη συμπεριφορά του. Περαιτέρω, ο ίδιος συγγραφέας προτείνει την αξιοποίηση ως ενδεικτών α διαφορίας της προηγουμένης μέριμνας του δράστη για τη διασφάλιση των συμφερόντων του. 46 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Στον αντίποδα, ένα εξίσου σημαντικό τμήμα της θεωρίας εξακολουθεί να υποστηρίζει, ορθά κατά την κρίση μας, πως η αδιαφορία δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπαχθεί στην έννοια της αποδοχής , η οποία κατ’ άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ αποτελεί το βουλητικό στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου, κατ’ επέκταση δε ούτε και στον ενδεχόμενο δόλο 112, καθώς η έννοια της αποδοχής προϋποθέτει κάποιου είδους «ενασχόληση» με το εγκληματικό αποτέλεσμα, μια υποτυπώδη θετική στάση προς αυτό, έστω υπό την έννοια του συμβιβασμού 113. Αντίθετα, η αδιαφορία αποτελεί μία ψυχικά ουδέτερη στάση του δράστη απέναντι στο έννομο αγαθό 114,115· όποιος αδιαφορεί για κάτι ούτε αποκρούει την προσβολή ούτε την αποδέχεται, ουσιαστικά δεν βούλεται. Κατά συνέπεια, μία τέτοια ερμηνευτική προσέγγιση που υπάγει την αδιαφορία 112 Στην ελληνική ποινική επιστήμη υπέρ της υπαγωγής της αδιαφορίας στην ενσυνείδητη αμέλεια τάσσονται οι Δημήτραινας Γ., ό.αν. [υποσ. 21], Μανωλεδάκης Ι., Η αδιαφορία δεν είναι δόλος, εισαγωγική ομιλία σε εκδήλωση της Εταιρίας Νομικών Βορείου Ελλάδος με θέμα «Δόλος και αμέλεια στο ποινικό δίκαιο», Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ. 7 επ. (= ΠοινΔικ 2004, σελ. 1888 επ.), Μυλωνόπουλος Χρ., Ενδεχόμενος δόλος και Fuzzy logic – Μία προσπάθεια διαθετικής ανάλυσης, ΠοινΛογ 2003, σελ. 451 επ. (= ΤιμΤόμος Ανδρουλάκη Ν., Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2003, σελ. 441 επ.), Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 255, Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 36], Παρασκευόπουλος Ν., Ενδεχόμενος δόλος, ενσυνείδητη αμέλεια και κατ’ ιδέαν συρροή: το ελληνικό ποινικό δίκαιο προβληματίζεται σοβαρά, παρέμβαση σε εκδήλωση της Εταιρίας Νομικών Βορείου Ελλάδος με θέμα «Δόλος και αμέλεια στο ποινικό δίκαιο», Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ. 13 επ. (= ΠοινΔικ 2005, σελ. 317 επ.). 113 Βλ. χαρακτηριστικά Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 255. 114 Βλ. σχετικά Μανωλεδάκης Ι., ό.αν. [υποσ. 112], σελ. 10, όπου ο συγγραφέας αναφέρει πως «…η αδιαφορία για την παραγωγή ενός αποτελέσματος, όπως είναι γλωσσικά φα νερό, ισούται (βουλητικά) με το μηδέν». Περαιτέρω ο ως άνω συγγραφέας αποδίδει την εν λόγω προβληματική σε αντεγκληματικές σκοπιμότητες που οδηγούν σε τιμωρητική εκτροπή του ποινικού δικαίου, επισημαίνοντας παράλληλα τη δυνατότητα επίλυσης των σχετικών ζητημάτων με την ορθή εφαρμογή του υπάρχοντος ποινικού οπλοστασίου μας και όχι με την «παραμόρφωση» του ποινικού δόγματος. 115 Υπέρ της de lege lata υπαγωγής της έννοιας της αδιαφορίας στην ενσυνείδητη αμέλεια τάσσεται και ο Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 107 επ., πλην όμως επισημαίνει την ανάγκη de lege ferenda υπαγωγής περιπτώσεων αδιαφορίας στον ενδεχόμενο δόλο αντί της ενσυνείδητης αμέλειας. Προς τούτο, ο συγγραφέας προβαίνει σε μία διάκριση της αμέλειας σε «μη κατευθυνόμενη», η οποία απαντάται στο χ ώρο της αμέλειας και κατά την οποία ο δράστης ενεργεί αφρόντιστα για όλα τα έννομα αγαθά (ήτοι τα δικά του και των τρίτων), και σε «κατευθυνόμενη αμέλεια», η οποία de lege ferenda θα πρέπει να υπαχθεί στον ενδεχόμενο δόλο γιατί ο δράστης εν προκειμένω ενεργεί από άγνοια οφειλόμενη σε «εθελοτυφλία» του απέναντι στα γεγονότα και για το λόγο αυτό δεν θα πρέπει να τύχει της ευεργετικής αντιμετώπισης του ποινικού δικαίου με την υπαγωγή της συμπεριφοράς του στο χώρο της αμέλειας. 47 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις στον ενδεχόμενο δόλο, υπερβαίνει το νόημα του γράμματος του νόμου και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Άλλης τάξης ζήτημα βεβαίως αποτελεί η επιχειρούμενη τα τελευταία χρόνια από μερίδα της επιστήμης διαβάθμιση της έννοιας της αδιαφορίας 116, επί της οποίας δομείται η εν γένει προβληματική της εισαγωγής μίας τρίτης μορφής υπαιτιότητας στο ποινικό μας δίκαιο 117· διαβάθμιση που πάντως στα πλαίσια της εδώ υποστηριζόμενης θέσης δεν γίνεται αποδεκτή για το λόγο ακριβώς ότι θεωρούμε λογικά αδύνατη τη ποσόστωση ενός μηδενικού μεγέθους, ήτοι δεν υφίσταται λογικά λίγο ή πολύ μηδέν 118. Οποιαδήποτε όμως αναφορά στην εν λόγω προβληματική παρέλκει στην παρούσα θέση∙ επ’ αυτού αναλυτικότερα λόγος κατωτέρω υπό στοιχείο 2.1.4. 2.1.3.1.2.4. Θεωρία της αποδοχής – η επιλογή του ελληνικού ΠΚ Από την παρ. 1 του άρ. 27 του ελληνικού ΠΚ συνάγεται πως ο ελληνικός ποινικός κώδικας ακολουθεί συνειδητά τη θεωρία της αποδοχής 119,120, σύμφωνα με την οποία διαπιστώνεται ενδεχόμενος δόλος στις 116 Επιχειρείται λοιπόν διαβάθμιση της αδιαφορίας από μερίδα της επιστήμης σε «κατευθυνόμενη και μη κατευθυνόμενη αμέλεια» από Βαθιώτη Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 113 επ., σε «ιδιαιτέρως επίμεπτη αδιαφορία (ασυνειδησία)» από Μυλωνόπουλο Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 255. 117 Αναφορικά με την προβληματική της εισαγωγής μίας τρίτης μορφής υπαιτιότητας στο ποινικό μας δίκαιο, βλ. σχετικά κατωτέρω υπό στοιχείο 2.1.4. 118 Βλ. χαρακτηριστικά σχετική θέση Παρασκευόπουλου Ν., ό.αν. [υποσ. 112]. 119 Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Τσιρίδης Π., ό.αν. [υποσ. 52], κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της σύνταξης του ελληνικού ποινικού κώδικα υπήρξε έντονη διχογνωμία στην επιστήμη αναφορικά με την αναγκαιότητα ή μη νομοθετικού ορισμού των εννοιών του ενδεχόμενου δόλου και της ενσυνείδητης αμέλειας ή την πρόκριση της εναπόθεσης της εν λόγω διάκρισης στη νομολογία και την επιστήμη. Σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση του ΠΚ, η συντακτική επιτροπή κατέληξε στο νομοθετικό ορισμό των εννοιών του «ενδεχόμενου δόλου» και της «ενσυνείδητης αμέλειας», δύο εννοιών π ου «γειτνιάζουν» εννοιολογικά και των οποίων η διάκριση είχε ταλανίσει ιδιαίτερα την ελληνική ποινική επιστήμη, υπό την έντονη «επίδραση» κυρίως της αρχής «nullum crimen nulla poena sine lege certa»· εμπεδώθηκε η ιδιαίτερη πρακτική σημασία της εν λόγω διάκ ρισης, η οποία για λόγους ασφάλειας δικαίου θα έπρεπε να τυποποιηθεί σε ένα γραπτό νομοθετικό κείμενο. Στη συνέχεια τέθηκε το ζήτημα της ορθής απόδοσης των δύο μορφών υπαιτιότητας. Αυτή επηρεάστηκε αποφασιστικά από τις απόψεις που είχε διατυπώσει ο Χωραφάς Ν., στο μνημειώδες έργο του «Περί της έννοιας του δόλου εν τω ποινικώ δικαίω», στο οποίο ο ως άνω συγγραφέας, αναλύοντας όλες τις υποστηριζόμενες στη γερμανική ποινική σκέψη θεωρητικές προσεγγίσεις, συμπεραίνει πως όλες οι μορφές δόλου έχουν ένα κοινό 48 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις περιπτώσεις εκείνες όπου ο δράστης προβαίνει στην εγκληματική ενέργεια, καίτοι πιθανολογεί την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, το οποίο αποδέχεται 121, ή πάντως εγκρίνει ή συγκατατίθεται προς αυτό έστω κι ως αναγκαίο κακό 122. Αντίθετα, ενσυνείδητη αμέλεια καταφάσκεται όταν ο δράστης ενεργεί μεν μολονότι διαβλέπει την πιθανότητα επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, πλην όμως δεν αποδέχεται την επέλευσή του σε καμία περίπτωση. Εκ του ως άνω νομοθετικού ορισμού του ενδεχόμενου δόλου – που ερείδεται και αποδίδει τη θεωρία της αποδοχής – δικαιολογείται ψυχολογικό στοιχείο, το οποίο τις διαφοροποιεί από τις περιπτώσεις αμέλειας· αυτό δε, συνίσταται στην οικειοποίηση του εγκληματικού αποτελέσματος από τον δράστη. Περαιτέρω, αναφορικά με την ως άνω διάκριση προέκρινε τη θεωρία της βουλήσεως, εντοπίζοντας το κέντρο βάρους αυτής, κατά την οριοθέτηση των δύο βαθμίδων της υπαιτιότητας, στη βούληση του δράστη, ώστε στον ενδεχόμενο δόλο να συγκαταλέγονται όλες οι περιπτώσεις αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος, ακόμη κι εκείνων που ο δράστης αποδέχθηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα παρότι του ήταν δυσάρεστο, ενώ στην ενσυνείδητη αμέλεια υπήγαγε τις περιπτώσεις εκείνες που ο δράστης δεν αποδέχτηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα αλλά το απέκρουσε ολοκληρωτικά. 120 Σημειωτέον πως, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 36], καθώς και σε Παπαγεωργίου – Γονατά Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 87, μόνος ο Έλληνας ποινικός νομοθέτης, σε αντίθεση με αντίστοιχες ρυθμίσεις άλλων ευρωπαϊκών ποινικών εννόμων τάξεων – μεταξύ των οποίων και της γερμανικής, επιλέγει τη νομοθετική επίλυση της διάκρισης ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας, ορίζοντας με τόλμη κι αποφασιστικότητα το περιεχόμενο των δύο ως άνω αναφερόμενων εννοιών. Η επιλογή αυτή αντικατοπτρίζει την πεποίθηση του Έλληνα νομοθέτη, που αντιλή φθηκε εξαιρετικά έγκαιρα την ιδιαίτερη πρακτική σημασία της εν λόγω διάκρισης, ότι μόνο μέσω της νομοθετικής ρύθμισης του εν λόγω ζητήματος δύναται να κατοχυρωθεί η πολυπόθητη ασφάλεια δικαίου, η οποία πράγματι διακυβεύεται με την ανάθεση νομοθετικών αρμοδ ιοτήτων στην αποσπασματική και κατακερματισμένη ποινική νομολογία. Ως εκ τούτου, η ως άνω επιλογή του ελληνικού ποινικού δικαίου δεν καταλείπει κανένα περιθώριο για τον εννοιολογικό προσδιορισμό των δύο ως άνω αναφερόμενων εννοιών σε αμιγώς γνωσιολογικές προσεγγίσεις, οι οποίες παραγνωρίζουν απόλυτα κάθε βουλητικό στοιχείο του δράστη. 121 Σημειωτέον πως, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 241, στα πλαίσια της θεωρίας της αποδοχής θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη για λόγους ασφάλειας δικαίου και δογματικής συνέπειας πως α) η αποδοχή στα εγκλήματα βλάβης έχει την έννοια της αποδοχής (έγκρισης ή συγκατάθεσης) του βλαπτικού για το έννομο αγαθό εγκληματικού αποτελέσματος, ενώ β) η αποδοχή στα εγκλήματα διακινδύνευσης έχει την έννοια της αποδοχής (έγκρισης ή συγκατάθεσης) της επέλευσης κινδύνου σε βάρος του θιγόμενου εννόμου αγαθού. Κατόπιν τούτων, δεν θα πρέπει να συγχέεται η αποδοχή βλάβης του προσβαλλόμενου αγαθού με την αποδοχή διακινδύνευσης αυτού. Ομοίως και Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 81]. 122 Βλ. ενδεικτικά Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./ Μανωλεδάκη Ι./ Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 224. Βλ. περαιτέρω Δημήτραινας Γ., ό.αν. [υποσ. 21], Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 36], Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 236, Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 46]. 49 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις άλλωστε και η «αποδοχή» της εν λόγω θεωρίας από όλους τους εκπροσώπους της ελληνικής ποινικής επιστήμης ως της πλέον κρατούσας 123. Η προκείμενη θεωρία επιλύει κατά τον ορθότερο και δογματικά συνεπέστερο τρόπο το ζήτημα της οριοθέτησης του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια, καθώς αναδεικνύει σε κριτήριο διάκρισης των δύο ως άνω αναφερόμενων βαθμίδων υπαιτιότητας αυτό που πράγματι τις διαφοροποιεί, ήτοι το βουλητικό στοιχείο της «αποδοχής» του εγκληματικού αποτελέσματος 124, με δεδομένο ότι το γνωστικό στοιχείο του ενδεχόμενου δόλου και της ενσυνείδητης αμέλειας ταυτίζεται. Σημειωτέον δε πως η προκείμενη θεωρία συνδυάζει με τον πλέον επιτυχημένο τρόπο το γνωστικό και το βουλητικό στοιχείο του δόλου, καθώς δεν υποτιμά τη γνώση του δράστη για την κατάφαση ή τον αποκλεισμό του ενδεχόμενου δόλου αλλά στηρίζεται σε αυτό προκειμένου να αντλήσει τις κατάλληλες ενδείξεις για τον προσδιορισμό της βουλητικής στάσης του δράστη. Η ως άνω θετική αποτίμηση της κρατούσας στο ποι νικό μας δίκαιο θεωρίας της αποδοχής, δεν είναι όμως αμιγής μειονεκτημάτων. Το σημαντικότερο μειονέκτημα αυτής εντοπίζεται στον ασαφή νομοθετικό ορισμό 123 Βλ. ενδεικτικά Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 287, Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 49], Αποστολίδου Α., Παρέμβαση σε Διημερίδα του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου με θέμα «Ενδεχόμενος δόλος – ενσυνείδητη αμέλεια – Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;», Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλα, 2006, σελ. 159 επ., Αποστολίδου Α., Η θεσμική πορεία και ταυτότητα της ποινικής καταστολή στο χώρο της οικοδομικής, Υπερ 2000, σελ. 749 επ., Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 84, Δημήτραινα Γ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 55, Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., Προβληματικές της σύγχρονης νομολογίας του Αρείου Πάγου στον χώρο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, ΠοινΔικ 2003, σελ. 1255, Κωστάρα Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 7], σελ. 481, Μαγκάκης Γ. – Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 308, Μανωλεδάκης Ι., ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 311, Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., Ο ενδεχόμενος δόλος, Δογματικές ιδιαιτερότητες και κοινωνικές παράμετροι, ΠοινΧρ 2003, σελ. 163 επ., Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., Υπάρχει τρίτη μορφή υπαιτιότητας, ΠοινΧρ 2003, σελ. 1057 επ., Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 241, Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 81], Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./ Μανωλεδάκη Ι./ Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 224, Τσιρίδης Π., ό.αν. [υποσ. 52], Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 46], Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 162. 124 Βλ. χαρακτηριστικά Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 241, Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./ Μανωλεδάκη Ι./ Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 224, Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 46]. 50 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις της έννοιας της «αποδοχής» 125, η οποία, όπως προελέχθη, αποτελεί τον πυρήνα της διάκρισης ενδεχόμενου δόλου και ενσυνείδητης αμέλειας και ταυτόχρονα το έναυσμα ενός ευρέος επιστημονικού διαλόγου σχετικά με την οριοθέτηση των ως άνω δύο μορφών υπαιτιότητας, τον οποίο θα επιχειρήσουμε εν συντομία να αναδείξουμε κατωτέρω 126. 2.1.3.1.3. Ενδιάμεσα συμπεράσματα Ανωτέρω επιχειρήθηκε η σταχυολόγηση των επιμέρους θεωριών, που αναπτύχθηκαν στο γερμανικό κυρίως χώρο, αναφορικά με τον εννοιολογικό προσδιορισμό του ενδεχόμενου δόλου και την οριοθέτηση αυτού από την «όμορη» έννοια της ενσυνείδητης αμέλειας. Από όσα στην οικεία θεματική θέση αναπτύχθηκαν, είναι προφανής η ανεπάρκεια και το δογματικώς σφαλερό των γνωστικών θεωριών, ώστε παρέλκει εν προκειμένω οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά σε αυτές. Αναφορικά με τις βουλητικές θεωρίες, πλην της «θεωρίας της αποδοχής», θα πρέπει να επισημανθεί ιδιαίτερα η γενικότερη ανεπάρκεια αυτών να συμβάλουν στην οριοθέτηση του ενδεχόμενου δόλου για το λόγο ότι «προϋποθέτουν» ευθεία διαπίστωση του βουλητικού στοιχείου μόνο ως προς τον κίνδυνο επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος ενώ η ψυχική σύνδεση του δράστη με το επελθόν εγκληματικό αποτέλεσμα τεκμαίρεται από εκείνα τα περιστατικά που μπορούν να θεμελιώσουν αποδοχή του αποτελέσματος από τον δράστη. Σε αντίθεση πάντως με τις λοιπές βουλητικές θεωρίες, η κρατούσα στην ελληνική ποινική επιστήμη θεωρία της αποδοχής, η ορθότητα της οποίας υποστηρίζεται και στην παρούσα μελέτη, αποφεύγει επιτυχώς, όπως προελέχθη, τους ως άνω σκοπέλους· κατ’ επιταγή αυτής για την κατάφαση του ενδεχόμενου δόλου απαιτείται η διάγνωση της εχθρικής ψυχικής διάθεσης του δράστη (είτε αυτή συνίσταται σε αποδοχή του είτε τουλάχιστον σε έγκριση ή συγκατάθεση αυτού έστω κι ως αναγκαίο κακό) με το επελθόν 125 Η ακριβής ερμηνεία του όρου «αποδοχή» αποδίδεται ως συνώνυμη της έννοιας της παραδοχής και της έγκρισης, βλ. σχετικά Τεγόπουλος – Φυτράκης, Ελληνικό Λεξικό, Ορθογραφικό - ερμηνευτικό - ετυμολογικό - συνωνύμων - αντιθέτων - κυρίων ονομάτων, Εκδόσεις Τεγόπουλος – Φυτράκης, 13 η έκδοση. 126 Βλ. σχετικά κατωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3.2. 51 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις εγκληματικό αποτέλεσμα (κι όχι με τον κίνδυνο επέλευσης αυτού) μέσω αντικειμενικών ενδείξεων 127, οι οποίες εκτιμώμενες υπό τις συγκεκριμένες κάθε φορά περιστάσεις μπορούν να θεμελιώσουν τη δόλια προαίρεση του δράστη . Για όλους τους ανωτέρω λόγους, και στην παρούσα μελέτη προκρίνεται η επιλογή της κρατούσας στην ελληνική ποινική επιστήμη θεωρία της αποδοχής, η οποία όμως, όπως προελέχθη, εξαιτίας του ασαφούς ορισμού της έννοιας της «αποδοχής» δέχτηκε πολυάριθμες ερμηνευτικές προσεγγίσεις, οι οποίες πυροδότησαν σε μεγάλο βαθμό και τη γενικότερη προβληματική της διάκρισης ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας, όπως θα επιχειρηθεί να καταδειχθεί επαρκώς κατωτέρω 128. 2.1.3.2. Προσπάθειες οριοθέτησης ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας στην ελληνική ποινική θεωρία Η εννοιολογική γειτνίαση του ενδεχόμενου δόλου προς την ενσυνείδητη αμέλεια, όπως σχετικώς έχει αναφερθεί κι ανωτέρω 129, λόγω του κοινού γνωστικού – διανοητικού τους στοιχείου, είναι αδιαμφισβήτητη 130· η 127 Βλ. σχετικά κατωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3.2.5. 128 Βλ. σχετικά κατωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3.2 . 129 Βλ. σχετικά ανωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3. 130 Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Χωραφάς Ν., ό.αν. [υποσ. 18], σελ. 277, «Η αμέλεια υπό τη μορφή της εν συνειδήσει αμελείας συνορεύει προς το δόλο». Ομοίως ο Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 49], όπου ο συγγραφέας επισημαίνει χαρακτηριστικά πως «Ενδεχόμενος δόλος και ενσυνείδητη αμέλεια έχουν κοινό το διανοητικό τους συστατικό, την πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος ως ενδεχόμενου και η διάκρισή τους αποτελεί ένα από τα λεπτότερα και περισσότερο εριζόμενα ζητήματα του ποινικού δόγματος». Σύμφωνα με τον Γάφο Η., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 302, ο ενδεχόμενος δόλος κατατάσσεται στο «άκρον πεδίον της δολίου πράξεως» χωρίς βεβαίως η διάκρισή του από τα άλλα δύο είδη του δόλου να εμφανίζει προβλήματα, αντιθέτως δυσχερής καθίσταται η διάκριση του από την ενσυνείδητη αμέλεια. Επ’ αυτού και Μαγκάκης Γ. – Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 316, όπου ο συγγραφέας χαρακτηριστικά «Η ενσυνείδητη αμέλεια εννοιολογικά συγγενεύει με τον ενδεχόμενο δόλο και επομένως συνορεύει με αυτόν». Ομοίως και Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 111, όπου ο συγγραφέας αναφορικά με τον ενδεχόμενο δόλο επισημαίνει χαρακτηριστικά πως «… είναι τοποθετημένος γεωγραφικά τόσο πολύ στο ακρότατο σημείο της περιοχής του δόλου, ώστε κανείς ποτέ δεν θεώρησε δυσδιάκριτα τα όριά του με το δόλο επιδίωξης ή τον αναγκαίο δόλο∙ αντιθέτως τ ο ζήτημα των ορίων του με την ενσυνείδητη αμέλεια παραμένει ένα από τα πλέον ακανθώδη ζητήματα του ποινικού δόγματος». Ακόμη ο Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 46], κάνει λόγο για το «οριακό σημείο της υποκειμενικής υπαιτιότητας: τη διάκριση μεταξύ ενδεχόμεν ου δόλου και ενσυνείδητης αμέλειας». Τέλος και ο Κοτσαλής Λ., ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 524, θεωρεί ότι η τελική διάκριση του ενδεχόμενου δόλου και την ενσυνείδητης αμέλειας ανήκει «στα 52 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις δε διαφοροποίηση των δύο ως άνω βαθμίδων υπαιτιότητας θα πρέπει περαιτέρω να αναζητηθεί στο βουλητικό στοιχείο του ενδεχόμενου δόλου 131 έναντι αυτού της ενσυνείδητης αμέλειας. Κατόπιν τούτου, η εννοιολογική οριοθέτησή τους καθίσταται περαιτέρω επιτακτική παράλληλα όμως εξαιρετικά δυσχερής 132. Σημειωτέον πως το γεγονός ότι το βουλητικό στοιχείο του ενδεχόμενου δόλου είναι μικρότερης έντασης και συνακόλουθα μικρότερης απαξίας σε σχέση με το βουλητικό στοιχείο του δόλου επιδίωξης και του αναγκαίου δόλου 133 παράλληλα όμως σαφώς μεγαλύτερης έντασης και βαρύτερης εγκληματικής απαξίας σε σχέση με την ελπίδα ή τη πίστη αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος που χαρακτηρίζουν την ενσυνείδητη αμέλεια (α’ και β’ βαθμού αντίστοιχα), αναδεικνύει εναργώς τη μεγάλη νοηματική και πρακτική σημασία, τόσο σε ουσιαστικό όσο και σε δικονομικό επίπεδο, της αποσαφήνισης του εννοιολογικού περιεχομένου της «αποδοχής», ήτοι του βουλητικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου, για τη ιδιαιτέρως λεπτά και στασιαζόμενα δογματικά θέματα του Ποινικού Δικαίου πο υ έχουν απασχολήσει έντονα τα τελευταία χρόνια και την πράξη» . 131 Βλ. χαρακτηριστικά Βαθιώτη Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 80, όπου ο συγγραφέας επισημαίνει χαρακτηριστικά «… ο ενδεχόμενος δόλος, όπως και τα λοιπά είδη δόλου, αποτελείται από τα δύο αυτοτελή στοιχεία της γνώσης και της βούλησης πραγματώσεως της ειδικής υποστάσεως· ως προς αυτό το δεύτερο στοιχείο της βουλήσεως, διαφέρει ο ενδεχόμενος δόλος από την ενσυνείδητη αμέλεια». Ομοίως και Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 114, όπου χαρακτηριστικά « … το βουλητικό στοιχείο αποτελεί την πεμπτουσία του δόλου και το βαρόμετρο ενοχής του κάθε συγκεκριμένου δράστη» , καθώς και Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 240, όπου χαρακτηριστικά «Η ανάγνωση των άρθρων 27 αφενός και 28 αφετέρου του Ποινικού Κώδικα δημιουργεί την εντύπωση ότι η διάκριση του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια είναι σαφής. Η διαφορά εντοπίζεται ρητά όχι στο γνωστικό στοιχείο αλλά στο βουλητικό συστατικό», καθώς και Τσιρίδης Π., ό.αν. [υποσ. 52], όπου ο συγγραφέας χαρακτηριστικά «ο ενδεχόμενος δόλος και η ενσυνείδητη αμέλεια έχουν κοινό γνώρισμα το γνωστικό στοιχείο) πρόβλεψη αξιόποινου αποτελέσματος) και διαφοροποιούνται ως προς το βουλητικό στοιχείο, την ψυχική στάση του δράστη έναντι του προβλεφθέντος και επελθόντος αξιοποίνου αποτελέσματος, όπου ο δράστης στην πρώτη περίπτωση το αποδέχεται, ενώ στη δεύτερη πιστεύει ότι θα το αποφύγει». 132 Βλ. χαρακτηριστικά Βαθιώτη Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 70, όπου ο συγγραφέας παραθέτει την χαρακτηριστικά φράση του Welzel H., Das Deutsche Strafrecht, 1969, σελ. 69, αναφορικά με τη διάκριση ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας, σύμφωνα με τον οποίο η εν λόγω διάκριση συνιστά «ένα από τα πιο δύσκολα και πιο αμφισβητούμενα ζητήματα του Ποινικού Δικαίου». Ομοίως και σε Παπαγεωργίου – Γονατά Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 111. 133 Βλ. σχετικά Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 112, όπου ο συγγραφέας επισημαίνει χαρακτηριστικά την αυτονόητη μικρότερη εγκληματική απαξία της απλής αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος σε σχέση με την θέληση πρόκλησής του. 53 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις σαφή οριοθέτηση αυτού έναντι του βουλητικού στοιχείου της ενσυνείδητης αμέλειας. Παρόλο που στη γερμανική ποινική επιστήμη – όπως σχετικά αναφέρεται ανωτέρω στην οικεία θεματική υποενότητα 134 – έλαβαν χώρα πολυάριθμες προσπάθειες οριοθέτησης του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια και συνακόλουθα πολυάριθμες προσπάθειες εννοιολογικής προσέγγισης του βουλητικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου, η ελληνική ποινική έννομη τάξη προσέδωσε de lege lata, όπως εναργώς προκύπτει από τη ρύθμιση του άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ, στο βουλητικό στοιχείο του ενδεχόμενου δόλου, και κριτήριο της επίμαχης διάκρισης, το εννοιολογικό περιεχόμενο της «αποδοχής». Η ως άνω νομοθετική απόδοση του ενδεχόμενου δόλου συνέτεινε στην «εντύπωση» επικράτησης de lege lata της «θεωρίας της αποδοχής» στο ελληνικό ποινικό δίκαιο 135,136· παραδοχή η οποία δεν είναι απολύτως ακριβής κι αδιαμφισβήτητη στους κόλπους της ελληνικής ποινικής επιστημονικής σκέψης, πολλώ δε μάλλον στην ελληνική ποινική νομολογία 137. 134 Βλ. σχετικά ανωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3.1. 135 Εκτενής αναφορά στη θεωρία της αποδοχής, βλ. σχετικά ανωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3.1.2.4. Αναφορικά με τη θέση περί επικράτησης της «θεωρίας της αποδοχής» στην ελληνική ποινική έννομη τάξη, βλ. Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 84, όπου χαρακτηριστικά «Στο ελληνικό ποινικό δίκαιο η θεωρία της αποδοχής είναι η de lege lata ισχύουσα θεωρία για τον ενδεχόμενο δόλο». 136 Όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί ο Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 33], έντονος υπήρξε ο προβληματισμός κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες του ΠΚ αναφορικά με το σκόπιμο της νομοθετικής οριοθέτησης του ενδεχόμενου δόλου και της ενσυνείδητης αμέλειας ή την «εναπόθεση» της εννοιολογικής «διάπλασης» των δύο ως άνω εννοιών στην ελληνική ποινική επιστήμη και νομολογία. Είναι προφανές πως προκρίθηκε η πρώτη ως άνω επιλογή προκειμένου να επιλυθούν οριστικά και με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο οι όποιες διαφωνίες είχαν ανακύψει στους επιστημονικούς κύκλους κατά τις ως άνω προπαρασκευαστικές εργασίες και περαιτέρω προκειμένου να αποφευχθούν αόριστες και αυθαίρετες δικανικές κρίσεις, βλ. ακόμη Αιτιολογική Έκθεση ΠΚ, όπου χαρακτηριστικά « αι αναφανείσαι εν τη επιστήμη δυσχέρειαι εν τω καθορισμώ τ ης εννοίαας ταύτης, και αφ’ ετέρου η μεγάλη πρακτική σημασία ην ενέχει το ζήτημα τούτο διά την δικαστικήν εφαρμογήν του ποινικού νόμου κατέδειξαν την ανάγκην της νομοθετικής λύσεως αυτού ». Σχετικά και σε Τσιρίδη Π., ό.αν. [υποσ. 52]. Αναφορικά με την πρωτο τυπία και την τόλμη του ελληνικού ΠΚ – ως προς την επιλογή της νομοθετικής οριοθέτησης ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας – σε αντιπαραβολή με την έλλειψη αντίστοιχης πρόβλεψης στους ποινικούς κώδικες των λοιπών κρατών του ηπειρωτικού δικαίου, βλ. σ χετικά ανωτέρω σε υποσημείωση επί της θεματικής υποενότητας 2.1.3.1.2.4. 137 Αναφορικά με το πώς αποδίδεται η έννοια της «αποδοχής» από τον ΑΠ, και την μεταστροφή αυτού μετά τα πρόσφατα δραματικά περιστατικά που περιγράφονται συνοπτικά στην εισαγωγή της παρούσας μελέτης, βλ. σχετικά κατωτέρω υπό στοιχείο 3.1. 54 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Η παρατηρούμενη ασυμφωνία στην ελληνική ποινική θεωρία αναφορικά με το περιεχόμενο του όρου «αποδοχή», όπως επαρκώς θα καταδειχθεί κατωτέρω, είχε ως αναπόφευκτη συνέπεια τον περαιτέρω συσχετισμό της εν λόγω νομοθετικής διατύπωσης με άλλες βουλητικές θεωρίες στις οποίες κατόπιν ερμηνευτικής επεξεργασίας προσιδιάζει. Έτσι, παρά τη ρητή αναφορά του άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ στην «αποδοχή» ως βουλητικό στοιχείο του ενδεχόμενου δόλου, μερίδα της ελληνικής ποινικής θεωρίας υποστηρίζει ότι η ως άνω διάταξη απηχεί τη «θεωρία της επιδοκιμασίας» 138, εξίσου σημαντικό τμήμα αυτής ταυτίζει την ως άνω νομοθετική διατύπωση με τον «β’ τύπο του Frank» (θεωρία αποδοχής του κινδύνου) 139, και, τέλος, η πλειοψηφία της ελληνικής ποινικής επιστήμης τάσσεται πλέον υπέρ της de lege lata επικράτησης της «θεωρίας της αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος» 140. Σε άμεση συνάφεια με τα όσα αναφέρθηκαν στην αμέσως προηγούμενη θεματική ενότητα 141, θα πρέπει στην παρούσα θέση να επισημάνουμε πως ο ως άνω «πλουραλισμός» επιστημονικών θέσεων απορρέει σαφέστατα από τη διαφορετική εννοιολογική προσέγγιση του όρου «αποδοχή»· το γεγονός περαιτέρω πως ο ως άνω δογματικός πληθωρισμός μας εξασφαλίζει κατ’ αποτέλεσμα τη δυνατότητα ομαδοποίησης των διατυπωθεισών επιστημονικών προσεγγίσεων αναφορικά με την κατ’ άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ θεωρία επί της επίμαχης διάκρισης, «ωθεί» τη γράφουσα στην επιχειρούμενη στην παρούσα μελέτη τριμερή «ομαδοποίηση» των επιμέρους θεωρητικών προσεγγίσεων , με απώτερη 138 Προκύπτει εναργώς από την ανάπτυξη που ακολουθεί στην παρούσα θεματική ενότητα πως υπέρ της ως άνω θέσης τάσσονται οι Χωραφάς Ν., Καρανίκας Δ., Κατσαντώνης Α., Μαγκάκης Γ. – Α. και Γάφος Η. 139 Όπως θα αναδειχθεί επαρκώς από την ακόλουθη ανάπτυξη των κατ’ ιδίαν θέσεών τους, κατά τους Ανδρουλάκη Ν. και Χαραλαμπάκη Α. η νομοθετική οριοθέτηση του ενδεχόμενου δόλου απηχεί τον «β’ τύπο του Frank» (θεωρία αποδοχής του κινδύνου). Ομοίως και Κοτσαλής Λ. 140 Έτσι, ενδεικτικά υπέρ της de lege lata επικράτησης της θεωρίας της αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος τάσσονται οι Μυλωνόπουλος Χρ., Μανωλεδάκης Ι., Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., Παρασκευόπουλος Ν., Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., Βαθιώτης Κ., Δημήτραινας Γ., Σοφός Θ. κλπ. 141 Βλ. σχετικά ανωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3.1. 55 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις στόχευση την πληρέστερη κατανόησή τους κατόπιν σχετικής διακρίβωσης των τυχόν συγκλινόντων και αποκλινόντων σημείων μεταξύ αυτών. Σημειωτέον πως, για λόγους σφαιρικής παρουσίασης της εδώ πραγματευόμενης προβληματικής, νοηματικής ευκρίνειας των επιμέρους θεωρητικών προσεγγίσεων κι, ως εκ τούτου, πληρέστερης κατανόησης αυτών, επιλέγεται από την γράφουσα η συνολική παρουσίαση των επιμέρους επιστημονικών θεωρήσεων που αφορούν στην επίμαχη διάκριση, υπό την ομαδοποίηση βεβαίως στην οποία ανωτέρω αναφερόμαστε. Με άλλα λόγια, δεν θα επιχειρηθεί στην παρούσα θεματική ενότητα μελέτη των επιμέρους θεωρήσεων επί της εννοιολογικής οριοθέτησης του ενδεχόμενου δόλου ανεξάρτητα από τις σύστοιχες προς αυτές θεωρήσεις επί της εννοιολογικής οριοθέτησης της ενσυνείδητης αμέλειας. Το ζήτημα της οριοθέτησης των δύο ως άνω εννοιών είναι περίπλοκο, τα όρια μεταξύ των ως άνω δύο βαθμίδων υπαιτιότητας ρευστά κι ασαφή, οι επιμέρους τοποθετήσεις πολυάριθμες, δυσερμήνευτες κι αλληλοσυμπληρούμενες, ώστε καθίσταται απολύτως σκόπιμη η συνολική προσέγγιση των επιμέρους επιστημονικών θεωρήσεων επί της επίμαχης διάκρισης ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας για το λόγο ακριβώς ότι η εκάστοτε υποστηριζόμενη θέση αναφορικά με το εννοιολογικό περιεχόμενο του ενδεχόμενου δόλου συμπροσδιορίζει απαρέγκλιτα κι επεξηγεί, όπως αναδεικνύεται πλήρως κατωτέρω, και την σχετική θεώρηση για το εννοιολογικό περιεχόμενο της ενσυνείδητης αμέλειας. Κατά συνέπεια, η ευδόκιμη σταχυολόγηση των επιμέρους θεωρητικών προσεγγίσεων που έλαβαν χώρα στην ελληνική ποινική θεωρία αναφορικά με την επίμαχη οριοθέτηση του ενδεχόμενου δόλου από την όμορη έννοια της ενσυνείδητης αμέλειας προϋποθέτει αναγκαία, κατά την γράφουσα, την ομαδοποίηση των εν λόγω θεωρητικών προσεγγίσεων, βάσει και των ανωτέρω αναφερομένων, σε τρεις βασικές κατηγορίες, ήτοι α) αυτές που τάσσονται υπέρ της de lege lata θεωρίας της επιδοκιμασίας, β) αυτές που τάσσονται υπέρ της de lege lata θεωρίας της αποδοχής του κινδύνου (ή β’ τύπο του Frank), και τέλος γ) αυτές που τάσσονται υπέρ της de lege lata θεωρίας αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος, για τις οποίες (όλες τις ανωτέρω) γίνεται λόγος στις ακόλουθες θεματικές υποενότητες. 56 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Θεωρήσεις 2.1.3.2.1. υπέρ της de lege lata «θεωρίας της επιδοκιμασίας» Κατ’ επιταγή του άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ, το βουλητικό στοιχείο του ενδεχόμενου δόλου συνίσταται στην «αποδοχή» εκ μέρους του δράστη της ενδεχόμενης εκ της πράξεώς του πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν μία αξιόποινη συμπεριφορά, χωρίς να εξειδικεύεται περαιτέρω το εννοιολογικό περιεχόμενου του όρου «αποδοχή», ενώ κατ’ επέκταση η «μη αποδοχή», υπό τη μορφή της πίστης αποφυγής, παρά την πρόβλεψη ως δυνάμενου να επέλθει του αξιόποινου αποτελέσματος, μόνο στην κατάφαση ενσυνείδητης αμέλειας συνηγορεί (άρ. 28 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ). Πρωτοπόρος κι εξαιρετικά σημαντική υπήρξε η συμβολή του Χωραφά Ν. στη νομοθετική οριοθέτηση του ενδεχόμενου δόλου από την όμορη έννοια της ενσυνείδητης αμέλειας ιδίως με το μνημειώδες έργο του «Περί της έννοιας του δόλου εν τω ποινικώ δικαίω» 142. Στο ως άνω έργο του, ο Χωραφάς Ν., μετά από μία ενδελεχή παρουσίαση των σχετικών θεωριών αναφορικά με τη διάκριση ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας, οι οποίες είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους στη γερμανική ποινική επιστήμη, καταλήγει στη διαπίστωση πως μεταξύ των τριών ειδών δόλου υφίσταται ένα κοινό ψυχολογικό στοιχείο, το οποίο συνίσταται στην «οικειοποίηση» του εγκληματικού αποτελέσματος από τον δράστη, και το οποίο επί της ουσίας διαφοροποιεί τα εγκλήματα δόλου από τα τελούμενα εξ’ αμελείας εγκλήματα 143. Επισημαίνει περαιτέρω ο ίδιος ο καθηγητής Χωραφάς την αδυναμία της ως άνω διαπίστωσης να λειτουργήσει ως νομοθετικός ορισμός της έννοιας του δόλου 144 για το λόγο ότι δεν είναι επαρκώς ορισμένη και πρακτικά 142 εφαρμόσιμη· για δε αυτό το λόγο προβαίνει σε μία Βλ. σχετικά Χωραφάς Ν., ό.αν. [υποσ. 44], σελ. 173 επ. 143 Ειδικότερα αναφορικά με την σχέση του ενδεχόμενου δόλου προς τα άλλα δύο είδη του δόλου, βλ. σχετικά ανωτέρω υπό στο ιχείο 2.1.1.1.1., και αναφορικά με την σχέση ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας, βλ. σχετικά ανωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3. 144 Βλ. χαρακτηριστικά Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 33], όπου ο συγγραφέας παραθέτει αυτολεξεί τα υποστηριζόμενα από τον Χωραφά Ν., και συγκεκριμένα ότι «…παρά την φιλοσοφικήν αυτού αξίαν νομίζομεν, ότι τοιούτος ορισμός δεν είναι προσήκων διά νομικάς εννοίας, αίτινες ούσαι έννοιαι εφαρμοστέαι εν τω πρακτικώ βίω δέον να καθορίζονται δι’ όσον το δυνατόν πρακτικωτέρων ορισμών, εκ τω ν οποίων να καθίσταται αμέσως αντιληπτή η οριζόμενη έννοια και τα όρια εφαρμογής αυτής…» . 57 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις σχηματοποιημένη συνοπτική απόδοση του περιεχομένου του βουλητικού στοιχείου των τριών ειδών του δόλου. Έτσι, όσον αφορά την «επιδίωξη» που χαρακτηρίζει τον άμεσο δόλο α’ βαθμού, αυτός αποδίδεται με τον όρο «θέλει», όσο δε αφορά τις άλλες δύο μορφές δόλου, αυτές αποδίδονται με τον κοινό όρο «αποδέχεται», πλην όμως η διαφορά τους υφίσταται στο γνωστικό επίπεδο και συγκεκριμένα ενώ στον άμεσο δόλο β’ βαθμού ο δράστης θεωρεί το αποτέλεσμα αναγκαίο, στον ενδεχόμενο δόλο πιθανολογεί την επέλευσή του 145. Κατόπιν τούτων συμπεραίνει ο εν λόγω καθηγητής πως οι ως άνω όροι είναι αυτοί που επιτυχώς μπορούν να αποδώσουν το εννοιολογικό περιεχόμενο του δόλου και να χαράξουν περαιτέρω ευκρινώς τα όρια μεταξύ αυτού και της αμέλειας. Από τα ως άνω συνάγεται με ασφάλεια πως κατά τον Χωραφά Ν. δυνάμενες να επιλύσουν τη προβληματική διάκριση του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια καθίστανται οι βουλητικές θεωρίες, ήτοι οι θεωρίες εκείνες οι οποίες ανάγουν σε καθοριστικό κριτήριο της εν λόγω διάκρισης το βουλητικό στοιχείο, δηλαδή την αποδοχή ή μη του εγκληματικού αποτελέσματος. Αξιοσημείωτο είναι πως τα ως άνω υποστηριζόμενα από τον Χωραφά Ν. περιλαμβάνονται στην Αιτιολογική Έκθεση του ΠΚ, την οποίο ο ίδιος επιμελήθηκε, και επέδρασαν καταλυτικά στη διατύπωση του νομοθετικού ορισμού των εννοιών του ενδεχόμενου δόλου (άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ) και της ενσυνείδητης αμέλειας (άρ. 28 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ). Έτσι, λοιπόν το καθοριστικό στοιχείο για την διάκριση του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια είναι κατά τον Χωραφά Ν., όπως αναφέρθηκε μόλις ανωτέρω, η αποδοχή ή μη του εγκληματικού αποτελέσματος. Πλην όμως ο ίδιος δεν εμμένει στην γραμματική ερμηνεία του όρου «αποδοχή» αλλά προσδίδει στον όρο αυτό το περιεχόμενο της επιδοκιμασίας· ήτοι, σύμφωνα με τον ως άνω συγγραφέα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει ο δράστης όταν επιδοκιμάζει το αποτέλεσμα της πράξης του ή αλλιώς όταν θα έπραττε ακόμη κι αν προέβλεπε ως βέβαιη την πραγμάτωση του αποτελέσματος (θεωρία της επιδοκιμασίας ή α’ τύπος του Frank) που προκαλείται αιτιακά από τη μυϊκή ενέργεια ή αδράνειά του. 145 Βλ. χαρακτηριστικά Χωραφάς Ν., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 100, σχετικά Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 33] με παραπέρα παραπομπές σε Χωραφά Ν. 58 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Κατόπιν τούτων, καθίσταται σαφές πως, κατά τον Χωραφά Ν., η θεωρία που ακολουθεί ο ελληνικός Ποινικός Κώδικας στο άρ. 27 είναι η θεωρίας της επιδοκιμασίας (ή α’ τύπος του Frank) 146· πλην όμως ο ίδιος προσδίδει σε αυτήν ευρύτερο περιεχόμενο με την υπαγωγή στον ενδεχόμενο δόλο κι εκείνων των περιπτώσεων που ο δράστης αποδέχεται το αποτέλεσμα παρότι του είναι δυσάρεστο καθώς κι εκείνες όπου ο δράστης αδιαφορεί για το αποτέλεσμα. Κατ’ επιταγή λοιπόν της βουλητικής θεωρίας της επιδοκιμασίας, όπως αυτή γίνεται δεκτή από τον Χωραφά Ν., ο δράστης δρα με ενδεχόμενο δόλο όταν, μολονότι γνωρίζει ή, ακριβέστερα, πιθανολογεί την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος που συνδέεται αιτιακά με τη μυϊκή του ενέργεια ή αδράνεια, το αποδέχεται/το επιδοκιμάζει ανεξάρτητα από το εάν αυτό του είναι κατ’ ουσία δυσάρεστο ή αδιάφορο 147 ή, κατ’ άλλη διατύπωση, όταν ο δράστης θα έπραττε ως έπραξε ακόμη και αν προέβλεπε ως βέβαιη την πραγμάτωση του αποτελέσματος 148, το οποίο μπορεί να του είναι κατ’ ουσία δυσάρεστο ακόμη και αδιάφορο. Από την άλλη πλευρά, η ενσυνείδητη αμέλεια διαφέρει του ενδεχόμενου δόλου κατά το ότι ο δράστης δεν αποδέχεται το εγκληματικό αποτέλεσμα αλλά το αποκρούει εντελώς 146 Βλ. χαρακτηριστικά Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 240. 147 Βλ. χαρακτηριστικά Χωραφάς Ν., ό.αν. [υποσ. 18], σελ. 255. Ακόμη σχετικά Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 33], Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 123], Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 112]. Ενδεικτικό του ότι σύμφωνα με τον Χωραφά Ν. η έννοια της «αδιαφορίας» υπάγεται στον ενδεχόμενο δόλο είναι ότι κατά τη διάρκεια των νομοπαρασκευαστικών εργασιών του ΠΚ ο ως άνω συγγραφέας εισηγήθηκε να μην συμπεριληφθεί στον ενδεχόμενο δόλο και ο όρος «αδιαφορεί» για το λόγο ότι αυτός ενυπάρχει στην έννοια της αποδοχής, βλ. χαρακτηριστικά Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 81], σελ. 167 σε υποσημείωση υπ’ αριθ. 27. Ομοίως και σε Βαθιώτη Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 89 επ. σε υποσημείωση υπ’ αριθ. 355, όπου κι αντιπαραβάλλεται η σχετική αντίθετη θέση του Τζωρτζόπουλου Χ., σύμφωνα με τον οποίο ενδείκνυτο η ρητή υπαγωγή στην έννοια του ενδεχόμενου δόλου της «αδιαφορίας» του δράστη για την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, πρόταση που πάντως δεν έγινε δεκτή για το λόγο ότι, όπως ε πισημάνθηκε ειδικά από τον Χωραφά Ν., θα μπορούσε να γεννήσει περισσότερες ερμηνευτικές δυσχέρειες από αυτές που καλείτο να επιλύσει. Πρβλ. χαρακτηριστικά Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 112], σελ. 17, όπου ο ως άνω συγγραφέας ερμηνεύοντας τον τρόπο με το ν οποίο ο Χωραφάς Ν. αναλύει στο κείμενό του την ψυχική στάση του ενδεχόμενου δόλου, καταλήγει στο συμπέρασμα πως επ’ ουδενί ο ως άνω συγγραφέας υποκαθιστά το προαπαιτούμενο της αποδοχής με μία βουλητικά ουδέτερη ψυχική στάση όπως η αδιαφορία. 148 Βλ. σχετικά Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 88, Χωραφάς Ν., ό.αν. [υποσ. 18], σελ. 255. 59 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις πιστεύοντας 149 ότι θα το αποφύγει ή, κατ’ άλλη διατύπωση, όταν ο δράστης δεν θα ενέμενε στην εγκληματική του συμπεριφορά, εάν προέβλεπε ως βέβαιη την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος. Σε αντιστοιχία προς τον Χωραφά Ν., κι ο Καρανίκας Δ. 150 αποδέχεται ότι ο νομοθετικός ορισμός του ενδεχόμενου δόλου απηχεί τη «θεωρία της επιδοκιμασίας», όπως αυτή εισήχθη στην ελληνική ποινική θεωρία και νομολογία από τον ως άνω καθηγητή, διαφοροποιείται όμως ελαφρώς από όσα ο Χωραφάς Ν. υποστηρίζει αναφορικά με το εννοιολογικό περιεχόμενο της ενσυνείδητης αμέλειας. Συγκεκριμένα κι ο ως άνω συγγραφέας ρίχνει το κέντρο βάρους της επίμαχης διάκρισης στον προσδιορισμό του βουλητικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου και της ενσυνείδητης αμέλειας, προκρίνοντας, μετά από μία σύντομη επισκόπηση των σχετικών θεωρητικών προσεγγίσεων, την θεωρία της επιδοκιμασίας, κατ’ επιταγή της οποίας με ενδεχόμενο δόλο ενεργεί ο δράστης όταν αποδέχεται (επιδοκιμαστικά) το εγκληματικό αποτέλεσμα του οποίου την επέλευση διαβλέπει ως πιθανή. Διαφοροποιείται όμως από τον Χωραφά Ν. ως προς το ότι υπάγει στην ενσυνείδητη αμέλεια όχι μόνο την πίστη αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος, όπως ρητά ορίζεται στο άρ. 28 ΠΚ, αλλά και την ελπίδα αποφυγής αυτού, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά πως «Η ενσυνείδητος αμέλεια συγγενεύει με τον ενδεχόμενον δόλον, η διαφορά όμως έγκειται εις το ότι, εις μεν τον ενδεχόμενον δόλον, ως ελέχθη, ο δράστης προβλέπει ως πιθανή την επέλευση του εγκληματικού γεγονότος και το αποδέχεται, ενώ εις την ενσυνείδητον αμέλειαν προβλέπει πάλιν ο δράστης ως πιθανήν την επέλευσιν του εγκληματικού γεγονότος, πλην όμως ελπίζει και αισιοδοξεί, ότι θα το αποφύγει». Η ως άνω αναφορά δεν καταλείπει σε εμάς 149 Βλ. σχετικά Χωραφάς Ν., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 98 επ., Χωραφάς Ν., ό.αν. [υποσ. 18], σελ. 255, αλλά και σε Βαθιώτη Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 97, σε υποσημείωση υπ’ αριθ. 385. Σημειωτέον πως ο Χωραφάς Ν. προσδίδει στο ρήμα «ελπίζω» την ερμηνεία του ρήματος «πιστεύω» καθώς θεωρεί άνευ σημασίας οποιαδήποτε περαιτέρω προσπάθεια οριοθέτησης των δύο ως άνω ρημάτων· ήτοι δεν αντιλαμβάνεται ως το βουλητικό στοι χείο της ενσυνείδητης αμέλειας την απλή ελπίδα αποφυγής του αποτελέσματος αλλά την ισχυρή/ βάσιμη ελπίδα αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος την οποία ταυτίζει με τη πίστη αποφυγής. Αντίθετα την απλή ελπίδα αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος την υπάγει στον ενδεχόμενο δόλο. 150 Βλ. χαρακτηριστικά Καρανίκας Δ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 116 επ., Καρανίκας Δ., ό.αν. [υποσ. 18], σελ. 58 επ. 60 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις καμία αμφιβολία αναφορικά με το ότι ο συγγραφέας, καινοτομώντας, εκλαμβάνει ως «ελπίδα» κι «αισιοδοξία» ένα βουλητικό μέγεθος ασθενέστερο της «πίστης αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος» το οποίο κι αυτό υπάγει ερμηνευτικά στην ενσυνείδητη αμέλεια, αν και δεν περιλαμβάνεται ρητά στο νομοθετικό της ορισμό. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η θέση του Μαγκάκη Γ. – Α. 151 επί της επίμαχης οριοθέτησης του ενδεχόμενου δόλου από την όμορη έννοια της ενσυνείδητης αμέλειας, η οποία εμφανίζεται εναρμονισμένη προς τις προεκτεθείσες θεωρήσεις του Χωραφά Ν. και (ιδίως) του Καρανίκα Δ. Ο εν λόγω συγγραφέας εμφορείται από την σκέψη πως αφενός μεν στον ενδεχόμενο δόλο ο δράστης αποδέχεται εσωτερικά το ενδεχόμενο εγκληματικό αποτέλεσμα κι ενεργεί «έστω κι αν αυτό είναι να επέλθει» 152 αφετέρου δε στην ενσυνείδητη αμέλεια ο δράστης αποκρούει εσωτερικά το αποτέλεσμα, ενεργεί όμως γιατί εσφαλμένα πιστεύει ότι θα το αποφύγει 153. Σημειωτέον πως σύμφωνα με τον Μαγκάκη Γ. – Α. η ενσυνείδητη αμέλεια συνίσταται στην ερειδόμενη στην από επιπολαιότητα ή έλλειψη φροντίδας εκ μέρους του δράστη πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος κατά τρόπο ανεπαρκή και στη συνακόλουθη ελπίδα αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος. Κατόπιν τούτων, καθίσταται απολύτως σαφές πως η διδασκαλία του Μαγκάκη Γ. – Α. επί της επίμαχης διάκρισης των ως άνω δύο βαθμίδων υπαιτιότητας απηχεί τη θεωρία της «επιδοκιμασίας» του εγκληματικού αποτελέσματος, όπως αυτή διατυπώθηκε από τον Χωραφά Ν., και παραλλάσσει προς αυτήν στο μέτρο που εντάσσει στην ενσυνείδητη αμέλεια όχι μόνο την – κατά τη ρητή επιταγή του άρ. 28 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ – πίστη αποφυγής του εγκληματικού 151 Βλ. χαρακτηριστικά Μαγκάκης Γ. – Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 316 επ. Ομοίως Τσιρίδης Π., Θέμα: Ο … ιός του ενδεχόμενου δόλου, ΠοινΔικ 2002, σελ. 782 επ. 152 Σημειωτέον πως η εν λόγω παραδοχή του Μαγκάκη Γ. – Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 309, άρχεται εκ της θεωρήσεώς του περί της υπάρξεως μίας κοινής «ενεργητικής ψυχικής αντιθέσεως» του δόλιου δράστη εν γένει προς τις επιταγέ ς της έννομης τάξης, βλ. σχετικά κι ανωτέρω υπό στοιχείο 2.1.1.1.1. 153 Η εν λόγω σύνδεση της ενσυνείδητης αμέλειας με τη πίστη αποφυγής δεν είναι προφανώς δεσμευτική και δεν απηχεί την ουσία της θεώρησης του Μαγκάκη Γ. – Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 317, καθώς σε πλήθος άλλων σημείων του ως άνω συγγράμματός του ο συγγραφέας συνδέει ρητά και ξεκάθαρα την ελπίδα αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος με την ενσυνείδητη αμέλεια. 61 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις αποτελέσματος αλλά και την ελπίδα αποφυγής αυτού· ως προς το σημείο δε αυτό ομοιάζει με την προαναφερόμενη θεωρητική σύλληψη του Καρανίκα Δ. Κρίνουμε πάντως σκόπιμο να αναφέρουμε στην παρούσα θέση εντελώς επιγραμματικά, εν είδει παρέκβασης, πως ο ως άνω συγγραφέας αμφισβητεί πλέον την ορθότητα της διμερούς διάκρισης της υπαιτιότητας σε δόλο κι αμέλεια, επικροτώντας περαιτέρω τυχόν νομοθετικές πρωτοβουλίες στην κατεύθυνση της νομοθετικής κατοχύρωσης μίας τρίτης μορφής υπαιτιότητας που θα περιλαμβάνει όλες εκείνες τις περιπτώσεις περιφρονητικής αδιαφορίας από μέρους των δραστών στα πλαίσια κοινωνικών δραστηριοτήτων 154. Στον ίδιο κύκλο των υποστηρικτών των βουλητικών θεωριών εντάσσεται και ο Κατσαντώνης Α., μαθητής του Χωραφά Ν. Έχοντας ως αφετηρία την υποστηριζόμενη από το δάσκαλό του θεωρία της επιδοκιμασίας, με τις σχετικές τροποποιήσεις στις οποίες εκείνος (ο Χωραφάς Ν.) την υπέβαλε, και σαφώς επηρεασμένος από τις διατυπωθείσες στη γερμανική ποινική επιστήμη θέσεις σύγχρονών του ποινικολόγων, ο Κατσαντώνης Α. διευρύνει περαιτέρω το εννοιολογικό περιεχόμενο του βουλητικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου. Συγκεκριμένα, ο ως άνω συγγραφέας άρχεται εκ της θέσεως ότι η «αποδοχή» του εγκληματικού αποτελέσματος από τον δράστη υποδηλώνει εσωτερική ψυχολογική αρμονία αυτού προς το υπολαμβανόμενο από τον ίδιο ως ενδεχόμενο να επέλθει εγκληματικό αποτέλεσμα 155· σημειωτέον πως σε ψυχολογική αρμονία προς το εγκληματικό αποτέλε σμα δεν βρίσκεται μόνο ο δράστης που επιθυμεί την επέλευσή του αλλά κι εκείνος που 154 Σημειωτέον πως, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 100, μολονότι ο Μαγκάκης Γ. – Α. δεν τοποθετείται ειδικότερα στο θέμα της υπαγωγής ή όχι της αδιαφορίας – ανεξάρτητα από το μέγεθος αυτής για το προσβαλλόμενο έννομο αγαθό, η υπαγωγή της στον ενδεχόμενο δόλο θα αντέβαινε προφανώς στη θεμελιώδη θεώρησή του περί της χαρακτηρίζουσας τις επιμέρους εκφάνσεις του δόλου κοινής ενεργητικής ψυχολογικής αντίθεσης προς το δίκαιο, η οποία (ήτοι η ενεργητική ψυχολογική αντίθεση προς τους κανόνες δικαίου) προφανώς και δεν απαντάται στην αδιαφορία. Εξ’ αυτού ενδεχομένως του λόγου ορμώμενος ο Μαγκάκης Γ. – Α. εντοπίζει την ανάγκη μίας de lege lata ποινικής αντιμετώπισης της «περιφρονητικής αδιαφορίας» η οποία και προκλητική και εγκληματική για τα έννομα αγαθά είναι , βλ. χαρακτηριστικά Μαγκάκης Γ. – Α., Η φονική κοινωνική ασυνειδησία, ΝοΒ 2004, σελ. 1670 επ. Πρβλ. Τσιρίδη Π., ό.αν. [υποσ. 151], ο οποίος τοποθετείται σαφώς υπέρ της δογματικής ένταξης της αδιαφορίας στην ενσυνείδητη αμέλεια. 155 Βλ. χαρακτηριστικά Κατσαντώνης Α., ό.αν. [υποσ. 46], Κατσαντώνης Α., Ποινικόν δίκαιον – Γενικόν μέρος, Τόμος Ι, Εκδόσεις Παρισιάνου, 1972, σελ. 110 επ. 62 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις συμβιβάζεται με αυτό ακόμη κι αν δεν το επιθυμεί 156. Περαιτέρω ο συγγραφέας επισημαίνει πως στον ενδεχόμενο δόλο θα πρέπει να υπαχθούν, πέρα από τις περιπτώσεις που ο δράστης διάκειται θετικά απέναντι στο ενδεχόμενο πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης, κι εκείνες οι περιπτώσεις όπου ο δράστης αδιαφορεί για το εγκληματικό αποτέλεσμα 157. Αντιθέτως, σύμφωνα με τον ως άνω συγγραφέα, με ενσυνείδητη αμέλεια ενεργεί ο δράστης όταν αποκρούει εσωτερικά το εγκληματικό αποτέλεσμα το οποίο διαβλέπει ως ενδεχόμενο να επέλθει· όταν δηλαδή ενεργεί πιστεύοντας (ή ελπίζοντας) ότι θα αποφύγει το εγκληματικό αποτέλεσμα 158. Συνοψίζοντας, λοιπόν, ενώ ο Χωραφάς Ν. ταυτίζει την αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος με την επιδοκιμασία αυτού (εν ευρεία εννοία), ο Κατσαντώνης Α. εκλαμβάνει την αποδοχή ως συμβιβασμό προς το εγκληματικό αποτέλεσμα, ανεξάρτητα από το αν αυτό του είναι επιθυμητό ή όχι. Σύμφωνος επιδοκιμασίας (ή σε μεγάλο συναινέσεως), όπως βαθμό αυτή Κατσαντώνη Α., εμφανίζεται ο Γάφος Η. 159 προς την θεωρία διατυπώνεται από της τον . Ο εν λόγω συγγραφέας παραδέχεται ομοίως προς τους προαναφερόμενους συγγραφείς την κομβική σημασία του βουλητικού στοιχείου στη διάκριση ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας, προς επίρρωση δε αυτού ανατρέχει στη γραμματική διατύπωση των άρ. 27 και 28 ΠΚ. Ο εν λόγω συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα πως «αποδοχή» του εγκληματικού αποτελέσματος στο πλαίσιο της θεωρίας της συναινέσεως, η οποία (αποδοχή) συνακόλουθα σηματοδοτεί την κατάφαση του ενδεχόμενου δόλου, συνίσταται όταν ο δράστης συγκατατίθεται προς το εγκληματικό αποτέλεσμα, παρότι έλαβε υπόψη του 156 Βλ. χαρακτηριστικά Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 90. 157 Βλ. χαρακτηριστικά Κατσαντώνης Α., ό.αν. [υποσ. 46], με περαιτέρω παραπομπές σε Engisch K. 158 Βλ. χαρακτηριστικά Κατσαντώνης Α., ό.αν. [υποσ. 46], σημειωτέον πως η υπαγόμενη, σύμφωνα με τον εν λόγω συγγραφέα, στον ενδεχόμενο δόλο έννοια της «ελπίδας αποφυγής» προσλαμβάνει ταυτόσημο περιεχόμενο με αυτό της «πίστης αποφυγής» του εγκληματικού αποτελέσματος, για το λόγο ότι μόνο η ισχυρή βάσιμη («δεδικαιολογημένη») ελπίδα αποφυγής, ήτοι αυτή που ισοδυναμεί με την πίστη αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος, υποδηλώνει την «εσωτερική απόκρουση» του εγκληματικού αποτελέσματος από τον ίδιο το δράστη. 159 Βλ. χαρακτηριστικά Γάφος Η., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 304 επ. 63 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις προηγουμένως την επέλευση αυτού· άλλως ειπείν αποδοχή συνίσταται όχι μόνο όταν ο δράστης επιδοκιμάζει το εγκληματικό αποτέλεσμα αλλά κι όταν, ενώ υπολογίζει σοβαρά την επέλευσή του συγκατατίθεται προς αυτό . Πλην όμως, ο ως άνω συγγραφέας διαφοροποιείται από τους Χωραφά Ν. και Κατσαντώνη Α. κατά το ότι υπάγει στην ενσυνείδητη αμέλεια όχι μόνον την πίστη αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος, όπως γίνεται δεκτό από τους ως άνω κι όπως ορίζεται ρητά στο άρ. 28 ΠΚ, αλλά και την «αισιόδοξη πεποίθηση αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος», η οποία κατά το κοινό γλωσσικό νόημα δεν μπορεί να είναι άλλη από την ελπίδα αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος. Δικαιολογητικός λόγος της ως άνω υπαγωγής είναι η βάσει της αρχής in dubio pro reo επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη με την υπαγωγή της ελπίδας αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος στην ενσυνείδητη αμέλεια, καθώς η υπαγωγή αυτής στον ενδεχόμενο δόλο, η οποία και θα σήμαινε ποικιλοτρόπως δυσμενέστερη ποινική μεταχείριση αυτού, προϋποθέτει αναγκαία σαφή νομοθετική πρόβλεψη. Κατόπιν τούτων, θα λέγαμε πως ο Γάφος Η., καίτοι συντάσσεται προς τη θεωρία της συναινέσεως του εγκληματικού αποτελέσματος, κινείται στο ίδιο μήκος κύματος με τον Καρανίκα Δ., ήτοι διαστέλλοντας επιτρεπτά το γράμμα του άρ. 28 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ προς όφελος του δράστη και σε βάρος του αξιοποίνου εντάσσει στην «πίστη αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος» την «αισιόδοξη πεποίθηση αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος». Στην παρούσα θέση καθίσταται απολύτως αναγκαία μία σύντομη, διευκρινιστική κυρίως, αναφορά στην υποστηριζόμενη από το Γεωργάκη Ι. 160 θέση αναφορικά με την επίμαχη διάκριση ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας. Συγκεκριμένα, μολονότι ο ως άνω συγγραφέας φαίνεται αρχικά να εκλαμβάνει την «αποδοχή», ήτοι το βουλητικό στοιχείο του ενδεχόμενου δόλου το οποίο, όπως δέχεται κι ο ίδιος, τον διαφοροποιεί από την ενσυνείδητη αμέλεια, με το αυτό περιεχόμενο που προσδίδει σε αυτήν ο Κατσαντώνης Α. στο πλαίσιο της «θεωρίας της συναινέσεως» 161, επί 160 Βλ. χαρακτηριστικά Γεωργάκης Ι., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 308 επ. 161 Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα πως ο ίδιος ο συγγραφέας ομολογεί πως η εν λόγω σύλληψή του αναφορικά με τη διάκριση ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας κείται εντός των ορίων της «θεωρίας της συναινέσεως», βλ. χαρακτηριστικά Γεωργάκης Ι., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 331. 64 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις της ουσίας διαφοροποιείται από αυτήν, όπως τον Γεωργάκη θα επιχειρήσουμε να «αποδοχή» του καταδείξουμε κατωτέρω. Σύμφωνα με Ι., ως εγκληματικού αποτελέσματος από το δράστη δε νοείται η «εσωτερική συμφωνία» αυτού προς το αποτέλεσμα αλλά αυτή (η αποδοχή) συνάγεται όταν ο δράστης πράττει αν και αναμένει αντικειμενικά να επισυμβεί το εγκληματικό αποτέλεσμα που συνέχεται αιτιακά με την εγκληματική τ ου συμπεριφορά, πράξη ή παράλειψη. Με άλλα λόγια, συνάγεται αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος από τον δράστη, υπό την έννοια του συμβιβασμού προς αυτό, όταν αυτός προβλέπει την εκ της πράξεώς του ενδεχόμενη πρόκληση του εγκληματικού αποτελέσματος και παρά την εν λόγω πρόβλεψη προβαίνει στην εγκληματική συμπεριφορά. Κατόπιν τούτων, καθίσταται σαφές πως ο συγγραφέας ανάγει σε κριτήριο της επίμαχης διάκρισης την «αντίληψη» (γνώση) του εγκληματικού δράστη αναφορικά αποτελέσματος. με το Αποδοχή ενδεχόμενο λοιπόν του επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος από μέρους του υπό την έννοια του συμβιβασμού προς αυτό τεκμαίρεται μόνον όταν ο βαθμός με τον οποίον αναμένει ο δράστης την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος είναι αρκούντως υψηλός· κατ’ ελάχιστο δε, αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος συνάγεται όταν ο δράστης θεωρεί την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος εξίσου ενδεχόμενη με τη δυνατότητα της μη επελεύσεώς του. Σημειωτέον πως τις – απολύτως βάσιμες κατά τη γνώμη της γράφουσας – ενστάσεις περί της εδραίωσης της ως άνω θεωρίας μόνο στο νοητικό στοιχείο της πρόβλεψης κι όχι στο κατ’ άρ. 27 ΠΚ βουλητικό στοιχείο της αποδοχής αντικρούει ο ως άνω συγγραφέας επισημαίνοντας τη θετική, κατά τη γνώμη του, ε ξέλιξη της έννοιας της αποδοχής «από ψυχολογικής υποκειμενικής ψυχικής στάσεως σε μία αντικειμενικά διαπιστούμενη ψυχική στάση του δράστη », καθώς αυτή συνάγεται (ορθότερα τεκμαίρεται) από το γεγονός ότι ο ίδιος ο δράστης πράττει αν κι αναμένει ότι το αποτέλεσμα ενδεχομένως να επισυμβεί με ορισμένο βαθμό πιθανολογήσεως. Ως εκ τούτου, καθίσταται απολύτως σαφές πως η ως άνω θεωρητική προσέγγιση του Γεωργάκη Ι., παρά τα όσα ο ίδιος ευαγγελίζεται περί της ένταξης της εν λόγω προσέγγισής του στο χώρο της βουλητικής «θεωρίας της συναινέσεως», παραλλάσσει σημ αντικά από την ως άνω υποστηριζόμενη από τον Κατσαντώνη Α. «θεωρία της συναινέσεως», για 65 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις το λόγο ότι ενώ ο δεύτερος προτάσσει την ανάγκη διακρίβωσης της αποδοχής ως «εσωτερικής ψυχολογικής αρμονίας» προς το εγκληματικό αποτέλεσμα με την αξιοποίηση βεβαίως εμπειρικών δεδομένων και κριτηρίων, ο πρώτος υποστηρίζει την τεκμαιρώμενη αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος από τον δράστη εκ μόνης της πρόβλεψης από αυτόν της σε μεγάλο βαθμό πιθανολογούμενης επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Κλείνοντας την προκείμενη σύντομη παρέκβαση, επισημαίνουμε πως, κατά τη γνώμη μας, η ως άνω παρατιθέμενη θεωρητική προσέγγιση συνιστά μία contra legem ερμηνεία του άρ. 27 ΠΚ για το λόγο ότι προτάσσει το γνωστικό στοιχείο εκ του οποίου συνάγει το βουλητικό, το οποίο όμως και ισότιμο κι αλληλένδετο προς το γνωστικό είναι και σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει ούτε να παραγνωρίζεται ούτε να παραγκωνίζεται αλλά θα πρέπει να διερευνάται ανεξάρτητα και σχολαστικά – προφανώς με την αναδρομή σε εμπειρικά δεδομένα και κριτήρια. Σημειωτέον πως οι ως άνω επιφυλάξεις μας δικαιολογούν σε μεγάλο βαθμό τη μη εδραίωση της ως άνω θεώρησης στην ελληνική ποινική σκέψη. 2.1.3.2.2. Θεωρήσεις υπέρ της de lege lata «θεωρίας της αποδοχής του κινδύνου» (ή β’ τύπου του Frank) Διαφοροποιημένη αισθητά από τις ως άνω θεωρητικές προσεγγίσεις των Χωραφά Ν. και Κατσαντώνη Α. εμφανίζεται η υποστηριζόμενη από τον Ανδρουλάκη Ν. θέση αναφορικά με τη διάκριση ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας. Ο καθηγητής Ανδρουλάκης εκκινεί από τη θέση του Χωραφά Ν. ως προς την ύπαρξη ενός κοινού βουλητικού στοιχείου συνδέοντος και τα τρία είδη δόλου, το οποίο υποδηλώνει την ενσυνείδητη εχθρική στάση 162 του δράστη απέναντι στα έννομα αγαθά· αντιδιαστέλλει δε προς αυτό την «καλοκάγαθη επιπολαιότητα» του αμελούς δράστη και τη συνακόλουθη «πίστη» αυτού στη μη πραγμάτωση του κινδύνου, τα οποία χαρακτηρίζουν αμφότερα την ενσυνείδητη αμέλεια και τα οποία υποδηλώνουν περαιτέρω όχι μία εχθρική ψυχική στάση προς τα θιγόμενα έννομα αγαθά (όπως συμβαίνει προφανώς στον ενδεχόμεν ο δόλο) 162 Βλ. χαρακτηριστικά Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 284. 66 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις αλλά μία φιλική στάση απέναντι σε αυτά 163. Σημειωτέον πως κι ο Ανδρουλάκης Ν. επισημαίνει την ταύτιση του γνωστικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου με αυτό της ενσυνείδητης αμέλειας και για το λόγο αυτό προκρίνει την ορθότητα των βουλητικών θεωριών έναντι των γνωστικών 164 , ανάγοντας περαιτέρω σε κριτήριο της διάκρισης ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας το βουλητικό στοιχείο του ενδεχόμενου δόλου, ήτοι την αποδοχή κατ’ άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ 165. Το περιεχόμενο της «αποδοχής», προκειμένου να επιτύχει τη σαφή οριοθέτηση των δύο ως άνω βαθμίδων υπαιτιότητας, αποπειράται να προσεγγίσει ο Ανδρουλάκης Ν. με την αναδρομή στο λόγο της βαρύτερης απαξίας των εγκλημάτων δόλου έναντι των εγκλημάτων αμέλειας . Ο ίδιος δεν ερμηνεύει την «αποδοχή» του εγκληματικού αποτελέσματος ως «επιδοκιμασία» αυτού, επισημαίνοντας περαιτέρω πως η εννοιολογική ταύτιση των ως άνω δύο εννοιών και περαιτέρω η απόδοση της βαρύτερης απαξίας των τελούμενων με ενδεχόμενο δόλο εγκλημάτων έναντι αυτών που τελούνται με ενσυνείδητη αμέλεια στην επιδοκιμασία (με την ευρεία 163 Πρβλ. βλ. Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 20], σελ. 243, σε υποσημείωση υπ’ αριθ. 83, όπου η συγγραφέας αντικρούει την ως άνω θέση του Ανδρουλάκη Ν. επισημαίνοντας χαρακτηριστικά πως το γεγονός ότι επιλογή του ποινικού μας νομοθέτη συνιστά η τιμώρηση και των αμελών πράξεων ή παραλείψεω ν, υποδηλώνει πως και σε αυτές τις συμπεριφορές υπολανθάνει μία αρνητική ψυχική στάση του δράστη τους απέναντι στα θιγόμενα έννομα αγαθά· κατά τούτο, ακόμη κι η επιπολαιότητα ή η αδιαφορία για τα έννομα αγαθά, συμπεριφορές οι οποίες υπάγονται στην ενσυνείδ ητη αμέλεια σύμφωνα με την ως άνω συγγραφέα, υποδηλώνουν στην πραγματικότητα την αρνητική στάση του επιπόλαιου ή αδιάφορου δράστη απέναντι σε αυτά. 164 Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει η Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 20], σελ. 248, ο Ανδρουλάκης Ν. ορθώς προτάσσει την ορθότητα των βουλητικών θεωριών παρά τις απόψεις σύγχρονών του επιστημόνων στο γερμανικό κυρίως χώρο περί στοιχειοθέτησης του ενδεχόμενου δόλου βάσει μόνο του γνωστικού στοιχείου· θεωρίες οι οποίες πράγματι θα επέλυαν τις όποιες αποδεικτικές δυσχέρειες. Πλην όμως η προκρινόμενη από τον ως άνω συγγραφέα θεμελίωση του δόλου τόσο στο γνωστικό όσο και στο βουλητικό στοιχείο, στοιχεία απολύτως ισότιμα και αλληλένδετα, παραμένει συνεπής προς το δόγμα του ποινικού μας δικαίου και στο νομοθετικό ορισμό του ενδεχόμενου δόλου, όπως αυτός τυποποιείται στο άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ. 165 Βλ. χαρακτηριστικά Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 268 επ. 67 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις έννοια) 166 του εγκληματικού αποτελέσματος από το δράστη, εσφαλμένως μεν αναπόφευκτα δε στην παραδοχή της οδηγεί «θεωρίας της επιδοκιμασίας», υπό την οποία με ενδεχόμενο δόλο ενεργεί ο δράστης όταν επιδοκιμάζει το αξιόποινο αποτέλεσμα. Ο ίδιος ο συγγραφέας δεν συντάσσεται με την ως άνω παραδοχή για το λόγο ότι, όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί 167, το ποινικό μας δίκαιο δεν μπορεί να ενδιαφέρεται πρωτευόντως για φρονηματικά μεγέθη, όπως η επιδοκιμασία ή η αποδοκιμασία του εγκληματικού αποτελέσματος από πλευράς του δράστη. Αντιθέτως, κατά τον Ανδρουλάκη Ν., η διαφορετική απαξία των εγκλημάτων δόλου από αυτή των εγκλημάτων αμέλειας εντοπίζεται στην προσβολή με ανθρώπινη συμπεριφορά των θιγόμενων εννόμων αγαθών και στην απόφαση δράσης που την επικαλύπτει υποκειμενικά. Ως εκ τούτου, η απόφαση του δράστη να προσβάλει (με τη μορφή της βλάβης ή της διακινδύνευσης) το θιγόμενο έννομο αγαθό, μολονότι διαβλέπει ως ενδεχόμενη την πραγμάτωση της οικείας αντικειμενικής υπόστασης, θα πρέπει να αναχθεί κατά τον συγγραφέα σε κριτήριο της διάκρισης του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια 168. Έτσι, σύμφωνα με τον Ανδρουλάκη Ν., «Ενδεχόμενος δόλος πρόκειται οσάκις ο δράστης έλαβε υπόψη του το σοβαρό/υπολογίσιμο 169 ενδεχόμενο 166 Βλ. χαρακτηριστικά Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 281, όπου ο συγγραφέας αναφέρεται χαρακτηριστικά στη διαβάθμιση των ψυχικών στάσεων· από την επιδίωξη στην απλή επιδοκιμασία – αποδοχή έως τέλος στην απόλυτη αδιαφορία για το εγκληματικό αποτέλεσμα. 167 Βλ. σχετικά Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 281, όπου ο συγγραφέας επισημαίνει χαρακτηριστικά πως «Για το Ποινικό δίκαιο δεν έχει τόση σημασία το να αποτρέψει προσβολές εννόμων αγαθών φερόμενες από την εγκληματική επιδοκιμασία του δράστη· σημασία έχει προπάντων να αποτρέψει τις προσβολές καθ’ εαυτές, άσχετα προς την φρονηματική – συναισθηματική διάθεση του δράστη απέναντί τους…», καθώς και σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 20], σελ. 247 επ. 168 Βλ. χαρακτηριστικά Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 282 επ., Ομοίως και Κοτσαλής Λ., ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 519 επ., Ναμίας Ο., «Ρώσικη ρουλέτα»: Ενσυνείδητη αμέλεια ή ενδεχόμενος δόλος; Με αφορμή την απόφαση του Αναθεωρητικού δικαστηρίου 282/1992, ΠοινΧρ 1994, σελ. 1195 επ., ο οποίος όμως διαφοροποιείται ως προς τον Ανδρουλάκη Ν. στο μέτρο που συμμερίζεται την προηγούμενη θέση που διατύπωνε ο ως άνω καθηγητής περί της υπαγωγής της ελπίδας αποφυγής στην ενσυνείδητη αμέλεια. Σημειωτέον πως ο ως άνω συγγραφέας στην ως άνω μελέτη του προτάσσει την κατά την κρίση του ορθότητα των γνωστικών θεωριών. Ομοίως Κωνσταντινίδης Α., Η απόδειξη και η αιτιολόγηση του ενδεχόμενου δόλου, ΠοινΧρ 2007, σελ. 974 επ. 169 Βλ. χαρακτηριστικά Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 283, όπου ο συγγραφέας διευκρινίζει πως ως «σοβαρό ενδεχόμενο» εκλαμβάνεται εκείνο που επηρεάζει τη 68 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις πραγμάτωσης της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και, αφού το εστάθμισε με ό,τι επεδίωκε μέσω της πράξης του, έκρινε το τελευταίο ως τόσο σημαντικό, ώστε, έστω και αν το αξιόποινο αποτέλεσμα δεν ήταν γι’ αυτόν ούτε επιδοκιμαστέο ούτε απολύτως αδιάφορο, αλλ’ αντι θέτως αντιπαθές, αποφάσισε να προχωρήσει στην πράξη, απλώς ελπίζοντας – ευχόμενος ότι τελικά δεν θα επέλθει. Ενσυνείδητη αμέλεια, αντιθέτως, υπάρχει οσάκις ο δράστης είτε από επιπολαιότητα 170 δεν έλαβε σοβαρά υπόψη του το καθ’ εαυτό, όπως αποδεικνύεται, σοβαρό ενδεχόμενο πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος είτε «μετά λόγου» υπέθεσε ότι τελικά το αποτέλεσμα θα απολειφθεί – και στις δύο περιπτώσεις μπορεί να λεχθεί ότι ο δράστης, καίτοι το προείδε ως ενδεχόμενο, πίστεψε ότι τελικά το αξιόποι νο αποτέλεσμα δεν θα επέλθει». Από τα ως άνω προκύπτει πως η προκρινόμενη από τον Ανδρουλάκη Ν. θεωρία διάκρισης του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια αντιστοιχεί στη θεωρία της «αποδοχής του κινδύνου» (ή β’ τύπο του Frank) 171. διαδικασία λήψης της απόφασης για δράση· περαιτέρω ο συγγραφέας επισημαίνει πως για τον προσδιορισμό του σοβαρού ενδεχομένου, δεν απαιτείται η αναδρομή ούτε σε στατιστικές έρευνες ούτε αξιώνεται κάποιος αυξημένος βαθμός πιθανότητας – αρκεί η ενδεχόμενη κατάφαση της αντικειμενικής υπόστασης να είναι όχι απίθανη. Στην ίδια κατεύθυνση κι ο Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 92 επ., ο οποίος όμως εκφράζει και την έντονη επιφύλαξή του αναφορικά με τη θεμελίωση του ενδεχόμενου δόλου μόνο στην γνώση ως όχι απίθανης της επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, για το λόγο ότι προφανώς μία τέτοια παραδοχή θα σήμαινε εκτίμηση μόνο του γνωστικού στοιχείου και μέσω αυτού συναγωγή του βουλητικού. 170 Όπως αναδεικνύεται επαρκώς στην οικεία ανάπτυξη της θεώρησης του καθηγητή Ανδρουλάκη Ν., ο ως άνω αποδίδει σε ενσυνείδητη αμέλεια του δράστη την από επιπολαιότητα μη λήψη σοβαρά υπόψη του καθεαυτού σοβαρού ενδεχομένου πραγμάτωσης του αντικειμενικού αποτελέσματος [βλ. ενδεικτικά Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 49]]. Πρβλ. όμως Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 20], σελ. 251, η οποία υποστηρίζει σχετικά πως η «επιπολαιότητα» μη λήψης σοβαρά υπόψη του κινδύνου δεν είναι άλλο από την απλή ελπίδα αποφυγής του αποτελέσματος. 171 Βλ. χαρακτηριστικά Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 286, απ’ όπου προκύπτει ότι ο συγγραφέας θεωρεί ότι η αποδοχή του κινδύνου και η εμμονή στην κινδυνώδη ενέργεια συμβαδίζει πάντα σε τελική ανάλυση με μία έμμεση αποδοχή της πραγμάτωσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Προς επίρρωση δε της συγκεκριμένης θέσης του, ο συγγραφέας ανατρέχει κι επικαλείται το «λάθος» το οποίο έλαβε χώρα κατά τη μεταγλώττιση του κειμένου του ΠΚ στη δημοτική, οπότε και το άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ, παρά την ακόλουθη αρχική του διατύπωση «… και αποδεχόμενος αυτήν» (δηλ. «την παραγωγήν των απαρτιζόντων την έννοιαν της αξιοποίνου πράξεως περιστατικών»), αποδόθηκε ως εξής «επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται» (δηλ. το ενδεχόμενο παραγωγής αυτών των περιστατικών, τον κίνδυνο). Ο συγγραφέας επισημαίνει βεβαίως την κατ’ αρ. 36 παρ. 3 Ν. 1406/1983 ερμηνευτική υπεροχή του αρχικού κειμένου, πλην όμως αποδίδει την ως άνω 69 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Σύμφωνα λοιπόν με τον Ανδρουλάκη Ν. 172, εκείνος που ενεργεί την εγκληματική συμπεριφορά μολονότι γνωρίζει το ενδεχόμενο πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος, τελεί είτε σε ενδεχόμενο δόλο, όταν αποφασίζει να δράσει ανεξάρτητα από το εάν επιδοκιμάζει το εγκληματικό αποτέλεσμα ή εάν αυτό του είναι αδιάφορο ή αντιπαθές, είτε σε ενσυνείδητη αμέλεια, όταν πιστεύει ότι θα αποφύγει το εγκληματικό αποτέλεσμα. Προκύπτει περαιτέρω σαφώς πως, κατ’ εφαρμογή του β’ τύπου του Frank, όπως τον ασπάζεται ο Ανδρουλάκης Ν., η «αδιαφορία» ως προς το εγκληματικό αποτέλεσμα εντάσσεται στην έννοια της «αποδοχής» 173 γιατί υποδηλώνει πράγματι μία ενσυνείδητη εχθρική βουλητική στάση του δράστη απέναντι στο θιγόμενο έννομο αγαθό. Σε ένα επόμενο επίπεδο σκέψης, ο συγγραφέας εντοπίζει την ύπαρξη ενός κενού μεταξύ των ως άνω δύο αλληλοαποκλειόμενων και αλληλοσυμπληρούμενων βαθμίδων υπαιτιότητας, όπως αυτές τυποποιούνται διαφοροποίηση όχι σε προχειρολογία κι επιπολαιότητα των μεταφραστών του ελληνικού ποινικού κώδικα αλλά σε συνειδητή επιλογή αυτών να ταυτίσουν ουσιαστικά τον συμβιβασμό προς την ενδεχόμενη πραγμάτωση του κινδύνου με την αποδοχή τελικώς του εγκληματικού αποτελέσματος. Contra Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 20], σελ. 250 επ., όπου η ως άνω συγγραφέας επισημαίνει πως ο ενδεχόμενος δόλος προϋποθέ τει εχθρική ψυχική διάθεση του δράστη απέναντι στο έννομο αγαθό, τέτοια δε στάση δεν συνιστά η απόφαση δράσης κατά του θιγόμενου εννόμου αγαθού αλλά μόνον η απόφαση προσβολής αυτού. Ομοίως contra Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., Εμβάθυνση στο Ουσιαστικό Ποινικό Δίκαιο, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2008, σελ. 55 επ., όπου η συγγραφέας επισημαίνει χαρακτηριστικά πως η κατάφαση του βουλητικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου βλάβης των εννόμων αγαθών επί τη βάσει της επιμονής σε μία επικίνδυνη συμπεριφορά θα οδηγούσε σε αδυναμία διάκρισης των εγκλημάτων βλάβης από τα εγκλήματα διακινδύνευσης για το λόγο ότι κάθε έγκλημα διακινδύνευσης θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως απόπειρα ενός εγκλήματος βλάβης, παρά βεβαίως τη σαφή νομοθετική επιλογή της ως άνω διάκρισης. Σημειωτέον πως στα διατυπωθέντα επί της υποστηριζόμενης από τον ίδιο θεωρίας του «β’ τύπου του Frank» αντεπιχειρήματα περί της δήθεν διαπλοκής εγκλημάτων βλάβης κι εγκλημάτων διακινδύνευσης ανταπαντά ο ίδιος ο καθηγητής Ανδρουλάκης Ν. επισημαίνοντας πως επ’ ουδεν ί δεν επιχειρείται δια της ως άνω θέσης διαπλοκή του δόλου διακινδύνευσης με τον ενδεχόμενο δόλο (βλάβης) και περαιτέρω διαπλοκή των εγκλημάτων διακινδύνευσης και των εγκλημάτων βλάβης. 172 Βλ. σχετικά Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 287. Ομοίως και Κοτσαλής Λ., ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 519 επ. 173 Σημειωτέον πως εκτός του Ανδρουλάκη Ν. [βλ. χαρακτηριστικά σε Ανδρουλάκη Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 287, και σε Ανδρουλάκη Ν., ό.αν. [υποσ. 49]], όπως σχετικά αναφέρεται και ανωτέρω στην παρούσα θεματική ενότητ α, και ο Χωραφάς Ν. θεωρούσε ως οιονεί αυτονόητο ότι η αδιαφορία εμπεριέχεται στην έννοια της αποδοχής, βλ. χαρακτηριστικά Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 121]. Ομοίως και Κατσαντώνης Α., ό.αν. [υποσ. 46], Κοτσαλής Λ., ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 519 επ. 70 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις στα άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ και άρ. 28 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ αντίστοιχα · συγκεκριμένα, διαπιστώνει πως δεν υπάγονται σε καμία εκ των ως άνω βαθμίδων υπαιτιότητας εκείνες οι περιπτώσεις που ο δράστης μολονότι γνωρίζει το ενδεχόμενο πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης, ενεργεί επειδή απλώς ελπίζει στη μη επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος. Κατ’ εφαρμογή λοιπόν του β’ τύπου του Frank, υπέρ του οποίου τάσσεται πλέον ο Ανδρουλάκης Ν. 174, αυτές οι τελευταίες περιπτώσεις υπάγονται στον ενδεχόμενο δόλο, περιορίζοντας συνακόλουθα το εννοιολογικό περιεχόμενο της ενσυνείδητης αμέλειας μόνο στην πίστη αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος. Δικαιολογητικός λόγος της ως άνω υπαγωγής είναι ότι μόνο η πίστη αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος μαρτυρά μία φιλική στάση του δράστη προς το θιγόμενο έννομο αγαθό, ίδιον της ενσυνείδητης αμέλειας, ενώ πάντως η απλή ελπίδα αποφυγής του δεν αποκλείει την ενσυνείδητη εχθρική ψυχική στάση του δράστη προς το θιγόμενο έννομο αγαθό, η οποία άλλωστε συνιστά και την ουσία του δόλου· το γεγονός περαιτέρω πως ο δράστης συνεχίζει την επικίνδυνη δραστηριότητά του ελπίζοντας απλώς στην αποφυγή του εγκληματικού αποτελέσματος, αποδεικνύει περίτρανα πως είναι σπουδαιότερη γι’ αυτόν η επίτευξη του τελικού του σκοπού παρά η διαφύλαξη του εννόμου αγαθού του οποίου η βλάβη πιθανολογείται. Σημειωτέον πως στο συμπέρασμα αυτό οδηγείται ο ως άνω συγγραφέας αφενός μεν από τη γραμματική διατύπωση της ενσυνείδητης αμέλειας (άρ. 28 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ), η οποία συνδέεται μόνο με τη πίστη αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος, αφετέρου δε επικαλούμενος το «κοινό γλωσσικό αισθητήριο» σύμφωνα με το οποίο «όποιος αποδέχεται τον κίνδυνο με την έννοια του 174 Βλ. χαρακτηριστικά Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 288, αλλά και Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 49]. Σημειωτέον πως ο Ανδρουλάκης Ν. δεν είχε ταχθεί εξ’ αρχής υπέρ του β’ τύπου του Frank· προγενέστερα, βλ. Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 26], σελ. 14, Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 343, είχε προκρίνει την ορθότητα του α’ τύπου του Frank, σύμφωνα με τον οποίο η στενότερη σύλληψη του ενδεχόμενου δόλου που απηχεί η εν λόγω θεωρία συνεπάγεται αναπόφευκτα τον ευρύτερο ορισμό της ενσυνείδητης αμέλειας με την υπαγωγή σε αυτήν και της ελπίδας αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος. Ο Ανδρουλάκης Ν. μάλιστα προέκρινε την ως άνω ερμηνεία για το λόγο ότι, όπως χαρακτηριστικά επεσήμανε, και επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο ήταν (in dubio pro reo) και πιο κοντά στο πνεύμα του Έλληνα ποινικού νομοθέτη , όπως αυτό αποτυπώθηκε στο άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ με την επιλογή της μη ρητής υπαγωγής της ελπίδας αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος στον ενδεχόμενο δόλο. Την ίδια θέση ασπάζεται και ο Κοτσαλής Λ., ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 519 επ. 71 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις ψυχικού συμβιβασμού προς την ενδεχόμενη πραγμάτωσή του – έστω κι αν την απεύχεται – υπό κάποια έννοια συναποδέχεται και την τελευταία». Συνοψίζοντας, λοιπόν, θα λέγαμε σχηματικά πως η παραδοχή από τον Ανδρουλάκη Ν. ως ορθότερου του β’ τύπου του Frank συνεπάγεται την υπαγωγή στον ενδεχόμενο δόλο όχι μόνο των περιπτώσεων που ο δράστης αποφασίζει να προβεί στην εγκληματική συμπεριφορά, ανεξάρτητα από το αν επιδοκιμάζει το εγκληματικό αποτέλεσμα ή αν αυτό είναι για τον ίδιο στην ουσία του ακόμη κι αντιπαθές, αλλά κι εκείνων των περιπτώσεων όπου ο δράστης προβαίνει στην εγκληματική ενέργεια (ή αδράνεια) ελπίζοντας ότι θα αποφύγει το εγκληματικό αποτέλεσμα καθώς κι εκείνων όπου ο δράστης προβαίνει στην επίμαχη ενέργεια (ή αδράνεια) αδιαφορώντας περαιτέρω για το αποτέλεσμα της πράξης του. Την ως άνω παρατιθέμενη θέση του Ανδρουλάκη Ν. ασπάζεται μεταξύ άλλων κι ο Χαραλαμπάκης Α 175. Έχοντας ως «εφαλτήριο» για την οριοθέτηση του ενδεχόμενου δόλου από τη γείτονα έννοια της ενσυνείδητης αμέλειας την απαιτούμενη κατ’ άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ «αποδοχή» του εγκληματικού αποτελέσματος 176, «συμπυκνώνει» το νόημα της ως άνω έννοιας ως εξής: «Αποδέχομαι τον κίνδυνο επελεύσεως του αποτελέσματος, σημαίνει σταθμίζω τα υπέρ και κατά, με βάση τα δεδομένα στοιχεία, και αποφασίζω να προβώ στην πράξη επειδή αυτό μου είναι σημαντικότερο από τον φόβο μήπως επέλθει τελικά το αποτέλεσμα». Συνεπεία της ως άνω θέσης και κατόπιν συνεπούς εφαρμογής του β’ τύπου του Frank, στην έννοια της 175 Βλ. χαρακτηριστικά Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 179 επ., Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 33], Χαραλαμπάκης Α., ό.αν [υποσ. 81], σελ. 167, Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 46]. Την υποστηριζόμενη από τον Χαραλαμπάκη Α. θέση ασπάζεται κι ο Κωστάρας Α., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 230 επ. Διαφοροποιείται όμως ως προς τον Χαραλαμπάκη Α. για το λόγο ότι τάσσεται υπέρ της υπαγωγής τόσο της αδιαφορίας ως προς την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, όσο και της ελπίδας αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος στην ενσυνείδητη αμέλεια. 176 Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 81], σελ. 167, η θεωρία της αποδοχής ορθώς τοποθετεί στο επίκεντρο της διάκρισης του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια το βουλητικό στοιχείο - χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζει τη συμμετοχή του γνωσιολογικού στοιχείου - για το λόγο ότι είναι αυτή η βαρύτερη εγκληματική βούληση του δόλιου δράστη η οποία τον διαφοροποιεί από τον ενσυνειδήτως δρώντα αμελή και η οποία νομιμοποιεί περαιτέρω την πολιτεία να επιβάλει ποινική κύρωση, θεμελιούμενη στη σύνδεση του εγκληματικού αποτελέσματος με τον ψυχικό κόσμο του δράστη και κατ’ επέκταση με όλη την προσωπικότητά του. 72 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις «αποδοχής» δεν θα πρέπει να συμπεριληφθούν μόνο οι περιπτώσεις όπου ο δράστης, μολονότι πιθανολογεί την επέλευση του αποτελέσματος, την αποδέχεται ακόμη κι αν στην ουσία της του είναι δυσάρεστη , αλλά κι εκείνες οι περιπτώσεις που ο δράστης αδιαφορεί πλήρως για την πιθανή επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος 177. Μόνο εκ της πίστεως αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος τεκμαίρεται περαιτέρω – κατ’ άρ. 28 ΠΚ – η μη αποδοχή αυτού και συνεπώς καταφάσκεται η ενσυνείδητη αμέλεια, για το λόγο ότι μόνο η πίστη αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος κατόπιν της ως άνω στάθμισης μπορεί να δικαιολογήσει επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη· άλλως ειπείν η κατόπιν της ως άνω στάθμισης (αδικαιολόγητη) ελπίδα αποφυγής της διαφαινόμενης - με υψηλή πιθανότητα - επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, μαρτυρά την συνειδητή «εμμονή» του δράστη στην προκείμενη εγκληματική συμπεριφορά, «εμμονή» η οποία δεν δικαιολογεί επ’ ουδενί επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη με την υπαγωγή της συμπεριφοράς του στο χώρο της ενσυνείδητης αμέλειας 178. 177 Σε αντιπαραβολή προς την εν λόγω θέση του Χαραλαμπάκη Α., σύμφωνα με την οποία ο ενδεχόμενος δόλος εκτείνεται και σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου ο δράστης αδιαφορεί για την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, αξίζει να σημειωθεί η επικρότηση από τον ίδιο [βλ. χαρακτηριστικά σε Χαραλαμπάκη Α., ό.αν. [υποσ. 46]], της σχετικής ένστασης του Μανωλεδάκη Ι. [βλ. χαρακτηριστικά Μανωλεδάκης Ι., ό.αν. [υποσ. 112]], σύμφωνα με την οποία εσφαλμένα «αξιολογείται» από την ελληνική ποινική θεωρία η αδιαφορία ως ενδείκτης δόλου, για το λόγο ότι μόνη η αδιαφορία για την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με αποδοχή αυτού, καθώς αυτή δεν υποδηλώνει εχθρική στάση προς το θιγόμενο έννομο αγαθό αλλά βρίσκεται στο «κενό σημείο (μηδέν) μεταξύ της ελπίδας αποφυγής της βλάβης και αποδοχής της». 178 Δικαιολογητικό λόγο της ως άνω θέσης συνιστά, όπως ορθά επισημαίνει ο Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 33], καθώς και σε Χαραλαμπάκη Α., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 267, η ακόλουθη συλλογιστική «εκείνος που συνεχίζει την ενέργειά του, παρότι θεωρεί σοβαρά πιθανή την επέλευση του αποτελέσματος επιδεικνύει μεγαλύτερη «εχθρότητα» απέναντι στο δίκαιο από εκείνον που επιπόλαια απωθεί μια τέτοια πιθανή έκβαση, διακείμενος κατά βάση «φιλικά» προς την ουσία του δικαίου που δηλ. δεν παίρνει συνειδητά θέση εχθρική προς τα έννομα αγαθά. Αυτή η απάθεια προς το εγκληματικό αποτέλεσμα, που υποκρύπτει και ένα είδος «εχθρότητας» προς το δίκαιο, συγκαταλέγεται στα κριτήρια διακρίσεως του ενδεχόμενου δόλου». Σημειωτέον πως ο Χαραλαμπάκης Α. σε παλαιότερη μελέτη του [βλ. χαρακτηριστικά Χαραλαμπάκης Α., Το πρόβλημα aids από τη σκοπιά του ποινικού δικαίου, ΠοινΧρ 1990, σελ. 497 επ.] είχε ταχθεί υπέρ της εντάξεως της «ελπίδας» στην ενσυνείδητη αμέλεια, πλην όμως στη συνέχεια και υπό την επήρεια των σκέψεων του Ανδρουλάκη Ν. διαφοροποιήθηκε η ως άνω θεώρησή του με την ένταξη της «ελπίδας» στον ενδεχόμενο δόλο. 73 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις 2.1.3.2.3. Θεωρήσεις υπέρ της de lege lata «θεωρίας της αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος» Την ως άνω θέση των Ανδρουλάκη Ν. και Χαραλαμπάκη Α. περί της νομικής ορθότητας του β’ τύπου του Frank δε συμμερίζεται ο Μυλωνόπουλος Χρ. 179. Ο συγγραφέας αναγνωρίζει βεβαίως τη θετική και προς την ορθή κατεύθυνση συνεισφορά της ως άνω προσέγγισης αφενός μεν στη μεταστροφή της πάγιας έως τότε ποινικής νομολογίας, με την υπαγωγή στο βουλητικό στοιχείο του ενδεχόμενου δόλου (ήτοι στην αποδοχή) όχι μόνο της επιδοκιμασίας/ αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος αλλά και του συμβιβασμού προς το εγκληματικό αποτέλεσμα ακόμη κι αν αυτό δεν είναι καθ’ αυτό αποδεκτό από το δράστη ή δεν επιθυμεί την επέλευσή του , αφετέρου δε στη διεύρυνση της έννοιας της αποδοχής με την υπαγωγή σε αυτήν και των περιπτώσεων όπου ο δράστης ενεργεί ελπίζοντας ότι θα αποφύγει το εγκληματικό αποτέλεσμα. Πλην όμως για το Μυλωνόπουλο Χρ. βασικό μειονέκτημα της ως άνω θεωρίας συνιστά η διασταλτική ερμηνεία της «αποδοχής» του εγκληματικού αποτελέσματος με την ένταξη της έννοιας της αδιαφορίας ως προς το αποτέλεσμα στην έννοια της «αποδοχής», ερμηνεία υπέρ του αξιοποίνου κατά παράβαση της αρχής «ουδεμία ποινή άνευ νόμου». Σύμφωνα με τον ως άνω συγγραφέα, η αδιαφορία σε καμία περίπτωση δε συνιστά αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος· ο δράστης αδιαφορεί για το εγκληματικό αποτέλεσμα όταν δεν ασχολείται με αυτό άλλως όταν η επέλευση του αποτελέσματος έχει γι’ αυτόν την ίδια σημασία με τη μη επέλευσή του , αντίθετα η αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος προϋποθέτει μία τουλάχιστον στοιχειώδη ενασχόληση με αυτό, μία υποτυπώδη θετική στάση έστω και υπό τη μορφή του συμβιβασμού προς αυτό. Ο ως άνω συγγραφέας εστιάζει σε δύο ακόμη μειονεκτήματα του β’ τύπου του Frank, και συγκεκριμένα αφενός μεν στην κατ’ εφαρμογή αυτού ανεπίτρεπτη διαπλοκή του δόλου διακινδύνευσης με τον ενδεχόμενο δόλο αφετέρου δε στον αξιολογικό 179 Βλ. χαρακτηριστικά Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 112], Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 258. Σημειωτέον πως την ως άνω θεωρητική τοποθέτηση ασπάζεται κι ο Σοφός Θ., ό.αν. [υποσ. 4], σελ. 81 επ. 74 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις χρωματισμό του δόλου και την επιστροφή στην αναχρονιστική πια άποψη του dolus malus 180. Για όλους τους ανωτέρω λόγους, ο Μυλωνόπουλος Χρ. απορρίπτει την ως άνω θεωρία παρότι βεβαίως ενστερνίζεται τις επιμέρους θετικές, κατά την κρίση του, πτυχές της προκειμένου να αποσαφηνίσει το εννοιολογικό περιεχόμενο του βουλητικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου, ήτοι της αποδοχής. Αποδοχή λοιπόν του εγκληματικού αποτελέσματος δε συνιστά μόνο η επιδοκιμασία (όχι ως ψυχολογική διάθεση αλλά ως έμπρακτα εκδηλωμένη βούληση) αυτού από τον δράστη αλλά κι ο συμβιβασμός προς αυτό (ακόμη κι αν το εγκληματικό αποτέλεσμα δεν του είναι καθ’ εαυτό επιθυμητό) ακόμη και η ελπίδα αποφυγής του· μόνο η πίστη αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος αποκλείει την αποδοχή αυτού και για το λόγο αυτό μόνο αυτή εντάσσεται άνευ ετέρου στην ενσυνείδητη αμέλεια. Παρά τις ως άνω διαπιστώσεις, το ζήτημα της διάκρισης του ενδεχόμενου δόλου από την όμορη έννοια της ενσυνείδητης αμέλειας παραμένει, κατά τον ως άνω συγγραφέα, ανοικτό. Ο Μυλωνόπουλος Χρ. επισημαίνει την ανεπάρκεια του υφιστάμενου ποινικού δόγματος, όπως αυτό αποτυπώνεται στο κείμενο των άρ. 27 και 28 ΠΚ, να προσδώσει έναν ικανοποιητικό, ρητό και πλήρη ορισμό του ενδεχόμενου δόλου και της ενσυνείδητης αμέλειας προκειμένου να επιλυθεί περαιτέρω η επίμαχη διάκριση. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, οι ως άνω διατάξεις δεν περιλαμβάνουν ορισμούς ρητούς αλλά λειτουργικούς· ήτοι στο νόμο δεν ορίζεται ρητά το περιεχόμενο του βουλητικού στοιχείου των ως άνω δύο βαθμίδων υπαιτιότητας, για δε την ακριβέστερη εννοιολογική προσέγγιση αυτού καθίσταται αναγκαία στην πράξη η αναδρομή σε εμπειρικά κριτήρια, τους ενδείκτες 181, δηλαδή πραγματικά δεδομένα και περιστατικά αντιληπτά με 180 Ειδικότερα επί των μειονεκτημάτων της θεωρίας αποδοχής του κινδύνου ή β’ τύπου του Frank, ανωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3.1.2.2. 181 Βλ. χαρακτηριστικά Μυλωνόπουλος Χρ., Διαθετικές έννοιες και ποινικό δίκαιο, Υπερ 1993, σελ. 243 επ., όπου ο συγγραφέας ορίζει ως ενδείκτες «…εκείνα τα στοιχεία της παρατηρησιακής γλώσσας που απεικονίζουν με εφαρμογή των κανόνων αντιστοιχίας τους θεωρητικούς όρους, δηλαδή της διαθετικές έννοιες και τα οποία ενδεικνύουν τη συνδρομή της διάθεσης. Πρόκειται για τις αμέσως παρατηρήσιμες αντιδράσεις και τους τρόπους συμπεριφοράς του αντικειμένου, οι οποίοι, όταν εφαρμόζουμε το σχετικό κανόνα αντιστοιχίας, μας παρέχουν την ένδειξη ότι συντρέχει η μη -παρατηρήσιμη (θεωρητική) διαθετική έννοια…». Περαιτέρω, αναφορικά με την χρήση των ενδεικτών στην οριοθέτηση 75 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις τις αισθήσεις από τα οποία συνάγεται το συμπέρασμα περί της αποδοχής ή όχι από τον δράστη του εγκληματικού αποτελέσματος 182. Πλην όμως, ακόμη κι οι ως άνω προσπάθειες προσδιορισμού του ενδεχόμενου δόλου και της ενσυνείδητης αμέλειας με τη χρήση ενδεικτών δεν παρέχουν σε εμάς, σύμφωνα με τον καθηγητή Μυλωνόπουλο 183, έναν πλήρη και σαφή ορισμό για το λόγο ότι αυτός (ο ορισμός) δεν μπορεί παρά να είναι συνάρτηση του πλήθους και της ποιότητας των ενδεικτών 184· η δε οριοθέτηση με τεχνική ακρίβεια «μεγεθών της ζωής», όπως ο ενδεχόμενος δόλος και η ενσυνείδητη αμέλεια του δράστη, με τη χρήση ταξινομικών του ενδεχόμενου δόλου από την όμορη έννοια της ενσυνείδητης αμέλειας, βλ. κατωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3.2.5. 182 Ο Μυλωνόπουλος Χρ. επισημαίνει χαρακτηριστικά [βλ. σχετικά Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 112], Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 52], σελ. 60, Μυλωνόπουλος Χρ., Ποινικό δίκαιο – Γενικό μέρος, ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 258] την απόλυτη αδυναμία στα πλαίσια του υφιστάμενου ποινικού δόγματος σαφούς οριοθέτησης του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια. Η ως άνω επιφύλαξη του συγγραφέα απορρέει προφανώς από τη θεμελιώδη θεώρησή του, η οποία σημειωτέον διαπνέει και ολόκληρη τη διδασκαλία του αναφορικά με την υποκειμενική υπαιτιότητα, περί της διφυούς υπόστασης των ως άνω δύο βαθμίδων υπαιτιότητας, ήτοι η σε αντιπαραβολή προς το υφιστάμενο ποινικό δόγμα αντιμετώπιση των ως άνω δύο βαθμίδων υπαιτιότητας όχι μόνο ως «εσωτερικών γεγονότων» αλλά και ως «διαθετικών εννοιών». Ιδιαίτερη πρακτική σημασία της ως άνω συλλογιστικής συνιστά το γεγονός πως ενώ η αντιμετώπιση του ενδεχόμενου δόλου και της ενσυνείδητης αμέλειας αποκλειστικά ως «εσωτερικών γεγονότων» συνεπάγεται την αξιοποίηση των ενδεικτών αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση αποδεικτικών σκοπιμοτήτων, η αντιμετώπισή τους ως «διαθετικές έννοιες» προϋποθέτει την αξιοποίηση των ενδεικτών όχι προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ο δράστης αποδεχόταν ή όχι το εγκληματικό αποτέλεσμα αλλά εάν ο καταλογισμός στην πράξη του δόλου είναι περισσότερο υποστηρίξιμος από ότι η απόρριψή του· κατόπιν τούτου ο προσδιορισμός των ως άνω ε ννοιών καθίσταται αλληλένδετος με την αποδεικτική διαδικασία κατά τρόπο τέτοιο ώστε η αποδεικτική διαδικασία να ανάγεται σε νομικό ζήτημα. Περαιτέρω, ο συγγραφέας επισημαίνει πως τα όρια του ενδεχόμενου δόλου με την ενσυνείδητη αμέλεια είναι ρευστά και ασα φή, η δε μετάβαση από τη μία βαθμίδα υπαιτιότητας στην άλλη δεν μπορεί παρά να συντελείται βαθμιαία και όχι απότομα · εξ’ αυτού και μόνο καταφάσκεται το εσφαλμένο της αντιμετώπισης του δόλου και της αμέλειας ως ταξινομικών εννοιών. Ως εκ τούτου, η προσπάθει α οριοθέτησης των ως άνω δύο βαθμίδων υπαιτιότητας επί τη βάσει ταξινομικών εννοιών καθίσταται απολύτως αλυσιτελής· μόνο με την αντιμετώπισή τους ως «διαθετικών εννοιών» θα μπορούσε να βεβαιωθεί η συνδρομή τους κατά «τω μάλλον ή ήττον» και πάντως όχι κατ’ απόλυτο μέγεθος. 183 Βλ. χαρακτηριστικά Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 112]. 184 Και η εν λόγω επιφύλαξη του Μυλωνόπουλου Χρ. [βλ. σχετικά Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 112], Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 181], Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 258] είναι προφανώς απόρροια της θεμελιώδους θεώρησης του συγγραφέα, όπως αυτή εκτέθηκε ανωτέρω σε υποσημείωση υπ’ αριθ. 163, περί της δόκιμης αντιμετώπισης των εν λόγω βαθμίδων υπαιτιότητας όχι αποκλειστικά ως «εσωτερικών γεγονότων» αλλά και ως «διαθετικών εννοιών». 76 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις εννοιών (όπως οι περιεχόμενες στα άρ. 27 και 28 ΠΚ νομοθετικές προβλέψεις) καθίσταται πέρα για πέρα «εξωπραγματική» 185. Τέλος, θεμελιώδη ένσταση του συγγραφέα αναφορικά με τους ως άνω νομοθετικούς ορισμούς, η οποία εξηγεί και σε μεγάλο βαθμό τη θέση που ο ίδιος διατυπώνει υπέρ της de lege ferenda εισαγωγής στο ποινικό μας οικοδόμημα μίας τρίτης μορφής υπαιτιότητας – προβληματική η οποία θα αναπτυχθεί κατωτέρω στην οικεία θεματική ενότητα 186, συνιστά το γεγονός πως δεν περιλαμβάνουν προσήκουσα μεταχείριση της επίμεμπτης (ασύγγνωστης) αδιαφορίας του δράστη ως προς το αποτέλεσμα καθώς κι άλλων συγγενών μορφών ψυχικής στάσης του δράστη, ευρισκόμενων στο μεταίχμιο μεταξύ δόλου κι αμέλειας, όπως η ασυνειδησία, η απώθηση από τη συνείδηση και η σκόπιμη άγνοια των συνεπειών της πράξης. Αυτό που θα πρέπει να επισημάνουμε πάντως, συνοψίζοντας, είναι ότι οι ως άνω παρατιθέμενες επιφυλάξεις του Μυλωνόπουλου Χρ., όπως κι ο ίδιος αναγνωρίζει, απορρέουν από τη διαφορετική εκ μέρους του σύλληψη της υπαιτιότητας γενικότερα κι από τις συνακόλουθες de lege ferenda προτάσεις του αφενός μεν για την εισαγωγή της in concreto «ενσυνείδητης διαθετικής ανάλυσης» των εννοιών του ενδεχόμενου δόλου και της ενσυνείδητης αμέλειας αφετέρου δε για την εισαγωγή στο δογματικό μας οπλοστάσιο της τρίτης μορφής υπαιτιότητας. Είναι σαφές όμως πως υπό το 185 Βλ. χαρακτηριστικά Μυλωνόπουλος Χρ., Βαρειά αμέλεια: Αξίζει να τιμωρείται βαρύτερα, ΠοινΛογ 2006, σελ. 725 επ., καθώς και σε Μυλωνόπουλο Χρ., ό.αν. [υποσ. 52], όπου ο συγγραφέας επισημαίνει χαρακτηριστικά την απόλυτη αδυναμία οριοθέτησης του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια για το λόγο ότι οι δύο ως άνω έννοιες συγκροτούν μία συνεχώς μεταλλασσόμενη αλληλουχία συμπεριφορών· η δε εναλλαγή αυτών πραγματοποιείται όχι απότομα αλλά βαθμιαία, σταδιακά κι ανεπαίσθητα, ώστε οποιαδήποτε προσπάθεια χάραξης σαφών ορίων να είναι εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία. Αυτό που πράγματι διαφοροποιεί τις ως άνω έννοιες, σύμφωνα με τον συγγραφέα, είναι ο βαθμός της εσωτερικής συμμετοχής του δράστη στην πράξη· όσο πιο έντονη είναι η εσωτερική συμμετοχή του δράστη στην πρόκληση του αποτελέσματος, τόσο μεγαλύτερη είναι και η κοινωνική αποδοκιμασία της πράξης. 186 Σημειωτέον πως ο ως άνω συγγραφέας αρνείται κατηγορηματικά πως προτείνει την de lege ferenda εισαγωγή μίας τρίτης μορφής υπαιτιότητας στο πο ινικό μας δίκαιο, αποδίδει την σχετική συζήτηση σε παρανόηση της διατυπωθείσας από τον ίδιο επιστημονικής τοποθέτησης και επαναλαμβάνει στο ορθό την κατά τη κρίση του αναγκαιότητα μιας de lege ferenda διαβάθμισης της αμέλειας, βλ. σχετικά Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 112]. Αναφορικά με την προβληματική της τριχοτόμησης της υπαιτιότητας, βλ. σχετικά κατωτέρω υπό στοιχείο 2.1.4. 77 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις υφιστάμενο ποινικό πλαίσιο, οι εν λόγω επιφυλάξεις δεν βρίσκουν έρεισμα για το λόγο αυτό άλλωστε και ο ως άνω συγγραφέας, σεβόμενος το γράμμα των διατάξεων των άρ. 27 και 28 ΠΚ, εμμένει στη θεωρία της αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος οριοθετώντας περαιτέρω το βουλητικό στοιχείο του ενδεχόμενου δόλου, ήτοι την αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος, έναντι του βουλητικού στοιχείου της ενσυνείδητης αμέλειας ως εξής: υπάγοντας στην αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος όχι μόνον την επιδοκιμασία αυτού (με την έννοια της εμπράκτως εκδηλωθείσας βούλησης) από τον δράστη αλλά και τον συμβιβασμό προς αυτό (ακόμη κι αν το εγκληματικό αποτέλεσμα δεν του είναι καθ’ εαυτό επιθυμητό) ακόμη και την ελπίδα αποφυγής του κι επισημαίνοντας παράλληλα την υπαγωγή στην ενσυνείδητη αμέλεια μόνο της πίστης αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος, η οποία μόνη αυτή αποκλείει την αποδοχή του. Υπέρ της άποψης ότι ο νομοθετικός ορισμός του ενδεχόμενου δόλου κατ’ άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ απηχεί τη θεωρία της αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος τάσσεται κι ο Μανωλεδάκης Ι. 187. Μεθοδολογικό υπόβαθρο της διδασκαλίας του καθηγητή Μανωλεδάκη συνιστά η περιγραφική/ φυσιοκρατική θεώρηση, κατά την οποία προτάσσει την «εμπειρικότητα» κατά τη μεθοδολογική ανάλυση του ποινικού φαινομένου 188· υπόβαθρο το οποίο «συμπροσδιορίζει» προφανώς και την υποστηριζόμενη από τον ως άνω συγγραφέα θέση ενόψει της επίμαχης προβληματικής . Έτσι, λοιπόν, ο Μανωλεδάκης Ι., εκκινώντας από τη θέση ότι κοινό στοιχείο σε όλα τα είδη 187 Βλ. χαρακτηριστικά Μανωλεδάκης Ι., ό.αν. [υποσ. 3], σελ. 182 επ. Ομοίως και Μπέκας Ι., Πρακτική διδασκαλία ποινικού δικαίου – Ασκήσεις – Σχεδιαγράμματα – Βασικές έννοιες – Γενικό μέρος, Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2005, σελ. 144 επ., ο οποίος συντάσσεται απόλυτα και στο σύνολό της με την υποστηριζόμενη από τον Μανωλεδάκη Ι. θέση περί της επίμαχης διάκρισης. Σημειωτέον πως παρά το γεγονός πως προτάσσει κι ο ίδιος, όπως και ο Μυλωνόπουλος Χρ., την ορθότητα της «θεωρίας της αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος», η διαφορετικότητα των επιμέρους τοποθετήσεων, όπως θα αναδειχθεί στην παρούσα θεματική υποενότητα, έ γκειται κυρίως στη διαφορετική επιστημολογική μέθοδο· ο Μυλωνόπουλος Χρ., σε αντίθεση με τον Μανωλεδάκη Ι.- υπέρμαχο της περιγραφικής θεώρησης, είναι θιασώτης της κανονιστικής θεώρησης, κάτι το οποίο προκύπτει εναργώς κι από τις περαιτέρω τοποθετήσεις του κι επί της επίμαχης διάκρισης. 188 Αναφορικά με τη μεθοδολογία του Ποινικού Δικαίου, η οποία σε μεγάλο βαθμό συμπροσδιορίζει κι επεξηγεί την επιλεγείσα επιστημονική θέση στα ανακύπτοντα επιστημονικά εριζόμενα ζητήματα, βλ. ενδεικτικά Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 7 επ. 78 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις του δόλου είναι η «θεληματική μυϊκή κίνηση ή αδράνεια» του δράστη που προκαλεί τη φυσική μεταβολή στον εξωτερικό κόσμο, ορίζει τον ενδεχόμενο δόλο ως «αποδοχή της φυσικής μεταβολής ως αποτέλεσμα της θεληματικής μυϊκής ενέργειας του δράστη (κίνησης ή αδράνειας), παρά τη γνώση του ενδεχομένου αιτιακής σύνδεσης ανάμεσα σε αυτή (τη μυϊκή ενέργεια) και στο αποτέλεσμα που τελικά γίνεται αποδεκτό» 189. Δεδομένης μάλιστα της ως άνω μνημονευόμενης φυσιοκρατικής θεώρησης, ο Μανωλεδάκης Ι. δεν υποκύπτει σε νομικά κατασκευάσματα για τον εννοιολογικό προσδιορισμό της «αποδοχής» αλλά αρκείται στην ετυμολογία του ως άνω όρου, την συνδρομή ή όχι του οποίου διαπιστώνει βάσει αντικειμενικά παρατηρήσιμων γεγονότων και κριτηρίων. Συνεπής εννοιολογικής προς προσέγγισης την ως άνω παρατιθέμενη του ενδεχόμενου δόλου προσπάθεια καθίσταται η υποστηριζόμενη από τον ως άνω καθηγητή εννοιολογική προσέγγιση της ενσυνείδητης αμέλειας. Ο Μανωλεδάκης Ι. εκκινεί από τη θέση ότι ένας δράστης που, καίτοι προβλέπει ως δυνατή την επέλευση του αξιόποινου αποτελέσματος, προβαίνει στην εγκληματική ενέργεια ελπίζοντας στην αποφυγή της, επί της ουσίας δεν αποδέχεται αλλά προσπερνά βουλητικά την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος. Κατά τούτο κι η εν λόγω βουλητική στάση δεν αποτελεί ίδιον ενός δράστη που διάκειται εχθρικά προς το θιγόμενο έννομο αγαθό αλλά χαρακτηρίζει έναν δράστη επιπόλαιο κι αδιάφορο (για τα θιγόμενα έννομα αγαθά τρίτων), για το λόγο αυτό άλλωστε κι η επίμαχη συμπεριφορά του δεν θα μπορούσε να υπαχθεί στον ενδεχόμενο δόλο. Η ως άνω παραδοχή οδηγεί περαιτέρω αναπόφευκτα στην υπαγωγή και της ελπίδας αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος στο πεδίο της ενσυνείδητης αμέλειας για το λόγο ότι τόσο στην «ελπίδα αποφυγής» του εγκληματικού αποτελέσματος όσο και στην «πίστη αποφυγής» αυτού, ο δράστης απορρίπτει βουλητικά την επέλευσή του. Το γεγονός περαιτέρω πως η «ελπίδα αποφυγής» στηρίζεται εκ των πραγμάτων σε μία πολύ βιαστική, επιπόλαιη στάθμιση των δεδομένων και υποδηλώνει περαιτέρω αδιαφορία του δράστη για τα έννομα αγαθά, συνηγορεί στην κατάφαση μεγαλύτερης απαξίας αυτής έναντι της «πίστης αποφυγής», όπου ο δράστης ευθύνεται γιατί αρκείται στην πίστη του 189 Βλ. χαρακτηριστικά Μανωλεδάκης Ι., ό.αν. [υποσ. 3], σελ. 182. 79 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις ότι θα αποφύγει το εγκληματικό αποτέλεσμα και δεν φροντίζει πράγματι να το αποφύγει, και καθιστά περαιτέρω απολύτως σκόπιμη τη διάκριση της ενσυνείδητης αμέλειας σε δύο επίπεδα φέροντα διαφορετική απαξία, η οποία βεβαίως λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση. Εξίσου συνεπής προς τα ως άνω αναφερόμενα εμφανίζεται η θέση του εν λόγω καθηγητή στην προβληματική αναφορικά με τη δόκιμη ή μη υπαγωγή της «αδιαφορίας» στον ενδεχόμενο δόλο ή στην ενσυνείδητη αμέλεια 190. Σύμφωνα με τον Μανωλεδάκη Ι., η υπαγωγή της «αδιαφορίας» στον ενδεχόμενο δόλο συνεπάγεται ανεπίτρεπτα και παρά το γράμμα του νόμου υποτίμηση του βουλητικού στοιχείου της «αποδοχής», το οποίο κατά ρητή επιταγή του άρ. 27 ΠΚ απαιτείται για τη θεμελίωση του ενδεχόμενου δόλου , με συνακόλουθη υπερεκτίμηση του γνωστικού 191. Επιπλέον δε, η «αδιαφορία» δεν μπορεί επ’ ουδενί να αναχθεί σε εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου «αποδοχή» ούτε όμως και να υπαχθεί στην ενσυνείδητη αμέλεια , για το λόγο ότι όταν αδιαφορώ για την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος – κατά το γλωσσικό νόημα του ως άνω ρήματος – ούτε ελπίζω στην αποφυγή του ούτε αποδέχομαι την επέλευσή του· αντιθέτως, βρίσκομαι βουλητικά στο «κενό σημείο μηδέν μεταξύ της ελπίδας αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος και της αποδοχής αυτού» 192. Στην ίδια κατεύθυνση με τον Μανωλεδάκη Ι. κινείται και η καθηγήτρια Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε. 193, η οποία ομοίως προς τους 190 Βλ. χαρακτηριστικά Μανωλεδάκης Ι., ό.αν. [υποσ. 112]. Αφορμή της εν λόγω επιστημονικής αναζήτησης υπήρξε μία σχετική μελέτη του Jakobs G., ό.αν. [υποσ. 109], στην οποία ο ως άνω Γερμανός θεωρητικός πρότεινε την θεώρηση της αδιαφορίας ως ενδεχόμενου δόλου, με αντίστοιχη συρρίκνωση του χώρου της αμέλειας και διεύρυνση των εγκλημάτων πρόθεσης. 191 Με άλλα λόγια, ο δράστης αποδέχεται το εγκληματικό αποτέλεσμα, αφ’ ης στι γμής προβλέπει το ενδεχόμενο βλαπτικό αποτέλεσμα της ενέργειάς του και συνεχίζει αδιαφορώντας για την επέλευσή του. 192 Βλ. χαρακτηριστικά Μανωλεδάκης Ι., ό.αν. [υποσ. 112]. 193 Βλ. χαρακτηριστικά Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 171], Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., Επικίνδυνη οδήγηση και παράλειψη τοποθέτησης προειδοποιητικών πινακίδων στους δρόμους. Γιατί αγνοείται το άρθρο 290 ΠΚ;, Υπερ 1998, σελ. 1143 επ., Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., Η εφαρμογή του άρθρου 290 ΠΚ στα τροχαία ατυχήματα (Με αφορμή το ΒούλΣυμβΕφΛαρ 179/2004), ΠοινΔικ 2004, σελ. 979 επ., Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., Θέματα ουσιαστικού ποινικού δικαίου στο νομοσχέδιο «για την επιτάχυνση της διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων», ΠοινΔικ 80 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις προαναφερόμενους ανάγει σε κριτήριο της επίμαχης διάκρισης το κατ’ άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ στοιχείο της αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος 194. Η εν λόγω καθηγήτρια εκκινεί από την ετυμολογική προσέγγιση του όρου «αποδοχή», καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο δράστης αποδέχεται το εγκληματικό αποτέλεσμα όταν δέχεται να επισυμβεί αυτό. Προσδίδει δε στην «αποδοχή» του εγκληματικού αποτελέσματος όχι την έννοια της επιδοκιμασίας αυτού από τον δράστη ή την ικανοποίηση του δράστη από την επέλευσή του, αλλά επισημαίνει ότι αυτή καταφάσκεται όταν ο δράστης εγκρίνει την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος ή συγκατατίθεται προ ς αυτήν έστω κι ως αναγκαίου κακού 195. Σε συνέχεια της ως άνω ερμηνευτικής προσέγγισης, ούτε η ελπίδα αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος ούτε βεβαίως κι η ευχή αποφυγής αυτού συνιστούν αποδοχή του· συνακόλουθα δε, δεν μπορούν επ’ ουδενί να υπαχθούν στο εννοιολογικό περιεχόμενο του ενδεχόμενου δόλου. Σημειωτέον πως, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει η ως άνω καθηγήτρια, κάθε αντίθετη επιχειρούμενη διασταλτική ερμηνεία του όρου «αποδοχή», με την υπαγωγή στον ως άνω όρο της ελπίδας ή της ευχής αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος, θα συνιστούσε δίχως άλλο αλλοίωση του εννοιολογικού περιεχομένου του ως άνω όρου, contra legem ερμηνεία του σε βάρος του κατηγορουμένου και υπέρ του αξιοποίνου 196. 2005, σελ. 189, Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΑΠ 1661/2004, ΠοινΔικ 2004, σελ. 1120, Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 81], 194 H Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. 195 Βλ. χαρακτηριστικά Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 81], Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΑΠ 1661/2004, ό.αν. [υποσ. 193], Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 81], όπου η συγγραφέας επισημαίνει την ανεπάρκεια της θεωρίας της «αποδοχής κινδύνου» (ή του β’ τύπου του Frank) για το λόγο ότι η κατ’ επιταγή της θεωρίας αυτής κατάφαση του βουλητικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου βλάβης των εννόμων αγαθών επί τη βάσει της επιμονής σε μία επικίνδυνη συμπεριφορά, οδηγεί σε αδυναμία διάκρισης των εγκλημάτων βλάβης από τα εγκλήματα διακινδύνευσης καθώς κάθε έγκλημα διακινδύνευσης μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απόπειρα ενός εγκλήματος βλάβης· ερμηνεία που παραβαίνει σαφώς τη νομοθετική επιλογή της διάκρισης των εγκλημάτων βλάβης από τα εγκλήματα διακινδύνευσης . 196 Βλ. χαρακτηριστικά Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 171], Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., Θέματα ουσιαστικού ποινικού δικαίου στο νομοσχέδιο «για την επιτάχυνση της διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων», ό.αν. [υποσ. 193], Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 195], Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 81]. 81 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Με τις ως άνω παρατεθείσες επιστημονικές προσεγγίσεις των Μανωλεδάκη Ι. και Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε. συντάσσεται κι η Καϊάφα – Γκμπάντι Μ. 197. Η ως άνω καθηγήτρια εκκινεί ομοίως με τους ως άνω από την περιγραφική/ φυσιοκρατική θεώρηση κατά την μεθοδολογική ανάλυση του ποινικού φαινομένου και συνακόλουθα εκλαμβάνει την πράξη με την ευρεία του όρου έννοια, ήτοι ως συγκροτούμενη όχι μόνο από την μυϊκή ενέργεια ή αδράνεια αλλά κι από το φυσικό αποτέλεσμα που αυτή προκαλεί. Η ως άνω παραδοχή αντανακλά αναπόφευκτα και στη θεώρηση της ως άνω καθηγήτριας αναφορικά με την υποκειμενική υπαιτιότητα· η υποκειμενική υπαιτιότητα, κατ’ επιταγή της αρχής nullum crimen nulla poena sine culpa που διέπει το ποινικοδικαιικό μας οικοδόμημα, θα πρέπει να καταλαμβάνει κάθε στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης, ήτοι τόσο τη μυϊκή ενέργεια ή αδράν εια όσο και το επερχόμενο εξ’ αυτών εγκληματικό αποτέλεσμα. Συνακόλουθα, το κατ’ άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ βουλητικό στοιχείο του ενδεχόμενου δόλου, ήτοι η «αποδοχή», θα πρέπει απαραίτητα να «εκτείνεται» στην πραγμάτωση ολόκληρης της αντικειμενικής υπόστασης, ήτοι και στο επερχόμενο εγκληματικό αποτέλεσμα. Καθίσταται έτσι προφανής, σύμφωνα με την καθηγήτρια Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., αφενός μεν η ανεπάρκεια της υποστηριζόμενης από τους Ανδρουλάκη Ν. και Χαραλαμπάκη Α. θεωρίας της «αποδοχής του κινδύνου» (ή β’ τύπου του Frank) αφετέρου δε η δογματική υπεροχή της θεωρίας της «αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος» 198. Η εν λόγω θεωρητικός αντιλαμβάνεται περαιτέρω το περιεχόμενο της «αποδοχής» του εγκληματικού αποτελέσματος, εντός των γλωσσικών ορίων του ως άνω όρου, όχι μόνο ως 197 Βλ. χαρακτηριστικά Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., Εμβάθυνση στην ποινική νομολογία, Εκδόσεις Σάκκουλα, β’ έκδοση, 2009, σελ. 104 επ., Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 20], σελ. 250 επ., Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./ Μαργαρίτη Λ., Ποινικό Δίκαιο και Άρειος Πάγος – Κριτική θεώρηση πρόσφατης νομολογίας, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2009, σελ. 11 επ., Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 123]. 198 Βλ. χαρακτηριστικά Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 20], σελ. 254, καθώς και σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., Εμβάθυνση στην ποινική νομολογία, ό.αν. [υποσ. 197], σελ. 108 επ., όπου η συγγραφέας επισημαίνει χαρακτηριστικά τον κίνδυνο κατ’ επιταγή του β’ τύπου του Frank να μετατρέπεται ουσιαστικά η υποκειμενική επικάλυψη των εγκλημάτων βλάβης σε υποκειμενική επικάλυψη των εγκλημάτων διακινδύνευσης, αφού η αποδοχή της ενδεχόμενης πραγμάτωσης του κινδύνου σημαίνει πάντα συναποδοχή της επέλευσης της βλάβης· κάτι τέτοιο βεβαίως δεν είναι ακριβές καθώς ο κίνδυνος συνιστά « απλώς δυνατότητα βλάβης» και η αποδοχή του κινδύνου δε σημαίνει αναγκαία και αποδοχή της βλάβης καθεαυτής. 82 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις επιδοκιμασία αυτού (υπό την έννοιας της έμπρακτα εκδηλωμένης θετικής στάσης του δράστη απέναντι στο αποτέλεσμα της εγκληματικής του πράξης ή παράλειψης) αλλά ακόμη κι ως συμβιβασμό προς αυτό, όταν ο δράστης αποδέχεται το εγκληματικό αποτέλεσμα ως αναγκαίο κακό επειδή προτάσσει την επίτευξη κάποιου άλλου επιδιωκόμενου σκοπού 199. Η ως άνω γραμματική ερμηνεία του κατ’ άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ όρου «αποδοχή», όρος ο οποίος και σύμφωνα με την εν λόγω καθηγήτρια μαρτυρά την ευθεία εχθρική ψυχική στάση του δράστη απέναντι στο θιγόμενο έννομο αγαθό, δεν περιλαμβάνει προφανώς την «ελπίδα αποφυγής» του εγκληματικού αποτελέσματος κι αποκλείει περαιτέρω την ένταξη της «ελπίδας αποφυγής» στον ενδεχόμενο δόλο. Οποιαδήποτε άλλη διασταλτική ερμηνεία του όρου «αποδοχή» με την υπαγωγή της «ελπίδας αποφυγής» στον ενδεχόμενο δόλο θα συνιστούσε contra legem ερμηνεία, σε βάρος του κατηγορουμένου και υπέρ του αξιοποίνου 200. Για το λόγο αυτό, η ένταξη της «ελπίδας αποφυγής» στην ενσυνείδητη αμέλεια καθίσταται ορθά μονόδρομος. Άλλης τάξης ζήτημα αποτελεί βεβαίως η διερεύνηση του πότε ο δράστης προβαίνει στην εγκληματική ενέργεια ελπίζοντας πράγματι ότι θα αποφύγει το εγκληματικό αποτέλεσμα. Η ενδελεχής ανίχνευση των ενδείξεων και των αντενδείξεων προκειμένου για την προσέγγιση της βουλητικής στάσης του δράστη απέναντι στο θιγόμενο έννομο αγαθό καθίσταται εκ των ων ουκ άνευ της οριοθέτησης ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας 201. Στο ίδιο συμπέρασμα με την καθηγήτρια Καϊάφα – Γκμπάντι Μ. καταλήγει κατ’ αποτέλεσμα ο Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ. 202, καίτοι εκκινεί από μία κανονιστική θεώρηση της επίμαχης διάκρισης. Ορμώμενος 199 Βλ. χαρακτηριστικά Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 198], σελ. 104 επ., και σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./Μαργαρίτη Λ., Ποινικό Δίκαιο και Άρειος Πάγος, ό.αν. [υποσ. 197], σελ. 11 επ., όπου η ως άνω συγγραφέας επισημαίνει την ορθότητα της υπ’ αριθ. 1887/2002 απόφασης του ΑΠ σε Συμβούλιο, στην οποία μάλιστα παραπέμπουν και μεταγενέστερες αρεοπαγιτικές αποφάσεις, ακριβώς για το λόγο ότι παρεκκλίνοντας από την έως τότε κρατούσα στην ελληνική ποινική νομολογία «θεωρία της επιδοκιμασίας», αναζητά το εννοιολογικό περιεχόμενου του όρου «αποδοχή» εντός των γλωσσικών ορίων αυτού κι όχι καταφεύγοντας σε νομικές κατασκευές που διευρύνουν το γλωσσικό νόημα του ως άνω όρου . 200 Βλ. χαρακτηριστικά Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 20], σελ. 254. 201 Βλ. χαρακτηριστικά Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 20], σελ. 254. 202 Βλ. χαρακτηριστικά Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 92 επ. 83 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις ομοίως εκ της γραμματικής διατύπωσης του άρ. 27 ΠΚ, ο εν λόγω συγγραφέας επισημαίνει – ομοίως προς τους προαναφερόμενους στην οικεία θεματική υποενότητα – πως η «αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος» συνιστά τον πυρήνα της διάκρισης ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας. Για τον ως άνω συγγραφέα η «αποδοχή» του εγκληματικού αποτελέσματος συνδέεται εννοιολογικά μόνο με μία θετικού περιεχομένου ψυχική στάση του δράστη προς αυτό· κάθε άλλη δε διασταλτική ερμηνεία του όρου «αποδοχή» συνιστά νομικό ακροβατισμό. Συγκεκριμένα, για τον Παπαγεωργίου – Γονατά Στ., «Η έννοια της αποδοχής είτε ιδωμένη από ετυμολογικής απόψεως, είτε ιδωμένη ως έκφανση ψυχικού συνδέ σμου του δράστη προς το εγκληματικό αποτέλεσμα, όπως φρονούν και όσοι θεωρητικοί έχουν αναλύσει την έννοια αυτή, προϋποθέτει μία θετικού περιεχομένου ψυχική στάση του δράστη απέναντι σε αυτό το αποτέλεσμα. Ο,τιδήποτε άλλο φρονώ ότι μάλλον ως «νομικό τετραγωνισμό» του κύκλου θα πρέπει να αιτιολογηθεί» 203. Κατόπιν της ως άνω αποσαφήνισης της θέσης του Παπαγεωργίου – Γονατά Στ. αναφορικά με το εννοιολογικό περιεχόμενο της «αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος», μπορούμε να αντιληφθούμε τη θέση που αυτός υποστηρίζει αναφορικά με την υπαγωγή (ή όχι) της «ελπίδας αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος» στον ενδεχόμενο δόλο ή στην ενσυνείδητη αμέλεια. Εφαλτήριο της θεωρητικής προσέγγισης του εν λόγω συγγραφέα συνιστά η ρύθμιση του άρ. 28 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ, σύμφω να με την οποία η πίστη περί μη επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί γνώρισμα της ενσυνείδητης αμέλειας. Συνεπής προς την ως άνω ρύθμιση αλλά και προς την διατυπωθείσα από τον ίδιο θέση αναφορικά με το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου «αποδοχή» κατ’ άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ, ο ίδιος υπάγει 203 Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τον Παπαγεωργίου – Γονατά Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 93, ούτε η πλήρης αδιαφορία για την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος ούτε η αποδοκιμασία αυτού ούτε όμως κι η αντιπάθεια για την επέλευσή του μπορούν να ανήκουν συστηματικά και de lege lata στον ενδεχόμενο δόλο. Ομοίως και Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 36], Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., Ο ενδεχόμενος δόλος, Δογματικές ιδιαιτερότητες και κοινωνικές παράμετροι, ό.αν. [υποσ. 123], Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., Υπάρχει τρίτη μορφή υπαιτιότητας, ό.αν. [υποσ. 123]. Άλλης τάξης ζήτημα είναι βεβαίως η υποστηριζόμενη από τον ως άνω συγγραφέα ανάγκη για την καθιέρωση de lege ferenda μιας τρίτης βαθμίδας υπαιτιότητας που θα καταλαμβάνει την από αδιαφορία κι ανευθυνότητα ενσυνείδητη πρόκληση κινδύνου για τα έννομα αγαθά τη ς ζωής και της υγείας. 84 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις την «επιπολαιότητα», στην οποία αυτονοήτως «ανατρέχει» κι η απλή ελπίδα – ευχή αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος, στην ενσυνείδητη αμέλεια ακριβώς λόγω του ότι η ελπίδα ή η ευχή αποφυγής του εγκληματικο ύ αποτελέσματος δεν συνιστά επ’ ουδενί «αποδοχή» του εγκληματικού αποτελέσματος υπό την έννοια της θετικής ψυχικής στάσης του δράστη απέναντι σε αυτό. Κατόπιν τούτων, καθίσταται σαφές κατά τον συγγραφέα πως η εκ του νόμου υπαγωγή της πίστης αποφυγής του ε γκληματικού αποτελέσματος στην ενσυνείδητη αμέλεια, δεν αποκλείει την υπαγωγή της απλής ελπίδας – ευχής στην ενσυνείδητη αμέλεια, μολονότι βεβαίως η πρώτη (ήτοι η πίστη αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος) προϋποθέτει σαφώς ενεργητικότερη κι ενδελεχέστερη διανοητική ενασχόληση του δράστη με την εγκληματική συμπεριφορά και το επερχόμενο εγκληματικό αποτέλεσμα σε σχέση με τη δεύτερη. Ομοίως προς τον Παπαγεωργίου – Γονατά Στ., κι ο Βαθιώτης Κ. 204 , υιοθετεί την υποστηριζόμενη από τη καθηγήτρια Καϊάφα – Γκμπάντι Μ. θέση επί της επίμαχης διάκρισης, καίτοι ομοίως προς τον ως άνω ενστερνίζεται την κανονιστική κι όχι περιγραφική μεθοδολογική προσέγγιση που η ως άνω δεύτερη ακολουθεί. Ο Βαθιώτης Κ., ομοίως προς τους προαναφερόμενους στην οικεία θεματική υποενότητα, συνδέει τη νομοθετική διατύπωση του άρ. 27 ΠΚ με τη θεωρία της «αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος», ανάγοντας περαιτέρω σε κριτήριο της οριοθέτησης του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια το βουλητικό στοιχείο του δόλου, υπό τη μορφή της αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος 205,206. 204 Βλ. ενδεικτικά Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 17], σελ. 89 επ., Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 243 επ., Βαθιώτης Κ., Το ποινικό δίκαιο μέσα από 20 προβλήματα εφαρμοσμένης θεωρίας – Γενικό μέρος, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2005, σελ. 115 επ. 205 Ομοίως με τους Ανδρουλάκη Ν. και Χαραλαμπάκη Α., για τους οποίους γίνεται ανωτέρω λόγος, κι ο Βαθιώτης Κ. αποδίδει το περιεχόμενο της έννοιας της αποδοχής ως εξής: «... σταθμίζω τα υπέρ και τα κατά, με βάση τα δεδομένα στοιχεία, και αποφασ ίζω να προβώ στην πράξη, επειδή αυτό μου είναι σημαντικότερο από τον φόβο μήπως επέλθει τελικά το αποτέλεσμα», βλ. χαρακτηριστικά Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 90, Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 244, επισημαίνοντας πάντως περαιτέρω εμφατικά την αν άγκη αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος εκ μέρους του δράστη ως c.s.q.n. της θεμελίωσης του ενδεχόμενου δόλου. 206 Σημειωτέον πως, όπως επισημαίνει ο Βαθιώτης Κ. [βλ. ενδεικτικά Βαθιώτης Κ., Ο «κολοβός» ενδεχόμενος δόλος στην ελληνική νομολογία, ό. αν. [υποσ. 42], Βαθιώτης Κ., Παρατηρήσεις επί της ΑΠ 378/2008, ΠοινΔικ 2009, σελ. 139 επ.], το βουλητικό στοιχείο 85 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Σύμφωνα με τον ως άνω συγγραφέα, ορθή ερμηνεία της έννοιας της «αποδοχής» του εγκληματικού αποτελέσματος δε συνιστά η εννοιολογική ταύτισή της με την «επιδοκιμασία» αυτού για το λόγο ότι η «αποδοχή» συνιστά έννοια ευρύτερη της δεύτερης 207· άλλως ειπείν «αποδοχή», ήτοι «ενδεχομένως δόλια» προαίρεση, συνιστά όχι μόνο η επιδοκιμασία (θέληση) του εγκληματικού αποτελέσματος αλλά κι η αποδοχή αυτού, καίτοι η επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος είναι δυσάρεστη για το δράστη. Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με τον συγγραφέα, ενσυνείδητη αμέλεια του δράστη καταφάσκεται όταν αυτός ενεργεί είτε επειδή από επιπολαιότητα δεν έλαβε σοβαρά υπόψη του το καθ’ εαυτό σοβαρό ενδεχόμενο πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος είτε επειδή «μετά λόγου» υπέθεσε ότι τελικά θα αποφύγει το αποτέλεσμα. Συνεπεία της ως άνω αναφοράς καθίσταται αναμφισβήτητη η διαπίστωση της ανάδειξης της πίστης αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος σε δομικό όρο της ενσυνείδητης αμέλειας, όπως άλλωστε ρητά προβλέπεται και στο άρ. 28 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ . Απολύτως σκόπιμη καθίσταται περαιτέρω η διερεύνηση της θέσης του ως άνω συγγραφέα αναφορικά με τη γενικότερη προβληματική περί της υπαγωγής της «ελπίδας αποφυγής» του εγκληματικού αποτελέσματος στον ενδεχόμενο δόλο ή στην ενσυνείδητη αμέλεια. Για την επίλυση της ως άνω προβληματικής ο Βαθιώτης Κ. προτείνει μία ενδιάμεση λύση· ήτοι την in concreto κι όχι a priori υπαγωγή της ελπίδας αποφυγής σε μία από τις ως άνω δύο βαθμίδες υπαιτιότητας. του ενδεχόμενου δόλου αναγνωρίζεται στην ελληνική ποινική επιστήμη ως sine qua non συστατικό του, κατ’ επιταγή του άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ, κα ι οποιαδήποτε προσπάθεια παραγκωνισμού αυτού είναι de lege lata αδικαιολόγητη. Σε αντιπαραβολή προς τα ισχύοντα στον ελληνικό ποινικό χώρο, ο ως άνω συγγραφέας επισημαίνει πως, ελλείψει σχετικής νομοθετικής οριοθέτησης στο γερμανικό ποινικό δίκαιο, εμφιλοχ ώρησε στη γερμανική ποινική επιστήμη και νομολογία η προβληματική αναφορικά με τον εννοιολογικό προσδιορισμό του ενδεχόμενου δόλου βάσει μόνο του γνωστικού στοιχείου προκειμένου να αντιμετωπιστούν περαιτέρω οι σημαντικές αποδεικτικές δυσχέρειες που ανακύπτ ουν κατά τη διακρίβωση του βουλητικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου. 207 Σημειωτέον πως κι ο Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 90, όπως κι ο Ανδρουλάκης Ν. για τον οποίο γίνεται λόγος ανωτέρω, επισημαίνουν εμφατικά πως η εννοιολογική ταύτιση της «αποδοχής» του εγκληματικού αποτελέσματος προς την «επιδοκιμασία» ή την «αποδοκιμασία» θα σηματοδοτούσε επιστροφή στην «ψυχολογική αντίληψη περί της ενοχής» με την εκτίμηση φρονηματικών μεγεθών, τα οποία ως τέτοια μόνο δευτερευόντως κι εφόσον ενυλώνονται στην εμπειρική πραγματικότητα ενδιαφέρουν το ποινικό δίκαιο. 86 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Αρχόμενος εκ της θέσεως ότι το κριτήριο για την οριοθέτηση του ενδεχόμενου δόλου έναντι της ενσυνείδητης αμέλειας, ήτοι το βουλητικό στοιχείο των δύο ως άνω βαθμίδων υπαιτιότητας, δεν θα πρέπει να αναζητηθεί αμιγώς στην εσωτερική στάση του δράστη, πολλώ δε μάλλον όταν η βουλητική του στάση συνίσταται στην πίστη ή την ελπίδα αποφυγής, αλλά θα πρέπει να διαπιστώνεται η θεμελίωσή του σε πραγματικά γεγονότα, διακρίνει στη συνέχεια την «ελπίδα αποφυγής» του εγκληματικού αποτελέσματος αφενός μεν σε «απλή ελπίδα» (ή «ατεκμηρίωτη» ή «αίολη» ή «συγκεχυμένη») αφετέρου δε σε «ελπίδα βάσιμη», τεκμηριωμένη σε πραγματικά περιστατικά. Η «απλή ελπίδα» αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος, ήτοι η ελπίδα που δεν ερείδεται σε πραγματικά δεδομένα αλλά συνιστά επί της ουσίας «ευχή» αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος, κατά την άποψη του συγγραφέα, δεν μπορεί να αποκλείσει τον ενδεχόμενο δόλο του δράστη για το λόγο ότι δεν αίρει το γεγονός ότι η απόφαση του δράστη να πράξει είναι εξ αντικειμένου και συνειδητά εχθρική προς το έννομο αγαθ ό 208· κατά τούτο θα ήταν δικαιοπολιτικά εσφαλμένο να τύχει ο δράστης επιεικέστερης μεταχείρισης στο πλαίσιο της ενσυνείδητης αμέλειας καίτοι δεν απώθησε ουσιαστικά το εγκληματικό αποτέλεσμα αλλά «ευχήθηκε» απλώς να μην επέλθει. Αντιθέτως, σύμφωνα με τον ως άνω συγγραφέα, η ερειδόμενη σε αντικειμενικά δεδομένα ελπίδα αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος εκ μέρους του δράστη θα μπορούσε υπό περιπτώσεις κι εφόσον αποδεικνύεται τεκμηριωμένη να οδηγήσει σε αποκλεισμό του ενδεχόμενου δόλου και υπαγωγή της προκείμενης συμπεριφοράς στο πεδίο της ενσυνείδητης αμέλειας . Κατόπιν τούτων, καθίσταται σαφές πως ο Βαθιώτης Κ. δεν τάσσεται υπέρ μίας σαφούς, απόλυτης κι a priori υπαγωγής της «ελπίδας αποφυγής του 208 Βλ. χαρακτηριστικά Βαθιώτης Κ., «Γνήσια» και «οιονεί ρώσικη ρουλέτα»: Ποινική ευθύνη από (ακατ)ανόητα παιχνίδια με περίστροφο, ΠοινΔικ 2008, σελ. 609 επ., Βαθιώτης Κ., Παρατηρήσεις επί της ΑΠ 720/2011, ΠοινΔικ 2012, σελ. 195 επ. Σχετικός προβληματισμός και σε Βαθιώτη Κ., Το φινάλε της υπόθεσης ΕΞΠΡΕΣ ΣΑΜΙΝΑ: Ένα πραγματικό και νομικό ναυάγιο, ό.αν. [υποσ. 42], όπου ο ως άνω συγγραφέας επισημαίνει την ορθότητα (ως προς το εν λόγω σημείο) της ΑΠ 1530/2 008, η οποία έκρινε στην επίμαχη περίπτωση, βάσει των πραγματικών περιστατικών που έλαβαν χώρα, πως η αποδιδόμενη σε ελπίδα αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος βουλητική στάση των δραστών εκλαμβάνει τον χαρακτήρα ευχής· κατόπιν τούτου η εν λόγω απόφαση έκρινε πως δεν εντάσσεται στην ενσυνείδητη αμέλεια η απλή επίκληση κάποιων «ευνοϊκών ανώτερων δυνάμεων» ή ενός «τυχερού άστρου», ήτοι η απλή αβάσιμη ελπίδα αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος. 87 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις εγκληματικού αποτελέσματος» είτε στην ενσυνείδητη αμέλεια είτε στον ενδεχόμενο δόλο, αλλά μεταθέτει το βάρος για την ως άνω υπαγωγή στην απόδειξη της «ελπίδας αποφυγής» και στη θεμελίωση της ή μη σε αντικειμενικά γεγονότα 209. Σαφέστερη είναι ωστόσο η θέση του εν λόγω συγγραφέα όσον αφορά την έννοια της «αδιαφορίας» και την δόκιμη (ή μη) υπαγωγή αυτής στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου ή σε αυτό της ενσυνείδητης αμέλειας. Κατ’ αρχήν, όπως αναφέρθηκε σχετικά ανωτέρω, ο Βαθιώτης Κ. 210 επισημαίνει πως ο δράστης τελεί σε ενσυνείδητη αμέλεια όταν «…είτε από επιπολαιότητα δεν έλαβε σοβαρά υπόψη του το καθ’ εαυτό, όπως αποδεικνύεται, σοβαρό ενδεχόμενο πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, είτε «μετά λόγου» υπέθεσε ότι τελικά το αποτέλεσμα θα απολειφθεί». Συνακόλουθα, καθίσταται απολύτως σαφές πως η ερειδόμενη σε επιπολαιότητα του δράστη αδιαφορία αμέλειας 211 αυτού, εντάσσεται δογματικά στο πεδίο της ενσυνείδητης . Αξιοσημείωτο είναι πάντως πως ο εν λόγω συγγραφέας επισημαίνει την ανάγκη της de lege ferenda υπαγωγής στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου – κι όχι σε αυτό της ενσυνείδητης αμέλειας – εκείνων των περιπτώσεων αδιαφορίας που μαρτυρούν επί της ουσίας «εθελοτυφλία» του δράστη για το θιγόμενο έννομο αγαθό, για το λόγο ότι ο δράστης που ενεργεί από άγνοια/ αδιαφορία για το θιγόμενο έννομο αγαθό, την οποία ωστόσο ο ίδιος δεν θεωρεί ελάττωμα και δεν ενδιαφέρεται να την αποκαταστήσει, 209 Σημειωτέον πως, σύμφωνα με τον Βαθιώτη Κ., Ο «κολοβός» ενδεχόμενος δόλος στην ελληνική νομολογία, ό.αν. [υποσ. 42], τα ως άνω διαλαμβανόμενα αναφορικά με την «ελπίδα αποφυγής» του εγκληματικού αποτελέσματος θα πρέπει να τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και στην «πίστη αποφυγής» για το λόγο ότι το εννοιολογικό πε ριεχόμενο των δύο ως άνω εννοιών γειτνιάζει σε τέτοιο βαθμό ώστε να συμπλέκεται σε αρκετές περιπτώσεις· η πίστη ατυχώς συμφύεται με την αισιοδοξία, ήτοι δεν αποκλείεται υπό περιπτώσεις να αντιστοιχεί σε «απλή ελπίδα αποφυγής», και για το λόγο αυτό θα πρέπε ι να τεκμηριώνεται στη βάση πραγματικών γεγονότων. 210 Βλ. χαρακτηριστικά Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 96, Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 8], σελ. 245. 211 Βλ. χαρακτηριστικά Βαθιώτης Κ., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΑΠ 2045/2010, ΠοινΔικ 2011, σελ. 1067 επ., Βαθιώτης Κ., Παρέμβαση σε Διημερίδα του Τομέα Ποινικών κι Εγκληματολογικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου με θέμα «Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;», Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 168 επ. 88 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις παραβιάζει άμεσα τον κανόνα δικαίου και καθίσταται περαιτέρω δικαιοπολιτικά αδόκιμο να τύχει ευνοϊκής μεταχείρισης με την υπαγωγή της συμπεριφοράς του στο πεδίο της ενσυνείδητης αμέλειας. Διαφοροποιημένος από την ως άνω θέση της καθηγήτριας Καϊάφα – Γκμπάντι Μ. αναφορικά με το εννοιολογικό περιεχόμενο της «αποδοχής» και την υπαγωγή στην ως άνω έννοια της επιδοκιμασίας του εγκληματικού αποτελέσματος 212, υπό την έννοια βεβαίως της έμπρακτα εκδηλωμένης θετικής ψυχικής στάσης του δράστη απέναντι στο εγκληματικό αποτέλεσμα, εμφανίζεται ο καθηγητής Παρασκευόπουλος Ν. 213. Θιασώτης της περιγραφικής ανάλυσης ο Παρασκευόπουλος Ν. 214, εκκινεί από την παραδοχή της βαρύτερης απαξίας του ενδεχόμενου δόλου έναντι της ενσυνείδητης αμέλειας ακριβώς λόγω του βαρύτερου αντικοινωνικού/ εχθρικού εμπράκτως εκδηλωθέντος φρονήματος του δόλιου δράστη έναντι του αμελώς δρώντος. Ο ίδιος εμμένει περαιτέρω στο γραμματικό νόημα του όρου «αποδέχομαι» και εκτιμά πως η υπαγωγή της επιδοκιμασίας στην έννοια της αποδοχής συνιστά εκτροπή στην ερμηνεία του ενδεχόμενου δόλου, για το λόγο ότι η επιδοκιμασία είναι σύμφυτη και παρεπόμενη συνέπεια της αξιολόγησης ενώ η αποδοχή υποδηλώνει βούληση, ήτοι πράξη κι όχι θεωρητική – αξιολογική ιδέα. Συνεπεία των ανωτέρω, ο καθηγητής Παρασκευόπουλος συμπεραίνει πως η ελπίδα αποφυγής εκ μέρους του δράστη του άδικου αποτελέσματος δεν είναι ενδεικτική μιας (θετικής) βούλησης προσβολής ούτε βεβαίως ενός αντικοινωνικού/ εχθρικού φρονήματος· για το λόγο αυτό είναι όχι μόνο δογματικά ατυχής αλλά και παρά το γράμμα του νόμου οποιαδήποτε προσπάθεια υπαγωγής της στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου αντί της ορθής, κατά τον ως άνω συγγραφέα, υπαγωγής της στο πεδίο της ενσυνείδητης αμέλειας β’ βαθμού. Αντίστοιχα δε, ούτε η αδιαφορία συνιστά θετική βουλητική στάση του δράστη για την πρόκληση του εγκληματικού αποτελέσματος αλλά μια στάση ουδέτερη, που δεν ξεπερνά το κατώφλι προς 212 Θέση την οποία ασπάζεται βεβαίως σημαντικό τμήμα της πρόσφατης νομολογίας, όπως θα αναδειχθεί επαρκώς κατωτέρω, βλ. σχετικά υπό στοιχείο 3. 213 Βλ. χαρακτηριστικά Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 112], σελ. 22 επ. 214 Βλ. χαρακτηριστικά Παρασκευόπουλος Ν., Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 241 επ. 89 ό.αν. [υποσ. 112], σελ. 22 επ., Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις την εχθρότητα και για το λόγο αυτό οδηγεί στη διάγνωση συνειδητής αμέλειας α’ βαθμού 215. Ενδιάμεσα συμπεράσματα 2.1.3.2.4. Στην αμέσως προηγούμενη θεματική ενότητα προβήκαμε στη σταχυολόγηση των κυριότερων επιστημονικών προσεγγίσεων που διατυπώθηκαν στο πεδίο της ελληνικής ποινικής σκέψης αναφορικά με την εξεταζόμενη στην υπό κρίση μελέτη διάκριση του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια. Η ως άνω ανάπτυξη ανέδειξε επαρκώς εκείνα τα εριζόμενα στην επιστήμη σημεία τα οποία συντηρούν όλα αυτά τα χρόνια, από την θέση σε ισχύ του ελληνικού ΠΚ έως και σήμερα, την ως άνω προβληματική. Έτσι, το πρώτο ζήτημα που ανακύπτει από την παράθεση των διατυπωθεισών στην ελληνική ποινική θεωρία θέσεων αφορά στη «διαμάχη» περί της πρόκρισης – ως απηχούσας το γράμμα του άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ – θεωρητικής προσέγγισης αφορώσας την οριοθέτηση του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια. Κατ’ επιταγή του άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ, το βουλητικό στοιχείο του ενδεχόμενου δόλου συνίσταται στην «αποδοχή». Διαφιλονικούμενο είναι, περαιτέρω, σε τί ακριβώς συνίσταται η αποδοχή. Επ’ αυτού εκφράστηκαν, όπως αναδείχθηκε σχετικά ανωτέρω, δύο βασικές 215 Βλ. χαρακτηριστικά Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 1], σελ. 248 επ., όπου ο ίδιος υπάγει την αδιαφορία για την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος στην ενσυνείδητη αμέλεια α’ βαθμού και την ελπίδα αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος καθώς και την πίστη αποφυγής αυτού στην ενσυνείδητη αμέλεια β’ βαθμού . Contra Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., σε Καϊάφα – Γμπάντι Μ./ Μανωλεδάκη Ι./ Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 3], σελ. 232 επ., όπου χαρακτηριστικά η ελπίδα αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος εντάσσεται στην ενσυνείδητη αμέλεια α’ βαθμού ενώ η πίστη αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί μέγεθος διάφορο υπαγόμενο στην ενσυνείδητη αμέλεια β’ βαθμού. Στην αυτή κατεύθυνση και Μανωλεδάκης Ι., ό.αν. [υποσ. 112], ο οποίος επισημαίνει χαρακτηριστικά πως η αδιαφορία ως ψυχική στάση συνιστά μία στάση ουδέτερη κείμενη στο κενό σημείο μηδέν μεταξύ της ελπίδας αποφυγής (ενσυνείδητη αμέλεια α’ βαθμού) και της αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος (ενδεχόμενος δόλος), για το λόγο αυτό προφανώς και δεν μπορεί να υπαχθεί στον ενδεχόμενο δόλο, παρά το γράμμα του νόμου και σε βάρος του αξιοποίνου· περαιτέρω, σε περίπτωση που από την αξιοποίηση των εμπειρικών αντικειμενικών δεδομένων προκύπτει ότι η αδιαφορία του δράστη για το θιγόμενο έννομο αγαθό συνέχεται με την επιπολαιότητα του δράστη, η κατ’ επιταγή της αρχής «εν αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου» υπαγωγή της επ ίμαχης συμπεριφοράς στην ενσυνείδητη αμέλεια α’ βαθμού καθίσταται μονόδρομος. 90 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις θεωρητικές κατευθύνσεις· σύμφωνα με την πρώτη η αποδοχή αφορά στον κίνδυνο επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος (β’ τύπος του Frank), ενώ σύμφωνα με τη δεύτερη η αποδοχή αφορά την πραγμάτωση του εγκληματικού αποτελέσματος, όπως αυτό περιγράφεται στην οικεία αντικειμενική υπόσταση. Από τον συνδυασμό περαιτέρω της αρχής nullum crimen nulla poena sine culpa κι από το γράμμα του άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ, προκύπτει ότι η υπαιτιότητα, και συγκεκριμένα ο ενδεχόμενος δόλος, θα πρέπει να καλύπτει κάθε στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης στην οποία εμπίπτει η εκάστοτε υπό κρίση εγκληματική συμπεριφορά. Ως εκ τούτου, η «αποδοχή», ως βουλητικό στοιχείο του ενδεχόμενου δόλου, θα πρέπει να καταλαμβάνει κάθε στοιχείο της οικείας αντικειμενικής υπόστασης προκειμένου για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπαιτιότητας του δράστη, ήτοι και την πραγμάτωση του εκεί διαλαμβανόμενου εγκληματικού αποτελέσματος. Το δεύτερο εριζόμενο ζήτημα, το οποίο ταλανίζει ακόμη και σήμερα την ελληνική ποινική επιστήμη αφορά στην ελπίδα αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος, ως ψυχικής στάσης, και στην παραπέρα προβληματική περί της υπαγωγής της ή μη στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου (ήτοι στην έννοια της αποδοχής αυτού) ή σε αυτό της ενσυνείδητης αμέλειας. Έτσι, κατά την ετυμολογική προσέγγιση του ρήματος «ελπίζω», αποδίδονται σε αυτό οι κάτωθι ερμηνείες: α) έχω ελπίδα για κάτι, αναμένω με αισιοδοξία θετικές και ευχάριστες εξελίξεις, β) υπολογίζω ως πιθανό ενδεχόμενο, αναμένω (με θετική διάθεση) δεδομένη εξέλιξη, γ) βασίζω την πραγματοποίηση των προσδοκιών μου σε κάτι. Από την ως άνω εννοιολογική προσέγγιση διαφαίνεται ότι η ελπίδα είναι μία θετική έννοια, αφού προφανώς συνδέεται με την αναμονή κάποιου καλού γεγονότος. Στον αντίποδα, στην έννοια της «αποδοχής», η οποία, όπως καθίσταται απολύτως σαφές, αποτελεί το βουλητικό στοιχείο του δόλου, προσδίδονται οι ακόλουθες ερμηνείες: α) δέχομαι ευχαρίστως, και β) συμφωνώ. Κατόπιν τούτων, καθίσταται σαφές πως η εννοιολογική ένταξη της «ελπίδας» στην «αποδοχή» οδηγεί σε αντιφατικά συμπεράσματα, για το λόγο ακριβώς ότι οι ως άνω δύο έννοιες εκφράζουν διαφορετικές και μάλιστα αντιφατικές ψυχικές διαθέσεις απέναντι στα θιγόμενα έννομα αγαθά. Μία τέτοια εννοιολογική προσέγγιση θα εξομοίωνε ανεπίτρεπτα κι απολύτως 91 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις εσφαλμένα την εμμέσως εχθρική ψυχική στάση του δράστη προς το θιγόμενο έννομο αγαθό, η οποία εκφράζεται με την ελπίδα αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος, με την ευθέως εχθρική ψυχική διάθεση του δράστη προς το θιγόμενο έννομο αγαθό, την οποία εκφράζει η αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος. Κι εννοιολογικά λοιπόν, η ελπίδα δεν μπορεί να ταυτίζεται με την αποδοχή. Ως εκ τούτου, και οι επίμονες προσπάθειες μερίδας της ελληνικής ποινικής επιστήμης για την υπαγωγή της ελπίδας αποφυγής στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου κινούνται προς τη λάθος κατεύθυνση. Οποιαδήποτε άλλη διασταλτική ερμηνεία του όρου «αποδοχή» με την υπαγωγή της «ελπίδας αποφυγής» στον ενδεχόμενο δόλο συνιστά contra legem ερμηνεία, σε βάρος του κατηγορουμένου και υπέρ του αξιοποίνου. Σημειωτέον πως η ως άνω προβληματική συντηρείται στην ελληνική ποινική επιστήμη ακριβώς λόγω της απουσίας σχετικής ρύθμισης που να υπάγει ρητά το ως άνω ανθρώπινο μέγεθος της ελπίδας στην ενσυνείδητη αμέλεια, κατά το δογματικώς ορθόν. Πρόσφατη θετική εξέλιξη προς αυτήν την κατεύθυνση συνιστά το Σχέδιο του Νέου Ποινικού Κώδικα που συντάχθηκε από την «επιτροπή Μανωλεδάκη» και βρίσκεται ήδη από την άνοιξη του 2012 σε δημόσια διαβούλευση. Συγκεκριμένα στο ως άνω ΣχΠΚ, και στο άρ. 21 αυτού, το οποίο αντικαθιστά το ισχύον άρ. 28 ΠΚ, διαλαμβάνεται σχετική πρόβλεψη, κατ’ επιταγή της οποίας η ελπίδα αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος υπάγεται ρητά στην ενσυνείδητη αμέλεια. Η θέση σε ισχύ του ως άνω ΣχΠΚ θα επιλύσει πραγματικά την ως άνω πολύχρονη θεωρητική «διαμάχη», καθιστώντας την επί της ουσίας άνευ αντικειμένου. Κρίνεται σκόπιμη στην παρούσα θέση κι η αναφορά στο τρίτο εριζόμενο σημείο στο πεδίο της ελληνικής ποινικής επιστήμης, ήτοι στη προβληματική περί της δόκιμης ή μη υπαγωγής της έννοιας της αδιαφορίας στον ενδεχόμενο δόλο ή στην ενσυνείδητη αμέλεια. Για την επίλυση και της ως άνω προβληματικής κρίνουμε απολύτως σκόπιμη την αναδρομή στην ετυμολογική προσέγγιση του ως άνω όρου, και συγκεκριμένα με τον όρο αδιαφορία εννοούμε α) την έλλειψη ενδιαφέροντος ή φροντίδας, και β) την απάθεια και μη αντίδραση σε εξωτερικά ερεθίσματα ή τη συναισθηματική ουδετερότητα. Κατά τούτο, καθίσταται σαφές πως η αδιαφορία για την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος – κατά το γλωσσικό νόημα του ως 92 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις άνω όρου – δεν συνιστά ούτε ελπίδα αποφυγής του ούτε βεβαίως αποδοχή της επέλευσής του· αντιθέτως, ο αδιάφορος δράστης βρίσκεται βουλητικά στο «κενό σημείο μηδέν μεταξύ της ελπίδας αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος και της αποδοχής αυτού». Ως εκ τούτου, η προτεινόμενη από μερίδα θεωρητικών υπαγωγή της «αδιαφορίας» στον ενδεχόμενο δόλο συνεπάγεται ανεπίτρεπτα και παρά το γράμμα του νόμου υποτίμηση του βουλητικού στοιχείου της «αποδοχής», το οποίο κατά ρητή επιταγή του άρ. 27 ΠΚ απαιτείται για τη θεμελίωση του ενδεχόμενου δόλου, με συνακόλουθη υπερεκτίμηση του γνωστικού. Άλλης βεβαίως τάξης ζήτημα αποτελεί η διακρίβωση της συνδρομής είτε της ελπίδας αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος είτε της αδιαφορίας για την επέλευσή του, διαδικασία εξαιρετικά δυσχερής για το λόγο ότι ανατρέχει στον εσωτερικό κόσμο του δράστη ανιχνεύοντας τις ψυχικές διαθέσεις του. Οι αποδεικτικές δυσχέρειες που ανακύπτουν εκ των πραγμάτων μέσα από μία τέτοια διαδικασία περιορίζονται με την αναδρομή στις ενδείξεις κι αντενδείξεις της βουλητικής στάσης του δρ άστη, οι οποίες είναι παρατηρήσιμες στην εμπειρική πραγματικότητα και για τις οποίες γίνεται σχετικά λόγος στην ακόλουθη θεματική υποενότητα. 2.1.3.2.5. Ενδείξεις κι αντενδείξεις στη διάγνωση του ενδεχόμενου δόλου Η ως άνω ανάπτυξη επιβεβαιώνει απόλυτα τη μνημειώδη διαπίστωση του Welzel Η. 216, σύμφωνα με την οποία η οριοθέτηση του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια συνιστά «ένα από τα πιο δύσκολα και πιο αμφισβητούμενα ζητήματα του Ποινικού Δικαίου». Η νομοθετική οριοθέτηση των δύο ως άνω εννοιών συνιστά αναμφίβολα κατευθυντήρια γραμμή για τη διάγνωσή τους, δεν καθίσταται όμως αποτελεσματική άνευ ετέρου· η θεμελίωση των ως άνω δύο βαθμίδων υπαιτιότητας σε εμπειρικά/ αντικειμενικά δεδομένα, σε εξωτερικές άμεσα παρατηρήσιμες ενδείξεις 217, καθίσταται εκ των ων ουκ άνευ – κατ’ επιταγή 216 Βλ. σχετικά Welzel H., Das Deutsche Strafrecht: eine systematische Darstellung, W. de Gruyter, 1969, σελ. 69. 217 Βλ. ενδεικτικά Κατσαντώνης Α., Η διάκρισης ενδεχόμενου δόλου και εν συνειδήσει αμέλειας εν όψει της «αποδοχής προϊόντων εγκλήματος» (άρθρο 394 ΠΚ) και η δικονομική 93 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις της αρχής της ενοχής 218 - για τη διάγνωση της συγκεκριμένης εκάστοτε εσωτερικής ψυχικής κατάστασης του δράστη. Ως εκ τούτου, διαμορφώθηκαν τόσο στην επιστήμη όσο και στη νομολογία κριτήρια - ενδείξεις για τον θετικό προσδιορισμό και την κατάφαση του ενδεχόμενου δόλου καθώς κι αντενδείξεις των οποίων η συνδρομή άγει στον αποκλεισμό του ενδεχόμενου δόλου 219. Σε συνέχεια της ως άνω υπό στοιχείο 2.1.3.1. ανάπτυξης αναφορικά με τις διατυπωθείσες θεωρίες για την οριοθέτηση ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας, θα πρέπει πάντως να επισημανθεί εμφατικά η σημαντική επίδραση που οι εν λόγω θεωρίες άσκησαν στην ελληνική ποινική έννομη τάξη ιδίως ως προς τη συμβολή τους στη διαμόρφωση των κάτωθι αναφερόμενων κριτηρίων, όπως θα αναδειχθεί επαρκώς κατωτέρω. Ακολούθως, θα αναφερθούμε συνοπτικά στα σημαντικότερα 220 από τα ως άνω κριτήρια τα οποία υποστηρίχθηκαν από απόδειξις της υπαιτιότητας του δράστου ταύτης, Β’ μέρος, ΠοινΧρ 1970, σελ. 415 επ., Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., Παρατηρήσεις επί της ΑΠ 1530/2008, ΠοινΔικ 2008, σελ. 1148 επ. Πρβλ. σχετικά Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 112], σελ. 258, Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 181], όπου ο ως άνω συγγραφέας προτάσσει ως δόκιμη την χρήση αντί των όρων «ενδείξεις» κι «αντενδείξεις», των όρων «ενδείκτες» κι «αντεν δείκτες». Σημειωτέον πως την ίδια ορολογία υιοθετούν κι άλλοι θεωρητικοί στο ελληνικό ποινικό δίκαιο, μεταξύ των οποίων και οι Βαθιώτης Κ. [βλ. ενδεικτικά Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 116 επ.] και Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ. [βλ. ενδεικτικά Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 207 επ.]. 218 Αναφορικά με την αρχή της ενοχής, βλ. σχετικά ανωτέρω υπό στοιχείο 2.1. Πρβλ. σχετικά Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 119 επ., όπου ο ως άνω συγγραφέας διατυπώνει τις επιφυλάξεις του αναφορικά με το «νατουραλιστικό προσανατολισμό» που προσδίδει στη μεθοδολογική ανάλυση της υποκειμενικής υπαιτιότητας η αναδρομή σε ενδείκτες κι αντενδείκτες, πλην όμως επισημαίνει πως μία ακραιφνώς κανονιστική θεώρηση θα καταστρατηγούσε την αρχή της ενοχής. 219 Βλ. ενδεικτικά Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 112], σελ. 259 επ., Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 208, Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 123 επ. 220 Εκτός από τα ανωτέρω ευρέως αποδεκτά κριτήρια – ενδείξεις, έχει υποστηριχθεί περιορισμένα στη νομολογία ως ένδειξη κατάφασης ενδεχόμενου δόλου επί εγκλήματος αποδοχής προϊόντων εγκλήματος η αγορά εκ μέρους του «αποδοχέα» προϊόντων σε τιμή πολύ κατώτερη από την αγοραία αξία χωρίς περαιτέρω ενδιαφέρον ούτε για την προέλευση των προϊόντων ούτε για την ταυτότητα του πωλητή, βλ. χαρακτηριστικά ΣυμβΠλημΑθ 543/1973, ΠοινΧρ 1973, σελ. 217 επ., καθώς και ΑΠ 512/1991, Υπερ 1992, σελ. 70 επ. με σχετικές παρατηρήσεις Παπαδαμάκη Α. Ακόμη το ΣυμβΠλημΑθ 1847/2009, ΤΝΠΝ, το οποίο επικυρώθηκε με το ΣυμβΕφΑθ 1511/2009, παρέπεμψε τον κατηγορούμενο αστυνομικό – δράστη ανθρωποκτονίας νεαρού μαθητή την 06.12.2008 στο κέντρο της Αθήνας – ως υπαίτιο ανθρωποκτονίας με πρόθεση (ενδεχόμενο δόλο) τελούντος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, αξιολογώντας ως ένδειξη ενδεχόμενου δόλου τ ην «ψυχοσύνθεση του κατηγορουμένου, με χαρακτηριστικό την έξαρση του συναισθήματος οργής του προς 94 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις την ελληνική ποινική επιστήμη βρίσκοντας περαιτέρω έρεισμα και στην ελληνική ποινική νομολογία. Α. Η γνώση εκ μέρους του δράστη του υψηλού αντικειμενικού ποσοστού επικινδυνότητας της πράξης, άλλως η ιδιαιτέρως μεγάλη δυναμική και η εγγύτητα του κινδύνου την οποία διαγιγνώσκει προηγουμένως ο δράστης, μπορούν να οδηγήσουν σε κατάφαση του ενδεχόμενου δόλου 221. Μία τέτοια παραδοχή βεβαίως δεν εξοβελίζει το βουλητικό στοιχείο προτάσσοντας το γνωστικό. Αντιθέτως άγει στην αποδεικτική θεμελίωση της βούλησης του δράστη καθώς η ενέργεια αυτού παρά το υψηλό αντικειμενικό ποσοστό ικανοποίηση του θιγέντος εγωισμού του», βλ. περαιτέρω Βαθιώτης Κ., Εποστρακισμός βλήματος και απόκλιση αιτιώδους διαδρομής, ΠοινΔικ 2009, σελ. 900 επ. Ομοίως και επί της ΑΠ 378/2008, ΠοινΔικ 2009, σελ. 139 επ., με παρατηρήσεις Βαθιώτη Κ., ό.αν. [υποσ. 206]. Συγκεντρωτική αναφορά ενδείξεων κι αντενδείξεων σε Παπαδάκη Ρ.-Ε., Τα κριτήρια διάκρισης του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια στα θαλάσσια ατυχ ήματα, Παρέμβαση σε Διημερίδα του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου με θέμα «Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;», Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 78 επ. 221 Η ένδειξη της ιδιαίτερης (υψηλής) επικινδυνότητας της εγκληματικής συμπεριφοράς, η οποία κατά την κρίση της γράφουσας φαίνεται να αποτελεί κατάλοιπο του β’ τύπου του Frank, οδηγεί σύμφωνα με πάγια νομολογία του γ ερμανικού Ακυρωτικού σε κατάφαση ενδεχόμενου δόλου, βλ. ενδεικτικά Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 123. Το εν λόγω κριτήριο άσκησε καταλυτική σημασία για την αποδοχή ενδεχόμενου δόλου ανθρωποκτονίας στο ΣυμβΕφΑθ 1416/2002, ΠραξΛογΠΔ 2002, σελ. 364, όπο υ χαρακτηριστικά «…το μεν ενήργησε ενόψει της ιδιαίτερης επικινδυνότητας της συμπεριφοράς του…, το δε είχε … συνείδηση της ιδιαιτέρως μεγάλης δυναμικής του κινδύνου, αφήνοντας την περαιτέρω εξέλιξη των πραγμάτων στην τύχη τους, επιδοκιμάζοντας έτσι και απο δεχόμενος το θεωρούμενο ως δυνατό να επέλθει αποτέλεσμα, δηλαδή να επέλθει ο θάνατος τρίτων προσώπων (ιδιοκτήτη – εργαζομένων)». Contra Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 126, όπου ο συγγραφέας επισημαίνει χαρακτηριστικά τις αντιρρήσεις του αναφορικά με τη ν εφαρμογή της ως άνω ένδειξης για την κατάφαση ενδεχόμενου δόλου στις περιπτώσεις κατάρρευσης κτιρίων από σεισμό για το λόγο ότι εν προκειμένω ο κίνδυνος δεν είναι ούτε άμεσος ούτε ευχερώς ορατός ώστε η ενέργεια παρά την πρόβλεψή του να μπορεί να στηρίξει αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος· ομοίως ΜΟΔΑθ 334–335/2004, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2005, σελ. 273 επ.). Ενδιαφέρον παρουσιάζει κι η τοποθέτηση του Χαραλαμπάκη Α., ό.αν. [υποσ. 46], ο οποίος υποστηρίζει πως παρά το γεγονός ότι η συμπεριφορά του δράστη μπορ εί να εμφανίζει υψηλό ποσοστό επικινδυνότητας, μπορεί να αποκλειστεί ο ενδεχόμενος δόλος όταν «η εξέλιξη του αιτιώδους συνδέσμου έχει τέτοια μοναδική πρωτοτυπία, ώστε καθίσταται εντελώς μη προβλέψιμη και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτέλεσε αντικείμενο του γνωσιολογικού στοιχείου του δράστη». Η εν λόγω ένδειξη γίνεται ευρύτατα αποδεκτή κι από την ελληνική ποινική νομολογία, βλ. ενδεικτικά ΠλημΘες 1395/1999, ΤΝΠΝ (= Υπερ 2000, σελ. 598 επ.), ΑΠ 1630/2002, ΠοινΛογ 2002, σελ. 1825 επ. (= ΠοινΔικ 2002, σελ. 125 6 επ., = ΠοινΧρ 2003, σελ. 147 επ.), ΣυμβΕφΑθ 2512/2002, ΠοινΧρ 2003, σελ. 153 επ., ΣυμβΕφΑθ 2656/2002, ΠοινΧρ 2003, σελ. 653 επ., ΣυμβΑΠ 2032/2004, ΠοινΔικ 2005, σελ. 810 επ ., ΣτρΑθ 140/2004, ΤΝΠΝ (= ΠοινΛογ 2004, σελ. 2416 επ.). 95 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις επικινδυνότητας υποδηλώνει την εναπόθεση εκ μέρους του δράστη της αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος στην τύχη, η οποία βεβαίως δεν μπορεί να αναιρέσει την αποδοχή αυτού (ήτοι του εγκληματικού αποτελέσματος) και να αποκλείσει περαιτέρω την κατάφαση του ενδεχόμενου δόλου 222. Στον αντίποδα, η αποδοχή του ενδεχόμενου δόλου αντενδείκνυται στις περιπτώσεις χαμηλού πιθανολογούμενου ποσοστού κινδύνου , διότι τότε δεν υπάρχει ουσιαστικά στάθμιση μεταξύ δύο δυνατοτήτων που να οδηγεί στο να δώσει ο δράστης προτεραιότητα σε μία από αυτές, εφόσον δεν παίρνει στα σοβαρά το ενδεχόμενο πραγμάτωσης της άλλης· ο δράστης έχει την αίσθηση ότι η κατάσταση ελέγχεται χωρίς η υπέρβασή της να εξαρτάται από την τύχη. Στην ως άνω «αίσθηση» του δράστη συντείνει άλλωστε και η κατά συνήθεια έκθεση αυτού στον κίνδυνο (συνήθεια κινδύνου) χωρίς ουδέποτε να επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα, ώστε η πραγμάτωση του κινδύνου καθίσταται γι’ αυτόν ελάχιστα πιθανή 223. Β. Η εμμονή του δράστη στη συνέχιση της επικίνδυνης συμπεριφοράς του παρά την πρόβλεψη της ενδεχόμενης επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος συνιστά την πιο σημαντική ένδειξη κατάφασης ενδεχόμενου δόλου, για το λόγο ότι επηρέασε σημαντικά την ελληνική 222 Ενδεικτική αυτού είναι κι η παραδοχή πως η ως άνω αναφερόμενη ένδειξη δεν θα πρέπει να λειτουργεί ως «μοναδικός ενδείκτης» για τη θεμελίωση του βουλητικού στοιχείου του δόλου, όπως ορθά παρατηρεί ο Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 206]. Ομοίως και σε Βαθιώτη Κ., «Γνήσια» και «οιονεί ρώσικη ρουλέτα»: Ποινική ευθύνη από (ακατ)ανόητα παιχνίδια με περίστροφο, ό.αν. [υποσ. 208]. 223 Βλ. χαρακτηριστικά Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 46], Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 81], σελ. 169 επ., Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 49], Κωνσταντινίδης Α., ό.αν. [υποσ. 168], Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 112], σελ. 261, Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 123], Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 217], Τσιρίδης Π., ό.αν. [υποσ. 81], Ναμίας Ο., ό.αν. [υποσ. 168]. Ακόμη βλ. χαρακτηριστικά Βαθιώτης Κ., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΠλημΑθ 2311/2009, ΠοινΔικ 2009, σελ. 1363 επ., όπου ο ως άνω συγγραφέας αναφερόμενος στο ΣυμβΠλημΑθ 2311/2009 αναφορικά με την πτώση του αεροπλάνου Helios στο Γραμματικό Αττικής, επισημαίνει την ορθότητα του ως άνω βουλεύματος ως προς τον αποκλεισμό του ενδεχόμενου δόλου γιατί μολονότι συνέτρεχε η ένδειξη της υψηλής επικινδυνότητας της πράξης, αυτή επισκιάσθηκε από την αντένδειξη της «συνήθειας στον κίνδυνο»· το δε σκεπτικό του ως άνω βουλεύματος αντιπαραβάλλει ως προς τα υποστηριζόμενα σχετικά με την υπόθεση ΣΑΜΙΝΑ, όπου η ως άνω επιχειρηματολογία διατυπώθηκε από τη μειοψηφία κι ως εκ τούτου δεν επικράτησε. Αναφορικά με την ένδειξη της «συνήθειας στον κίνδυνο», βλ. σχετικά ΑΠ 418/1999, ΤΝΠΝ (= ΝοΒ 1999, σελ. 1178 επ., = ΠοινΧρ 2000, σελ. 41 επ.), ΣυμβΑΠ 2313/2004, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2005, σελ. 796 επ.), ΕφΛαρ 179/2004, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2004, σελ. 793 επ.). 96 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις ποινική νομολογία 224 κι επιστήμη 225. Σύμφωνα το εν λόγω κριτήριο, ο δράστης τελώντας εν ανάγκη, δεν μπορεί να επιτύχει τον σκοπό του διαφορετικά και για το λόγο αυτό εμμένει στην τέλεση της επικίνδυνης για το έννομο αγαθό πράξης, καίτοι γνωρίζει τη δυνατότητα πρόκλησης του ανεπιθύμητου αποτελέσματος· εξ’ αυτού συνάγεται περαιτέρω ο συμβιβασμός του δράστη προς την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος προκειμένου να μην παραιτηθεί από τον επιδιωκόμενο απώτερο σκοπό του. Από την ως άνω ανάπτυξη αναδεικνύεται, κατά την κρίση της γράφουσας, η προφανής επίδραση του «α’ τύπου του Frank» στη διαμόρφωση και την εμπέδωση της ως άνω ένδειξης τόσο στην ελληνική ποινική θεωρία όσο και στην ελληνική ποινική νομολογία. Γ. Η τυχόν ιδιοτέλεια του σκοπού που επεδίωκε ο δράστης με τη συμπεριφορά του, και ειδικότερα η μεγιστοποίηση του επιχειρησιακού του κέρδους, γίνεται δεκτό τόσο από τη θεωρία 226 όσο και από τη νομολογία 227 πως συνιστούν ενδείξεις για την κατάφαση του ενδεχόμενου δόλου. Πλην όμως, γίνεται επίσης δεκτό πως η κατάφαση του ενδεχόμενου δόλου θα πρέπει να αποκλείεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι περαιτέρω συνέπειες της επέλευσης του ζημιογόνου αποτελέσματος για τον δράστη θα ήταν πολύ βαρύτερες σε σχέση με το τυχόν όφελος που αυτός επεδίωκε 228. Καίτοι λοιπόν η 224 Βλ. ενδεικτικά ΣυμβΑΠ 418/1999, ΝοΒ 1999, σελ. 1178 (= ΠοινΧρ 2000, σελ. 41 επ.), ΣυμβΠλημΛαρ 130/2004, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2004, σελ. 642 επ.). 225 Βλ. χαρακτηριστικά Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 112], σελ. 260, Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 270. 226 Βλ. σχετικά Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 46], Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 271, Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 33], Κωνσταντινίδης Α., ό.αν. [υποσ. 168], Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ.123], Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 123]. Πρβλ. Μπουρμά Γ., ό.αν. [υποσ. 8], όπου ο ως άνω συγγραφέας προκρίνει την ορθότητα της ένδειξης της «εμμονής του δράστη στην κινδυνώδη δράση του από ιδιοτελείς σκοπούς», προσπαθώντας να συγκεράσει τις ενδείξεις της εμμονής στην κινδυνώδη δράση και της ιδιοτέλειας του σκοπού. 227 Βλ. ενδεικτικά ΣυμβΕφΠειρ 323/2000, ΠοινΧρ 2001, σελ. 76 επ., ΑΠ 1630/2002, ΠοινΔικ 2003, σελ. 235 επ., ΑΠ 2125/2002, ΤΝΠΝ (= ΠοινΛογ 2002, σελ. 2424 επ.), ΣυμβΕφΑθ 2512/2002, ΠοινΧρ 2003, σελ. 153 επ., ΣτρΑθ 140/2004, ΤΝΠΝ (= ΠοινΛογ 2004, σελ. 2416 επ.). 228 Βλ. χαρακτηριστικά Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 223], όπου ο συγγραφέας επισημαίνει τη συνετή αξιοποίηση της ως άνω ένδειξης του «ιδιοτελούς σκοπού» από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών στην υπόθεση του αεροσκάφους Helios, παρά την αντίθετη εισαγγελική πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πιέρρου Δ. Σημειωτέον πως ο 97 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις ιδιοτέλεια του σκοπού συνιστά ένδειξη ενδεχόμενου δόλου, αντίκειται στη λογική έμφρονος ανθρώπου να επιλέξει μια καταστροφική γι’ αυτόν συμπεριφορά ενόψει κάποιου κέρδους 229. Η ένδειξη αυτή υιοθετεί κι από τη νομολογία μας ως «απουσία λογικού κινήτρου» 230. Δ. Η τυχόν αυτοδιακινδύνευση του ιδίου του δράστη ή συγγενικών ή φιλικών του προσώπων συνιστά, τόσο για την ελληνική ποινική επιστήμη 231 όσο και για την ελληνική ποινική νομολογία 232, «αντένδειξη» Βαθιώτης Κ., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΑΠ 1269/2006, ΠοινΔικ 2006, σελ. 829 επ., κάνει λόγο για την αντένδειξη της «προφανούς διακινδύνευσης των οικονομικών συμφερόντων» στον χώρο των περιουσιακών εννόμων αγαθών, αντιπαραβάλλοντας αυτήν ως αντίστοιχη της αναφαινόμενης στο πεδίο των προσωπ ικών εννόμων αγαθών αντένδειξης της «μη νοητής αυτοδιακινδύνευσης». Ομοίως Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 81]. Βλ. σχετικά ΑΠ 1269/2006, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2007, σελ. 508 επ.,= ΠοινΔικ 2006, σελ. 829 επ., με παρατηρήσεις Βαθιώτη Κ.). Ακόμη επί του Συ μβΕφΑθ 1025/2007, ΠοινΔικ 2009, σελ. 556 επ., όπου το Συμβούλιο έκρινε πως δεν θεμελιούται το βουλητικό στοιχείο του ενδεχόμενου δόλου για το λόγο ότι «η έκθεση των παθόντων – επιβατών του ελικοπτέρου στον κίνδυνο … θα έβλαπτε μεγάλως την αξιοπιστία, φεραγ γυότητα και την φήμη της πρόσθεν εταιρίας, με αναπόδραστα συνακόλουθη, εις μεγάλο βαθμό, ζημία, μείζονα των, εντεύθεν μη σημαντικής αξίας και σημασίας, ανωτέρω κερδών, θα έπληττε σοβαρώς και διεθνώς τα συμφέροντά της και θα έθετε αυτήν σε δοκιμασία και, ίδ ια, τα εκ των εκκαλούντων, μέλη του Δ.Σ. της, σε επαγγελματική και ηθική αποδοκιμασία και υποβάθμιση, μη αντισταθμιζόμενες υπό των οικονομικών, εκ της ανωτέρω αιτίας, απολαβών…». Βλ. ακόμη ΕφΛαρ 179/2004, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2004, σελ. 793 επ.). 229 Βλ. σχετικά Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 46], Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 81], σελ. 169. 230 Βλ. ενδεικτικά ΜΟΕΑθ 290/1998, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2000, σελ. 172 επ.), η οποία επικυρώθηκε με την ΑΠ 1206/2000, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2001, σελ. 415 επ.), ΑΠ 1661/2004, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2005, σελ. 328 επ., = ΠραξΛογΠΔ 2004, σελ. 379 επ.), ΑΠ 2032/2004, ΠοινΧρ 2005, σελ. 734 επ., ΑΠ 1269/2006, ΠοινΔικ 2006, σελ. 829 επ., ΑΠ 1959/2006, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2007, σελ. 5 επ., = ΠοινΧρ 2007, σελ. 2001 επ., = Δίκη 2007, σελ. 99 επ.), ΣυμβΑΠ 1335/2007, ΠοινΔικ 2009, σελ. 573 επ., ΜΟΕφΛαρ 51/2007, ΤΝΠΝ, ΕφΑθ 1025/2007, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2009, σελ. 556 επ.). 231 Βλ. σχετικά Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 112], σελ. 261, όπου ο ως άνω συγγραφέας κάνει λόγο για αντενδείκτη «αμοιβαιότητας κινδύνου», προτείνοντας ακόμη έναν πρακτικό κανόνα για τη διάγνωση του επίμαχου ενδείκτη, και συγκεκριμένα ανάγοντας σε καθοριστικό στοιχείο για τη θεμελίωση ή μη του ενδεχόμενου δόλου την απάντηση στο ερώτημα «Αν ο υπό κρίση δράστης γνώριζε ότι με τη συμπεριφορά του θέτει σε κίνδυνο προσφιλές του πρόσωπο θα είχε πράξει έτσι όπως έπραξε;». Ομοίως Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 81], με θετικές παρατηρήσεις επί του ΣυμβΕφΑιγ 71/2002 για το λόγο ότι, όπως επισημαίνει η ως άνω συγγραφέας, ορθά εκτίμησε την συνδρομή τη ς ένδειξης της «μη νοητής αυτοδιακινδύνευσης» στα πρόσωπα των κατηγορουμένων ώστε προσέδωσε στις αποδιδόμενες σε αυτούς πράξεις τον χαρακτήρα της εξ’ αμελείας τέλεσης. Σχετική αναφορά και της Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 123], επί του ΣυμβΑΠ 500/2003, το οποίο αναίρεσε το ως άνω αναφερόμενο ΣυμβΕφΑιγ 71/2002, και προβαίνοντας περαιτέρω σε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και κακή 98 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις αξιολόγηση του επίμαχου κριτηρίου, παρέπεμψε τους κατηγορουμένους για τέλεση των αποδιδόμενων σε αυτούς πράξεων με ενδεχόμενο δόλο. Στην αυτή κατεύθυνση και οι Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 46], Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 81], σελ. 170, Κωνσταντινίδης Α., ό.αν. [υποσ. 168], Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 42], Αποστολίδου Α., ό.αν. [υποσ. 122], όπου γίνεται λόγος για δεσμευτικό αποκλεισμό του ενδεχόμενου δόλου· αντίθετη άποψη επ’ αυτού, θα συνιστούσε παραδοχή δόλου αυτοκτονίας. Αξιοσημείωτη είναι η παρατήρηση του Βαθιώτη Κ., «Γνήσια» και «οιονεί ρώσικη ρουλέτα», Ποινική ευθύνη από (ακατ)ανόητα παιχνίδια με περίστροφ ο, ό.αν. [υποσ. 208], ο οποίος τάσσεται σαφώς υπέρ της απόρριψης του «αντενδείκτη» της «μη νοητής αυτοδιακινδύνευσης στην περίπτωση που ο δράστης συμμετέχει στο παιχνίδι της «ρώσικης ρουλέτας», για το λόγο ότι «ο παίκτης γνωρίζει άριστα ότι την πρώτη φορά που θα πατήσει σκανδάλη σημαδεύοντας τον συμπαίκτη του με εξάσφαιρο περίστροφο, οι πιθανότητες ευστοχίας ανέρχονται στην καθόλου αμελητέα αναλογία του 1:6. Το αν εν τέλει, το περίστροφο δεν εκπυρσοκροτήσει, είναι ζήτημα καθαρής τύχης και μόνο, ενώ ο δράστης μπορεί απλώς να εύχεται να μην συμβεί αυτό», ενώ περαιτέρω συμπληρώνει χαρακτηριστικά πως «δεδομένου ότι ο δράστης ξέρει ότι, αμέσως μετά, θα είναι η σειρά του να υποστεί τη δοκιμασία, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν η ευχή του είναι να αστοχήσει – μάλλον θα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: θα (προσ)εύχεται να πλήξει τον συμπαίκτη του προκειμένου να γλιτώσει ο ίδιος…». Βεβαίως η εν λόγω θέση απορρέει αναγκαία από την παραδοχή του ως άνω συγγραφέα, θεμέλια λίθο της τοποθέτησής του επί της εξεταζόμενης στην παρούσα μελέτη διάκρισης του ενδεχόμενου δόλου από την όμορη έννοια της ενσυνείδητης αμέλειας, περί διάκρισης της ελπίδας αποφυγής σε «απλή» και «βάσιμη» με τη συνακόλουθη υπαγωγή της πρώτης στον ενδεχόμενο δόλο και της δεύτερης στην ενσυνείδητη αμέλεια, παραδοχή η οποία περαιτέρω συνεπάγεται αναπόδραστα και δικαιολογεί την ως άνω θέση αναφορικά με την εν λόγω ένδειξη. 232 Καίτοι η συνδρομή της εν λόγω αντένδειξης εξετάζεται ειδικά από τα δικαστήρια, θα λέγαμε πως χωλαίνει στην εφαρμογή της. Έτσι, βλ. ε νδεικτικά ΣυμβΑΠ 500/2003, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2003, σελ. 124 επ.), το οποίο αναίρεσε το ΣυμβΕφΑιγ 71/2002 (το οποίο παρέπεμπε τους κατηγορουμένους για τέλεση των αποδιδόμενων σε αυτούς πράξεων από αμέλεια) για έλλειψη αιτιολογίας, τασσόμενο κακώς υπέρ της κατάφασης ενδεχόμενου δόλου, αποδεχόμενο πως παρά τη συνδρομή της ένδειξης της μη νοητής αυτοδιακινδύνευσης ο ιδιοτελής σκοπός (ήτοι η ψυχαγωγία του πληρώματος) εκρίθη υπέρτερος ώστε τεκμαίρεται η συγκατάθεση των κατηγορουμένων προς το εγκληματικό ανθρωποκτόνο αποτέλεσμα, με το ακόλουθο σκεπτικό «Η σκέψη του Συμβουλίου ότι δεν προέκυψε για τον κατηγορούμενο το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, διότι είναι αδιανόητο αυτός να αποδέχθηκε το ενδεχόμενο διακινδύνευσης της υγείας ή της ζωής των επιβαινόντων, αφού μετα ξύ αυτών ήταν κι ο ίδιος, παραγνωρίζει ότι η εναντίον αυτού κατηγορία συνίσταται και στο ότι με το να εγκαταλείψει από τους πρώτους το πλοίο, χωρίς μάλιστα να πάρει μαζί του και τις συσκευές με τις οποίες μπορούσε, όπως είχε άλλωστε υποχρέωση, να ενημερώνε ι συνεχώς το Κέντρο Διάσωσης του ΥΕΝ, τους παράκτιους σταθμούς και τα παραπλέοντα σκάφη εγκατέλειψε έτσι αβοήθητους τους άλλους που επέβαιναν στο πλοίο, μη ενεργώντας για την εξουδετέρωση ή την μη επίταση του κινδύνου που τους απειλούσε». Βλ. ακόμη ΣυμβΕφΑθ 2512/2002, ΤΝΠΝ, το οποίο έκρινε πως «το γεγονός ότι ένας ή περισσότεροι εκ των μετόχων και των συγγενών του κατηγορουμένου έχασαν τη ζωή τους από την κατάρρευση του κτιρίου, όσο σημαντικό και λυπηρό και αν είναι, δεν αρκεί από μόνο του να οδηγήσει σε δι αφορετική παραδοχή» και ήχθη περαιτέρω σε κρίση περί της κατάφασης του ενδεχόμενου δόλου στην προκείμενη περίπτωση, contra εισαγγελική πρόταση σύμφωνα με την οποία «…ενδεχόμενος δόλος των κατηγορουμένων πρέπει να αποκλεισθεί παντελώς, δοθέντος ότι θα ήτο τ ουλάχιστον παράλογο να γίνει δεκτό ότι οι κατηγορούμενοι προέβλεψαν την κατάρρευση του κτιρίου ως ενδεχόμενη συνέπεια των πλημμελών ενεργειών και παραλείψεών του ς και παρά ταύτα προέβησαν στην ανέγερση κλπ. αυτού, έστω κι αν επήρχετο η κατάρρευσή του». Ομοίως εσφαλμένα ΣυμβΑΠ 1304/2003, ΤΝΠΝ, με την εξής εσφαλμένη επιχειρηματολογία «το 99 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις ενδεχόμενου δόλου κι αντιστοίχως ένδειξη πίστης του δράστη ότι θα αποφύγει το εγκληματικό αποτέλεσμα. Δικαιολογητικός λόγος της ως άνω αντενδείξεως είναι προφανώς η σκέψη ότι παρεκκλίνει κάθε λογικής η αποδοχή εκ μέρους του δράστη της αποδοχής ενός εγκληματικού αποτελέσματος επιζήμιου για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα του ιδίου ή κάποιου φιλικού ή συγγενικού του προσώπου 233. Ε. Ο ως άνω λογικά αναντίρρητος κανόνας που άγει σε αποκλεισμό του ενδεχόμενου δόλου, επιδέχεται εξαίρεση μόνο στην περίπτωση που ο δράστης έλαβε μέτρα αυτοπροστασίας ώστε ο κίνδυνος για τον ίδιο να εμφανίζεται πρακτικά ανύπαρκτος ή τουλάχιστον σημαντικά μειωμένος σε σύγκριση με τον κίνδυνο που προκάλεσε η συμπεριφορά του για τα θιγόμενα έννομα αγαθά 234. ΣΤ. Οι δηλώσεις ή οι πράξεις του δράστη πριν, κατά ή μετά την πράξη, καθώς και οι προηγούμενες σχέσεις μεταξύ αυτού και του θύματος γεγονός ότι ένας ή περισσότεροι εκ των μετόχων και των συγγενών τους έχασαν τη ζωή τους από την κατάρρευση του κτιρίου, όσο σημαντικό και λυπηρό κι αν είναι, δεν είναι αποφασιστικό στοιχείο και δεν αρκεί από μόνο του να οδηγήσει σε διαφορετική παραδοχή», με σχετικές παρατηρήσεις Μπέκα Ι./ Παύλου Στ., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΑΠ 1304/2003, ΠοινΛογ 2006, σελ. 1223 επ. Ομοίως εσφαλμένα ΑΠ 1630/2002, ΠοινΛογ 2002, σελ. 1825 επ. (= ΠοινΔικ 2002, σελ. 1256 επ., = ΠοινΧρ 2003, σελ. 147 επ.) (με το οποίο επικυρώθηκε το ΣυμβΕφΑιγ 73/2002), όπου αμφισβητείται το τεκμήριο της «μη νοητής αυτοδιακινδύνευσης», για το λόγο ότι οι δράστες ως έμπειροι ναυτικοί διέτρεχαν σαφώς μικρότερο κίνδυνο από τους επιβάτες – λαθρομετανάστες, πολλοί από τους οποίους δεν γνώριζαν κολύμπι, καθώς επίσης και γιατί είχαν λάβει προηγουμένως μέτρα αυτοπροστασίας· τα ως άνω σε συνδυασμό με την «ιδιοτέλεια του σκοπού» των δραστών συντείνουν τελικώς στην κατάφαση του ενδεχόμενου δόλου· όμοια αιτιολογία και σε ΑΠ 680/2009, ΠοινΔικ 2010, σελ. 395 επ. Contra ορθή εκτίμηση της εν λόγω ένδειξης στο ΣυμβΑΠ 1661/2004, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2005, σελ. 328 επ., = ΠοινΔικ 2004, σελ. 1220 επ.), ΜΟΔΑθ 334–335/2004, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2005, σελ. 273 επ.), ΜΟΔΑθ 515, 516, 517/2004, ΠοινΧρ 2005, σελ. 832 επ., ΕφΛαρ 179/2004, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2004, σελ. 793 επ.), ΠλημΧίου 28/2006, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2007, σελ. 543 επ.), ΜΟΕφΛαρ 51/2007, ΤΝΠΝ. 233 Βλ. σχετικά Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 46]. Σε νομολογιακό επίπεδο, βλ. σχετικά ΣυμβΠλημΑθ 3772/2001, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2002, σελ. 736 επ.), το οποίο απέκλειε τη συνδρομή ενδεχόμενου δόλου με την κάτωθι χαρακτηριστική αιτιολογία «θα ήταν ανεπιεικές και σκληρό να δεχθούμε ότι ο κατηγορούμενος ψυχολογικά απεδέ χθη την πραγμάτωση του εγκληματικού αποτελέσματος, δηλαδή τον θάνατο δύο ανθρώπων με τους οποίους συνδεόταν με συγγενική και στενή φιλική σχέση». 234 Βλ. χαρακτηριστικά Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 46]. Στην αξιοποίηση της εν λόγω αντένδειξης καταφεύγει και το ΣυμβΑΠ 500/2003, ό.αν. [υποσ. 227]. 100 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις συνιστούν επίσης ενδείξεις ενδεχόμενου δόλου 235. Συγκεκριμένα, η λήψη αποτρεπτικών του εγκληματικού αποτελέσματος μέτρων πριν ή κατά την εκτέλεση της εγκληματικής συμπεριφοράς, δημιουργεί εύλογα αμφιβολίες αναφορικά με την αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος 236. Ακόμη, η μετά την τέλεση της εγκληματικής πράξης συμπεριφορά του δράστη, εφόσον συνίσταται σε ενέργεια αποκατάστασης του προκληθέντος από τον ίδιο εγκληματικού αποτελέσματος (π.χ. προσπάθειες ανάνηψης του παθόντος, προσπάθειες κατάσβεσης τυχόν προκληθείσης φωτιάς κλπ.), συνηγορεί στον αποκλεισμό του ενδεχόμενου δόλου, αποτελώντας επί της ουσίας αντένδειξη της κατάφασής του 237. Επιπλέον, η απουσία προηγούμενων συναναστροφών του δράστη και του θύματος συντείνει ενίοτε λογικά στον αποκλεισμό του ενδεχόμενου δόλου, για το λόγο ότι ο δράστης δεν φαίνεται να έχει λόγους να αποδέχεται το θάνατο του θύματος, τον οποίο πιθανότατα και δεν επιθυμεί 238. 235 Βλ. ενδεικτικά Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 112], σελ. 259. 236 Βλ. χαρακτηριστικά ΑΠ 2125/2002, ΤΝΠΝ (= ΠοινΛογ 2002, σελ. 2424 επ.), η οποία πάντως έκρινε πως τα ληφθέντα από τους δράστες αποτρεπτικά μέτρα δεν υπήρξαν τόσο σοβαρά ώστε να δημιουργήσουν σε αυτούς την πίστη περί της μη επέλευσης της κατάρρευσης του εργοστασίου της εν λόγω φαρμακοβιομηχανίας σε περίπτωση σεισμού, contra Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 123], η οποία επισημαίνει χαρακτηριστικά τη ν δημιουργία εύλογων αμφιβολιών αναφορικά με την κατάφαση ενδεχόμενου δόλου στην περίπτωση λήψης αποτρεπτικών μέτρων από μέρους του δράστη, καθώς η λήψη τέτοιων μέτρων συνηγορεί λογικά στην μη αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος. Μόνη εξαίρεση συνιστά, κατά την ως άνω καθηγήτρια, η λήψη τέτοιων μέτρων κατά πρόφαση ή η λήψη αυτών παρά την γνώση του δράστη περί της αναποτελεσματικότητας και της απροσφορότητάς τους. Βλ. χαρακτηριστικά ΕφΛαρ 179/2004, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2004, σελ. 793 επ.), ορθή εκτίμηση της εν λόγω ένδειξης για το λόγο ότι « το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι έλαβαν κάποια ανεπαρκή βέβαια μέτρα ασφαλίσεως του φορτίου μαρτυρεί ότι είχαν κάποια αγωνία για τη μεταφορά, δεν αδιαφόρησαν εντελώς, γι’ αυτό δεν συμβιβάστηκαν με το αποτέλεσμα μίας θανατηφόρας ή βλαπτικής για την υγεία άλλων σύγκρουσης». Περαιτέρω αναφορικά με την αναγνώριση της ως άνω ένδειξης στη θεωρία και τη νομολογία, βλ. σχετικά Κωνσταντινίδης Α., ό.αν. [υποσ. 168]. 237 Βλ. χαρακτηριστικά Παύλου Στ./ Βαθιώτης Κ., Παρατηρήσεις επί της ΑΠ 680/2009, ΠοινΔικ 2010, σελ. 395 επ., όπου επισημαίνεται η ανάγκη διακρίβωσης κι αξιολόγησης ως ένδειξη ενδεχόμενου δόλου, αφορούσα τον χρόνο μετά την τέλεση της πράξης, της «απουσίας έκκλησης βοήθειας». Ομοίως σε Κωνσταντινίδη Α., ό.αν. [υποσ. 168]. Σε νομολογιακό επίπεδο, βλ. σχετικά ΑΠ 1244/2007, ΠοινΔικ 2009, σελ. 566 επ., ΣυμβΠλημΑθ 1847/2009, ΠοινΔικ 2009, σελ. 887 επ. 238 Πρβλ. την ΑΠ 1206/2000, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2001, σελ. 415 επ.), η οποία έκρινε πως λόγω της προηγούμενης σχέσης δράστη και θύματος δ εν συντρέχει περίπτωση αποδοχής υπό την έννοια της επιδοκιμασίας του εγκληματικού αποτελέσματος αλλά απλή συγκατάθεση προς αυτό. Contra, υπέρ της μη κατάφασης ενδεχόμενου δόλου λόγω ακριβώς της σχέσης δράστη – θύματος, βλ. σχετικά ΠλημΑθ 3772/2001, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2002, 101 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Ζ. Ένδειξη κατάφασης ενδεχόμενου δόλου συνιστά επίσης το μέσο που χρησιμοποιήθηκε για την τέλεση του εγκλήματος και, γενικότερα, οι συνθήκες τέλεσης αυτού, όπως το μέρος του σώματος που επλήγη, η μορφολογία ή η σφοδρότητα του τραύματος, η απόσταση του δράστη από το θύμα, τυχόν συνοδευτικές πράξεις ή απειλές κλπ 239. Η. Τέλος, πρέπει να συνεκτιμάται και η γενικότερη θετική ή αρνητική στάση του δράστη έναντι των εννόμων αγαθών των άλλων 240. Επί των ως άνω κριτηρίων, περιοριζόμαστε να επισημάνουμε αφενός μεν πως δεν αποτελούν από μόνα τους εκ προοιμίου αμάχητα τεκμήρια κατάφασης ή αποκλεισμού του ενδεχόμενου δόλου αφετέρου δε πως δεν είναι δυνατόν να διατυπωθούν γενικευμένες κρίσεις για τη λειτουργία της μίας ή της άλλης ένδειξης στις διάφορες περιπτώσεις, γιατί το τελικό συμπέρασμα περί της αποδοχής ή μη του εγκληματικού αποτελέσματος εξαρτάται από τη συνεκτίμηση περισσοτέρων της μιας ενδείξεων 241. Στη δικανική πεποίθηση που ενυλώνεται στην οικεία δικαστική απόφαση, ο εφαρμοστής του δικαίου καταλήγει αφού προηγουμένως εκτιμήσει όλα τα εμπειρικά δεδομένα/ ενδείξεις που αφορούν στην κρινόμενη υπόθεση χωρίς να αφήσει κανένα εξ’ αυτών ανεκμετάλλευτο, αφού τα ιεραρχήσει σωστά και συνάγει περαιτέρω εξ’ αυτών το ορθό συμπέρασμα. Σημειωτέον πως σε σελ. 736 επ.), Εφ 911/2002, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2002, σελ. 726 επ.), ΜΟΔΑθ 515, 516, 517/2004, ΠοινΧρ 2005, σελ. 832 επ. 239 Βλ. χαρακτηριστικά ΑΠ 1021/1980, ΠοινΧρ 1981, σελ. 162 επ., ΑΠ 292/1981, ΠοινΧρ 1981, σελ. 578 επ., ΑΠ 893/1997, ΠοινΧρ 1998 , σελ. 268 επ., ΜΟΕΑθ 290/1998, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2000, σελ. 172 επ.), ΠλημΧαλκιδικής 133/2000, Υπερ 2000, σελ. 1073 επ., ΠλημΜυτιλ 36/2000, ΠοινΧρ 2000, σελ. 755 επ., ΠλημΣαμ 16/2001, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2001, σελ. 819 επ.), ΑΠ 795/2003, ΠοινΧρ 2004, σελ. 154 επ ., ΑΠ 954/2004, ΠοινΧρ 2005, σελ. 430 επ, ΑΠ 759/2004, ΠοινΧρ 2005, σελ. 503 επ., ΣυμβΠλημΑθ 3887/2004, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2005, σελ. 818 επ.), ΠλημΡοδόπης 79/2006, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2007, σελ. 177 επ.), ΑΠ 1244/2007, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2009, σελ. 566 επ.). 240 Βλ. χαρακτηριστικά ΕφΛαρ 179/2004, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2004, σελ. 793 επ.), όπου «πρέπει να συνεκτιμηθεί η γενικότερη θετική στάση των κατηγορουμένων έναντι των εννόμων αγαθών τρίτων, διότι από τα ποινικά τους μητρώα δεν προκύπτει στάση και διάθεση προσβολής από δόλο εννόμων αγαθών τρίτων». 241 Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 181], «όσοι περισσότεροι ενδείκτες συντρέχουν, όσο περισσότερες δοκιμασίες αποβαίνουν θετικές, τόσο περισσότερο υποστηρίξιμη αποβαίνει η εκδοχή ότι η διάθεση συντρ έχει, δηλ. τόσο περισσότερο δεσμεύεται ο δικαστής να την αποδεχθεί». 102 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις περίπτωση αμφιβολιών κατά τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, ο ποινικός δικαστής οφείλει κατ’ εφαρμογή της αρχής in dubio pro reo ( ή in dubio pro mitiore) να δεχτεί τη συνδρομή ενσυνείδητης αμέλειας κι όχι ενδεχόμενου δόλου 242. 2.1.4. Η de lege ferenda πρόταση τριχοτόμησης της υπαιτιότητας Επ’ αφορμής πολύνεκρων τραγικών γεγονότων/ δυστυχημάτων που διαδραματίστηκαν στη χώρα μας στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και ιδίως επ’ αφορμής των θανατηφόρων καταρρεύσεων κτιρίων, στα οποία είχαν γίνει παράνομες οικοδομικές παρεμβάσεις και τα οποία επλήγησαν από τον σεισμό της Πάρνηθας τον Σεπτέμβρη του έτους 1999, καθώς κι επ’ αφορμής πολύνεκρων τροχαίων ατυχημάτων ή θανατηφόρων ναυαγίων που απασχόλησαν ομοίως τη νομολογία κατά την επίμαχη περίοδο, πυροδοτήθηκε στους κόλπους της ελληνικής ποινικής επιστημονικής σκέψης μία ευρεία συζήτηση περί της σκόπιμης ή μη ένταξης στο ποινικοδικαιϊκό μας σύστημα μίας τρίτης μορφής υπαιτιότητας 243. Ο δικαιολογητικός λόγος της ως άνω «αναγκαιότητας» – κατά τους θιασώτες της ως άνω καινοτόμας δογματικής κατεύθυνσης – πρέπει να αναζητηθεί στο πεδίο της αντεγκληματικής πολιτικής, και δη στο πεδίο της γενικοπροληπτικής στόχευσης, καθώς μέσω της ως άνω σκοπούμενης ρύθμισης σκοπείται η αποτελεσματικότερη κι αυστηρότερη τιμώρηση εγκληματικών συμπεριφορών· συμπεριφορών οφειλόμενων «στη μέγιστη (ή περιφρονητική ή απίστευτα αντικοινωνική) αδιαφορία του δράστη για τα θιγόμενα έννομα αγαθά – κυρίως της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας – και στην (αντικοινωνική) 242 Βλ. σχετικά Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 198], σελ. 117 επ., Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 81]. 243 Ενδεικτική μάλιστα των διαστάσεων που έλαβε η εν λόγω προβληματική, εγγίζοντας πλέον και το πεδίο της νομολογίας, είναι η σχετική αναφορά στο ΣυμβΕφΑιγ 71/2002, ΠοινΔικ 2002, σελ. 856 επ., το οποίο επιλαμβανόμενο για πρώτη φορά επί του τραγικού ναυαγίου του «ΕΞΠΡΕΣ ΣΑΜΙΝΑ», έκανε δεκτή την ΕισΠροτ του Εισαγγελέα Παντιώρα Ν., έκρινε, αναφερόμενο στη συμπεριφορά του υποπλοιάρχου, ο οποίος είχε εγκαταλείψει το πόστο του στη γέφυρα του πλοίου, ότι «η αμέλειά του βρίσκεται στον υπερθετικό βαθμό και πέραν αυτού και ίσως θα πρέπει να προβληματίσει το νομοθέτη, εάν θα πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται μέσα στο υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο της αμέλειας αυτού του μεγέθους η αδιαφορία για την έννομη τάξη και η ανευθυνότητα με τέτοια τραγικά αποτελέσματα». Σημειωτέον πως η ως άνω αναφορά περιλήφθηκε αυτολεξεί στην ασκηθείσα από τον Εισαγγελέα του ΑΠ Κρουσταλάκη Ε. αίτηση αναιρέσεως επί του ως άνω βουλεύματος. 103 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις ανευθυνότητά του» 244. Η ανεπάρκεια του υφιστάμενου ποινικού δόγματος να τιμωρήσει επαρκώς κι αποτελεσματικά τέτοιες ως άνω περιπτώσεις ιδιαιτέρως «επίμεμπτης» εγκληματικής αδιαφορίας επισημαίνεται εμφατικά από τους θιασώτες της εν λόγω δογματικής προσέγγισης, καθώς η υπαγωγή τους – σύμφωνα με το δόγμα του ποινικού δικαίου – στο πεδίο της ενσυνείδητης αμέλειας και η, ως εκ τούτου, πρόσδοση στις εν λόγω συμπεριφορές πλημμεληματικού χαρακτήρα με όλες τις εντεύθεν συνέπειές μίας τέτοιας ποινικής αξιολόγησης σε ουσιαστικό και δικονομικό επίπεδο, κρίνεται από αυτούς παρωχημένη κι ανεπαρκής, ανίκανη να επιτελέσει την αντεγκληματική λειτουργία υπέρ της οποίας ετάχθη. Σημειωτέον πως παράπλευρη συνέπεια της ως άνω παραδοχής, παράλληλα όμως βασική συνιστώσα της ως άνω de lege ferenda πρότασης, συνιστά η «ανικανότητα» του υφιστάμενου ποινικού δόγματος να ικανοποιήσει διά των ως άνω επιλογών ή, ακριβέστερα, επιταγών του το ενίοτε ιδιαίτερα πιεστικό «κοινό περί δικαίου αίσθημα» 245. Στον αντίποδα, αξιοσημείωτη είναι η σχετική επισήμανση του Μυλωνόπουλου Χρ. 246, σύμφωνα με την οποία η ως άνω «τάση» δεν υπαγορεύεται από γενικοπροληπτικές σκοπιμότητες αλλά αποσκοπεί στον περιορισμό των νομολογιακών αυθαιρεσιών που επακολούθησαν των ως άνω τραγικών δυστυχημάτων με την υπερβολική διεύρυνση της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου σε βάρος της γειτνιάζουσας με αυτόν έννοιας της ενσυνείδητης αμέλειας, καθώς η μέγιστη (ακόμη κι εγκληματική) αδιαφορία για το θιγόμενο έννομο αγαθό δεν μπορεί οντολογικά να ταυτιστεί με την ενσυνείδητη επιθυμία/ αποδοχή της προσβολής του. 244 Βλ. χαρακτηριστικά Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 144 επ. 245 Βλ. ενδεικτικά Βαθιώτης Κ., Recklessness, αδιαφορία, υπαιτιότητα, Μια προσπάθεια αντίκρουσης των αιρετικών απόψεων για την εισαγωγή τρίτης μορφής υπαιτιότητας στο ελληνικό ποινικό δίκαιο, ΠοινΧρ 2006, σελ. 5 επ. Σχετικά και σε Μαγκάκη Γ. – Α., ό.αν. [υποσ. 154]. Η ως άνω παραδοχή περί της υπαγωγής των περιπτώσεων όπου ο δράστης εκδηλώνει αδιαφορία για το θιγόμενο έννομο αγαθό στο εννοιολογικό πεδίο της ενσυνείδητης αμέλειας δεν είναι αδιαμφισβήτητη, όπως ευκρινώς προκύπτει από την σταχυολόγηση των επιμέρους δογματικών τοποθετήσεων που έχουν διατυπωθεί στους κόλπους της ελληνικής ποινικής επιστήμης, βλ. σχετι κά ανωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3.2. 246 Βλ. χαρακτηριστικά Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 185], Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 271 επ. Επ’ αυτού βλ. σχετική επισήμανση Αποστολίδου Α., ό.αν. [υποσ. 123], σελ. 159 επ., όπου η ως άνω συγγραφέας παρατηρεί χαρακτηριστικά πως η τριχοτόμηση της υποκειμενικής υπαιτιότητας εξυπηρετεί την «απενοχοποίηση» της ποινικής δικαιοσύνης και όσων λειτουργούν στο πλαίσιο αυτής. 104 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Κρίσιμη περαιτέρω καθίσταται η ανάγκη διακρίβωσης εκείνων των εγκληματικών συμπεριφορών που, σύμφωνα με τους θιασώτες της ως άνω εδώ παρατιθέμενης θέσης, θα ενέπιπταν στο ρυθμιστικό πεδίο μίας τέτοιας πρόβλεψης. Ο Μυλωνόπουλος Χρ. 247, πρώτος στο χώρο της ελληνικής ποινικής επιστήμης, προτείνει τη de lege ferenda διαβάθμιση της αμέλειας, και όχι την τριχοτόμηση της υπαιτιότητας την οποία εμφατικά «απ οποιείται», ώστε να τιμωρούνται βαρύτερα σε βαθμό κακουργήματος (μόνον) οι τελούμενες με «βαρεία αμέλεια» ανθρωποκτονίες ή σωματικές βλάβες. Περαιτέρω, σε «βαρεία αμέλεια» τελεί ο δράστης όταν προβαίνει σε βαρύτατες προσβολές του αντικειμενικού καθήκοντος επιμέλειας, προσβολές εγγίζουσες το πεδίο του ενδεχόμενου δόλου, και για το λόγο αυτό προσήκει η τιμώρησή του σε βαθμό κακουργήματος. Θεμελιώδες παράδειγμα, διευκρινιστικό της ως άνω θέσης του, συνιστά το κάτωθι: «…εκείνος για παράδειγμα που με βαρεία αμέλεια προκαλεί την εφ’ όρου ζωής παράλυση του παθόντος, εισερχόμενος με το αυτοκίνητό του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, παραβιάζοντας εν γνώσει του ερυθρό σηματοδότη, θέτει, σύμφωνα με τον ως άνω συγγραφέα, σαφώς βαρύτερο άδικο από εκείνον που από πρόσκαιρη απροσεξία προκαλεί το ίδιο αποτέλεσμα». Προς επίρρωση δε του ως άνω ισχυρισμού του, ο Μυλωνόπουλος Χρ. ανατρέχει τόσο σε σχετικές αποφάσεις του Ακυρωτικού μας 248 όσο και στην άρ. 79 παρ. 2 περ. γ’ ΠΚ, στην οποία γίνεται λόγος για «…βαθμό της αμέλειας του υπαιτίου»· κατόπιν τούτου, συμπεραίνει πως η έννοια της βαρείας αμέλειας είναι γνωστή στο χώρο του ελληνικού ποινικού δικαίου, πως η αμέλεια συνιστά διαβαθμίσιμο μέγεθος κι ακόμη πως η ως άνω διαβάθμισή της δεν περιορίζεται στη θεμελιώδη για το δίκαιό μας διάκρισή της σε ενσυνείδητη κι άνευ συνειδήσεως αμέλεια. Τέλος, ο ως άνω καθηγητής επισημαίνει την εξαιρετική χρησιμότητα της εφαρμογής της de lege ferenda πρότασής του σε νομολογιακό επίπεδο προς άρση τυχόν νομολογιακών αδιεξόδων στις περιπτώσεις της «επίμεμπτης αδιαφορίας». Την ως άνω εκτεθείσα θέση του καθηγητή Μυλωνόπουλου Χρ. αναφορικά με τη διαβάθμιση της αμέλειας και τη συναφή βαρύτερη τιμώρηση 247 Βλ. χαρακτηριστικά Μυλωνόπουλος Χρ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 271 επ. 248 Ενδεικτικά στην ΑΠ 2032/2004, ΠοινΧρ 2005, σελ. 734 επ. 105 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις της «βαρείας αμέλειας» ασπάζονται κι άλλοι θεωρητικοί στον ελληνικό ποινικό χώρο 249, ενδεχομένως με ορισμένες αποκλίσεις. Έτσι, ο καθηγητής Μαγκάκης Γ. – Α., 250 διατύπωσε την άποψη πως εξαιτίας «των νέων, εξελιγμένων μορφών λειτουργίας της κοινωνικής μας ζωής, όπως διαμορφώθηκε βαθμιαία κατά τη διαδρομή του 20 ου αιώνα με τις μεγάλες, κυριολεκτικά επαναστατικές κατακτήσεις της επιστήμης και της τεχνολογίας» , άλλαξαν «ο ρόλος και οι ευθύνες του ανθρώπου ως μέλους μίας σύγχ ρονης, τεχνολογικά ανεπτυγμένης κοινωνίας», και έτσι από τον εκάστοτε κοινωνό δεν απαιτείται απλώς το να μη θέτει σε κίνδυνο αγαθά τρίτων, αλλά επιπλέον να «μεριμνά με περίσκεψη και ευσυνειδησία για την ουσιαστική προστασία των συνανθρώπων (του), των οποίων η δραστηριότητα σε ορισμένα πεδία διασταυρώνεται με τη δική (του), ιδίως όταν η προστασία αυτή αναφέρεται στην εξουδετέρωση κινδύνων για τη ζωή και τη σωματική (του) ακεραιότητα» . Περαιτέρω, αναφορικά με την ως άνω δεύτερη υποχρέωση, ο συγγραφέας υποστηρίζει τα εξής «σήμερα κατά τη δραστηριοποίησή μας σε ορισμένους επικίνδυνους τομείς της κοινωνικής μας ζωής, όπως στην οδική κυκλοφορία, στη ναυσιπλοΐα και στις οικοδομικές δραστηριότητες, έχουμε πάψει να είμαστε άσχετοι μεταξύ μας και τρίτοι και έχουμε γίνει αλληλέγγυοι και συνυπεύθυνοι για την ασφαλή για όλους μας λειτουργία τους. Είμαστε, δηλαδή, κοινωνικά και ηθικά «συνέταιροι», οι οποίοι οφείλουν να μεριμνούν για την αμοιβαία ασφάλεια και την αλληλοεξυπηρέτηση». Αξιοσημείωτο είναι πάντως πως ο καθηγητής Μαγκάκης Γ.-Α. δεν περιορίζεται στην de lege ferenda πρόταση της κακουργηματικής τιμώρησης των με βαρεία αμέλεια τελούμενων εγκληματικών συμπεριφορών αλλά εισηγείται την πρόβλεψη στον Ποινικό μας Κώδικα μίας τρίτης μορφής υπαιτιότητας, της «περιφρονητικής αδιαφορίας για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των συνανθρώπων μας». Στην πρόταση αυτή προβαίνει ο 249 Βλ. χαρακτηριστικά Μαγκάκης Γ. – Α., ό.αν. [υποσ. 154], Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 143 επ., Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 296, σε υποσημείωση με αριθ. 82, Τσιρίδης Π., ό.αν. [υποσ. 52]. Σημειωτέον πως ο Χαραλαμπάκης Α., καίτοι αρχικά είχε ταχθεί υπέρ της de lege ferenda τριχοτόμησης της υπαιτιότητας, μετέβαλε την ως άνω θέση του, όπως σαφώς προκύπτει από σχετική μελέτη του, βλ. σχετικά Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 46] με περαιτέρω αναφορές στα μειονεκτήματα της ως άνω δογματικής τοποθέτησης. 250 Βλ. χαρακτηριστικά Μαγκάκης Γ. – Α., ό.αν. [υποσ. 154]. 106 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Μαγκάκης Γ. – Α. έχοντας προηγουμένως εντοπίσει ένα υφιστάμενο κενό που καταλείπεται από τη διμερή διάκριση της υπαιτιότητας στο δόλο και στην αμέλεια, στις ειδικότερες μορφές της οποίας, ήτοι στον ενδεχόμενο δόλο και στην ενσυνείδητη αμέλεια, δεν μπορούν να υπαχθούν τα πολύνεκρα δυστυχήματα 251. Στην αυτή κατεύθυνση με τον Μαγκάκη Γ. – Α. κινείται κι ο Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ. 252 τασσόμενος υπέρ της de lege ferenda τριχοτόμησης της υποκειμενικής υπαιτιότητας με την ένταξη της αδιαφορίας 253 251 Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο ως άνω συγγραφέας, η παραβατική συμπεριφορά του δράστη «στην έννοια του ενδεχόμενου δόλου δεν μπορεί να υπ αχθεί γιατί δεν μπορεί να γίνει δεκτό με αξιολογική ακρίβεια και με τον επιβεβλημένο στο πλαίσιο της απονομής δικαιοσύνης σεβασμό προς την πραγματικότητα, ότι ο δράστης, όση ανευθυνότητα και αν επέδειξε, προβλέποντας ως ενδεχόμενη την επέλευση των αιματηρώ ν, τραγικών συνεπειών της συμπεριφοράς του, τις αποδέχθηκε», λέγοντας «μέσα του: κι αν είναι να σκοτωθούν άνθρωποι, ας σκοτωθούν ή και ας τραυματιστούν» διότι «μια τέτοια εκδοχή δεν ανταποκρίνεται στη συνήθη πραγματικότητα και γι’ αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτή για να αποδοθούν στο δράστη ευθύνες για τέλεση εγκλήματος με δόλο, έστω και ενδεχόμενο» . Και από την άλλη πλευρά, «ούτε και η απόδοση ευθυνών για τέλεση των αξιόποινων πράξεων με ενσυνείδητη αμέλεια μπορεί να ευσταθήσει, ως ούσα ιδιαίτερα επιεικής. Δ εν μπορεί δηλαδή να γίνει δεκτό ότι σε αυτές τις τόσο τραγικές περιπτώσεις η ευθύνη του δράστη περιορίζεται μόνο στην επιπολαιότητά του να προβλέψει μεν ως πιθανές τις αιματηρές συνέπειες της συμπεριφοράς του, αλλά «να ελπίζει ότι δε θα επέλθουν», βλ. χαρακτηριστικά Μαγκάκης Γ. – Α., ό.αν. [υποσ. 154]. 252 Βλ. σχετικά Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 144 επ. 253 Σημειωτέον πως ο Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 144, προς επίρρωση της εδώ εκτιθέμενης θέσης του υπέρ της τριχο τόμησης της υποκειμενικής υπαιτιότητας παραπέμπει στα διαλαμβανόμενα στο έργο του Χωραφά Ν., ό.αν. [υποσ. 44], σελ. 119 επ., και συγκεκριμένα στην κάτωθι χαρακτηριστική αναφορά «οδηγός αυτοκινήτου, όστις τρέχων εν στενή και κοσμοβριθεί οδώ με μεγάλην ταχύτ ηταν και βλέπων ότι λόγω του πολλού πλήθους είναι ενδεχόμενον να προφθάσωσιν οι επί του μέσου της οδού ευρισκόμενοι να παραμερίσωσιν εις τα πεζοδρόμια και ότι τοιουτοτρόπως τοις δεν ελαττώνει την ταχύτητα, αλλ’ εξακολουθεί τρέχων με την μεγάλην ταχύτητα, έ στω και αν ήθελε παρασύρει τινά», με την περαιτέρω επεξήγηση ότι τέτοιες περιπτώσεις τροχαίων ατυχημάτων «δεν οφείλονται εις απλήν απερισκεψίαν (αμέλειαν) του δράστου, αλλ’ εις μεγίστην αδιαφορίαν αυτού ενεργούντος, έστω και αν πρόκηται να παραχθή το ως εν δεχόμενον παρ’ αυτού προβλεφθέν αποτέλεσμα». Περαιτέρω, ο ως άνω συγγραφέας εκλαμβάνει τα ως άνω ρηθέντα από τον Χωραφά Ν. ως μία ξεκάθαρη δική του τοποθέτηση περί της αναγκαιότητας ανεύρεσης λύσης αντεγκληματικής πολιτικής που να τιμωρεί αυστηρότερα τους ασυνείδητους κι ανεύθυνους δράστες. Contra, Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 112], σελ. 17 επ., όπου ο ως άνω καθηγητής επισημαίνει τις επιφυλάξεις του προς την ως άνω επιχειρούμενη ερμηνευτική απόδοση ορμώμενος από τον τρόπο που ο ίδιος ο Χωραφάς Ν. στο κ είμενό του αναλύει την ψυχική στάση του ενδεχόμενου δόλου κι από τον οποίο προκύπτει περαιτέρω πως σε καμία περίπτωση δεν υποκαθίσταται το προαπαιτούμενο της αποδοχής με μία βουλητικά ουδέτερη ψυχική στάση, όπως η αδιαφορία. Ενδεικτική δε αυτού είναι κατά τον Παρασκευόπουλος Ν. η έμφαση την οποία αργότερα απέδωσε ο Χωραφάς Ν. στην επιδοκιμασία – εκ μέρους του δράστη – του αποδοκιμαζόμενου από την έννομη τάξη αποτελέσματος. 107 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις μεταξύ των κλασσικών δύο βαθμίδων υποκειμενικής υπαιτιότητας , δόλου κι αμέλειας. Σύμφωνα με τον ως άνω συγγραφέα, η έννοια της «αδιαφορίας» για την τύχη του εννόμου αγαθού υποδηλώνει ότι ο δράστης δεν προβαίνει σε κανενός είδους στάθμιση συγκρουόμενων συμφερόντων ούτε βεβαίως σε πρόκριση τυχόν υπέρτερου συμφέροντος. Ο δράστης δεν θέτει κάποιον υπέρτερο στόχο του οποίου την επίτευξη επιδιώκει και εξ’ αυτού του λόγου αδιαφορεί/ θυσιάζει το θιγόμενο έννομο αγαθό, αλλά αδιαφορεί γιατί δεν ενδιαφέρεται για τίποτε άλλο πέραν της στιγμιαίας ικανοποίησής του. Στην πραγματικότητα εξάλλου ο αδιάφορος δράστης δεν βούλεται, δεν επιδιώκει κάτι αλλά αδιαφορεί για τα πάντα, ακόμη και για την τύχη ίδιων ή αλλότριων εννόμων αγαθών 254. Σκόπιμη καθίσταται περαιτέρω η διακρίβωση της εννοιολογικής ταυτότητας της αδιαφορίας (ως βαθμίδα υπαιτιότητας) ως προς την – γειτνιάζουσα εννοιολογικά με αυτήν – έννοια της Συγκεκριμένα, η αδιαφορία συνιστά μία – ποσοτικά «υπερθετική αμέλεια» 255 , αμέλειας. και ποιοτικά – καθώς, σύμφωνα με τον ως άνω συγγραφέα, προϋποθέτει ουσιώδη απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου κοινωνού του δικαίου, την οποία θα επεδείκνυε εκείνος υπό τις αυτές συνθήκες στις οποίες βρέθηκε ο συγκεκριμένος δράστης. Η μεγάλη αυτή απόκλιση είναι αυτή που χαρακτηρίζει τη μέγιστη αδιαφορία, αποδεικνύει το μέγεθος της ασυνειδησίας και της πλημμελούς συμπεριφοράς του δράστη. Απολύτως σκόπιμη καθίσταται περαιτέρω η αναφορά στην επιχειρούμενη από τον ως άνω συγγραφέα εννοιολογική διακρίβωση του «βουλητικού στοιχείου» της αδιαφορίας, η οποία ως de lege ferenda βαθμίδα υποκειμενικής υπαιτιότητας δεν μπορεί παρά να συγκροτείται, όπως και οι προϋπάρχουσες δύο βαθμίδες υπαιτιότητας, από το γνωστικό και το βουλητικό στοιχείο, η αυτοτελής διακρίβωση των οποίων, κατ’ αναλογίαν των όσων έχουν προεκτεθεί, καθίσταται αδιαπραγμάτευτη, καθώς και η περαιτέρω οριοθέτηση αυτής από τις ως άνω δύο βαθμίδες υπαιτιότητας, και συγκριμένα 254 Επ’ αυτού ο ως άνω συγγραφέας φαίνεται να συμφωνεί με τη διατυπωθείσα από τον Μανωλεδάκη Ι., ό.αν. [υποσ. 112], θέση με της ισοδυναμίας της αδιαφορίας με μία μηδενική βουλητική στάση. 255 Βλ. χαρακτηριστικά Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 159 επ. 108 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις από τον ενδεχόμενο δόλο και την ενσυνείδητη αμέλεια με τις οποίες γειτνιάζει. Έτσι, η αδιαφορία ως βαθμίδα υποκειμενικής υπαιτιότητας περιλαμβάνει δύο στοιχεία, αφενός μεν τη γνώση και την αποδοχή της κατάστασης κινδύνου για το έννομο αγαθό αφετέρου δε τη ψυχική συναισθηματική τάση της παντελούς αδιαφορίας για το θιγόμενο έννομο αγαθό. Έτσι, καίτοι ο ενσυνειδήτως αμελής δράστης πιστεύει έστω και λανθασμένα, επιπόλαια ότι δεν θα επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα, ο αδιάφορος δράστης δεν μπαίνει καν στον κόπο να σκεφτεί τις επιπτώσεις της επικίνδυνης για αλλότρια έννομα αγαθά συμπεριφοράς του. Κατόπιν τούτου δε, καθίσταται ευχερέστερη η οριοθέτηση της ως άνω έννοιας της αδιαφορίας από το άλλο «γειτονικό» μέγεθος, αυτό του ενδεχόμενου δόλου, ώστε, καίτοι ο δόλιος δράστης αποδέχεται το δυνάμενο να επέλθει εγκληματικό αποτέλεσμα, ο αδιάφορος δράστης δεν συνδέεται ψυχικά σε καμία περίπτωση με αυτό. Οι ως άνω υποστηριζόμενες θέσεις πάντως δεν γίνονται ασμένως δεκτές στην ελληνική ποινική θεωρία. Σημαντικοί εκφραστές της ελληνικής ποινικής σκέψης απορρίπτουν ευθέως την εν λόγω συζήτηση διατυπώνοντας παράλληλα πολυάριθμες κι εύλογες επιφυλάξεις τόσο σε δογματικό όσο και σε δικαιοπολιτικό επίπεδο. Τον κύκλο των θεωρητικών που απορρίπτουν την προβληματική περί της εισαγωγής στο ποινικό μας δίκαιο της τρίτης μορφής υπαιτιότητας εγκαινίασε στην χώρα μας ο Χωραφάς Ν. 256, ήδη πριν από περίπου έναν αιώνα. Σε βάρος της ως άνω επιστημονικής θέσης είχε ταχθεί ο Χωραφάς Ν. υποστηρίζοντας πως «…ανεξαρτήτως του θεωρητικώς σφαλερού της κρινόμενης διδασκαλίας, η τριχοτόμηση της υποκειμενικής υπαιτιότητας είναι και από πρακτικής απόψεως ατυχής, καθόσον δια αυτής όχι μόνο δεν αίρονται ως θέλουσι να παραστήσωσιν οι οπαδοί της, αι φυσικαί δυσχέρειαι εν τη διαχαράξει των μεταξύ των δύο μορφών της υποκειμενικής υπαιτιότη τος, του δόλου και της αμέλειας, ορίων, αλλά όλως τουναντίον πολλαπλασιάζονται, αφού γενομένης δεκτής της υπό των συγγραφέων τούτων προτει νόμενης τριχοτομήσεως, θα έχομεν να διαχαράξωμεν τα όρια ουχί πλέον μεταξύ δύο εννοιών, δύο ειδών της υποκειμενικής υπαιτιότητας, ως σήμερον, αλλά μεταξύ 256 Βλ. χαρακτηριστικά Χωραφάς Ν., ό.αν. [υποσ. 44], σελ. 119 επ. 109 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις τριών, πράγμα το οποίο προφανώς αποτελεί ουχί άρσιν αλλά διπλασιασμό, των εν τη πράξει εμφανιζομένων δυσχερειών, εκτός του ότι κατά αυτόν τον τρόπο διαταράσσεται και η όλη οικονομία του ειδικού μέρους του ποινικού νόμου, του νομοθέτου όντος υποχρεωμένου να καθορίζη εφ εκάστου εγκλήματος τρίτην ποινικήν κύρωσιν, ήτοι άλλη δια την βαρυτέραν, άλλη δια τη μέσην και άλλην δια την ελαφροτέραν μορφήν της υποκειμενικής υπαιτιότητας». Ο καθηγητής Παρασκευόπουλος Ν. 257 συντάσσεται απόλυτα με την ως άνω παρατιθέμενη άποψη του Χωραφά Ν. επισημαίνοντας περαιτέρω το απρόσφορο τυχόν επιχειρούμενων επεμβάσεων στις βαθμίδες της υποκειμενικής υπαιτιότητας ενόψει ιδίως της ύπαρξης άλλων πρόσφορων και λειτουργικών ρυθμίσεων στο ελληνικό ποινικό δίκαιο προκειμένου για τη διασφάλιση της κοινωνικά αναγκαίας αυστηρότητας, ιδία δε μέσω των κοινώς επικίνδυνων εγκλημάτων 258. Επισημαίνει δευτερευόντως ότι οποιαδήποτε προσπάθεια τριχοτόμησης της υποκειμενικής υπαιτιότητας παραβλέπει τη μακραίωνη ιστορία του ελληνικού ποινικού δικαίου και τη σύμφυτη αυτής διμερή διάκριση της υποκειμενικής υπαιτιότητας. Άκρως αντίθετος με την καθιέρωση ενός τρίτου βαθμού υπαιτιότητας είναι κι ο Βαθιώτης Κ. 259, ο οποίος μάλιστα χαρακτηρίζει ως «αιρετικούς» τους υποστηρικτές της αντίθετης άποψης. Μέμφεται τη de lege ferenda πρόταση τριχοτόμησης της υποκειμενικής υπαιτιότητας, για το λόγο ότι δεν λαμβάνει πρόβλεψη περί των αποδιδόμενων σε «εθελοτυφλία» των δραστών εγκληματικών συμπεριφορών παρά μόνο για τις αποδιδόμενες σε «παντελή αδιαφορία» αυτών εγκληματικές ενέργειες. Επισημαίνει περαιτέρω 257 Βλ. χαρακτηριστικά Παρασκευόπουλος Ν., ό.αν. [υποσ. 112], σελ. 25 επ. Την αυτή θέση υποστηρίζει κι ο Δημήτραινας Γ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 117 επ., Αποστολίδου Α., ό.αν. [υποσ. 123], σελ. 159 επ., Σατλάνης Χρ., ό.αν. [υποσ. 26], σελ. 128 επ. 258 Στην παρούσα θέση παρέλκει οποιαδήποτε εκτενής αναφορά στην προβληματική των κοινώς επικίνδυνων εγκλημάτων ή στην προβληματική των εγκλημάτων εκ του αποτελέσματος ακριβώς λόγω του μεγάλου όγκου αμφότερων των δύο ως άνω προβληματικών οι οποίες μπορούν να σταθούν αυτοτε λώς ως αντικείμενα ιδιαίτερης μελέτης. Περιοριζόμαστε εν προκειμένω στην αντιπρόταση αυτών προς αντίκρουση της de lege ferenda πρότασης της τριχοτόμησης της υποκειμενικής υπαιτιότητας. Αναφορικά πάντως με την προβληματική των κοινώς επικίνδυνων εγκλημάτων, βλ. ενδεικτικά σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., Κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα, Άρ. 264 – 289 ΠΚ, Εκδόσεις Σάκκουλα, γ’ έκδοση, 2005. 259 Βλ. ενδεικτικά Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 211], σελ. 168 επ., Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 245]. 110 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις χαρακτηριστικά ο ως άνω συγγραφέας το εσφαλμένο της προσπάθειας ένταξης στο ελληνικό ποινικό δίκαιο ενός υποκειμενικού μεγέθους αντίστοιχου της recklessness του αγγλοσαξωνικού δικαίου (στο οποίο χρησιμοποιείται ο όρος recklessness), για το λόγο ότι δεν μπορεί να υφίσταται αντιστοιχία των εν λόγω υποκειμενικών μεγεθών δεδομένου ότι το αγγλοσαξονικό δίκαιο δεν γνωρίζει την έννοια του ενδεχόμενου δόλου, κι ως εκ τούτου η recklessness καλύπτει ευρύτερο πεδίο εγκληματικών συμπεριφορών από ότι η «αντίστοιχη» «αδιαφορία» καλείται να καλύψει . Ενδιαφέρον πάντως παρουσιάζουν κι ορισμένες πρόσθετες επισημάνσεις του Βαθιώτη Κ. 260 επί της επίμαχης de lege ferenda πρότασης. Συγκεκριμένα, ο Βαθιώτης Κ. επισημαίνει πως, καίτοι και κατά το παρελθόν συνέβησαν τραγικά περιστατικά που ταλάνισαν τη χώρα και μολονότι το μέγεθος της αδιαφορίας καθεαυτό ήταν εξίσου μεγάλο κι γνώριμο για το ελληνικό ποινικό δίκαιο, ουδέποτε είχε ανακινηθεί στο παρελθόν σχετική συζήτηση με τη de lege ferenda τριχοτόμηση της υποκειμενικής υπαιτιότητας· ο χειρισμός των ως άνω υποθέσεων υπό το πρίσμα της διμερούς διάκρισης της υποκειμενικής υπαιτιότητας σε δόλο (άμεσο και ενδεχόμενο) κι αμέλεια (ενσυνείδητη και ασυνείδητη), κρινόταν επαρκής. Ενώ, τέλος, επικρίνει την θεμελίωση ενός υποκειμενικού μεγέθους, ήτοι της περιφρονητικής αδιαφορίας, στη βάση της παραβίασης μίας υποχρέωσης. Παρά τα κατ’ ιδίαν μειονεκτήματα που προτάθηκαν ανωτέρω από τους επικριτές της de lege ferenda πρότασης τριμερούς διάκρισης της υποκειμενικής υπαιτιότητας με την αναγωγή της «αδιαφορίας» σε βαθμίδα υποκειμενικής υπαιτιότητας μεταξύ του ενσυνείδητης αμέλειας, μειονεκτήματα ενδεχόμενου που δόλου και της αφορούν εξίσου και την παραλλαγή της ως άνω πρότασης περί διαβαθμίσεως της έννοιας της αμέλειας με την τιμώρηση των τελούμενων με βαρεία αμέλεια εγκληματικών πράξεων σε βαθμό κακουργήματος), θα θέλαμε στην παρούσα θέση να συνοψίσουμε τα σημαντικότερα μειονεκτήματα της ως άνω πρότασης, τα οποία έχουν εξαιρετικά βαρύνουσα σημασία για την γράφουσα, με αποτέλεσμα και η ίδια να κλίνει υπέρ της διατήρησης της υφιστάμενης διμερούς διάκρισης της υποκειμενικής υπαιτιότητας στο δίκαιό μας. 260 Βλ. χαρακτηριστικά Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 245]. 111 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Θεμελιώδες μειονέκτημα της ως άνω πρότασης συνιστά η εσωτερική αντινομία της σκοπούμενης βαθμίδος υπαιτιότητας, καθώς τη νέα μορφή υπαιτιότητας θα συναπαρτίζουν εκ των πραγμάτων τόσο περιπτώσεις εκ δόλου τελούμενων εγκληματικών συμπεριφορών όσο και περιπτώσεις στις οποίες ο δράστης τελεί σε ενσυνείδητη αμέλεια. Με άλλα λόγια, το βουλητικό στοιχείο της νέας βαθμίδος υπαιτιότητας θα καταλαμβάνει όχι μόνο την αποδοχή του αποτελέσματος αλλά και τις περιπτώσεις εκείνες που ο δράστης δεν το αποδέχεται. Κατά τούτο καθίσταται απολύτως προβληματική η συγκρότηση της νέας βαθμίδος υποκειμενικής υπαιτιότητας, το βουλητικό στοιχείο της οποίας περιλαμβάνεται ταυτόχρονα και μία θετική και μία αρνητική στάση του δράστη ως προς την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος 261. Αδιαμφισβήτητο μειονέκτημα της εδώ εξεταζόμενης θέσης περί της υιοθέτησης από το ποινικό μας δίκαιο της de lege ferenda πρότασης τριχοτόμησης της υποκειμενικής υπαιτιότητας, το οποίο έχει ήδη επισημανθεί από τον καθηγητή Χωραφά Ν. κατά τα ως άνω αναφερόμενα, συνιστά η αδυναμία της ως άνω θεωρητικής τοποθέτησης να επιλύσει αποτελεσματικά το ζήτημα προς επίλυση του οποίου επί της ουσίας είχε ταχθεί 262. Το σημερινό πρόβλημα της οριοθέτησης του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια, του οποίου η εσφαλμένη νομολογιακή εφαρμογή ώθησε μερίδα της ελληνικής ποινικής επιστημονικής σκέψης στην ως άνω συλλογιστική, όχι μόνο δεν επιλύεται, αλλά αντίθετα διπλασιάζεται, καθώς καθίσταται αυτονόητη η συνακόλουθη μίας τέτοιας παραδοχής ανάγκη οριοθέτησης της νέας πλέον βαθμίδος υποκειμενικής υπαιτιότητας τόσο προς τον ενδεχόμενο δόλο όσο προς την ενσυνείδητη αμέλεια. Η ριζική αναδιάρθρωση του ειδικού μέρους του Ποινικού μας Κώδικα με ουσιαστικές αλλαγές στις υποκειμενικές υποστάσεις όλων των εγκλημάτων και με νέα διαβάθμιση όλων των απειλούμενων πλαισίων ποινής, 261 Βλ. ενδεικτικά Δημήτραινας Γ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 114 επ., Κωστάρας Α., Παρέμβαση σε Διημερίδα του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου με θέμα «Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;», Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία Π. Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 174 επ. 262 Βλ. ενδεικτικά Δημήτραινας Γ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 114 επ. 112 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις ώστε να μπορεί η νέα βαθμίδα να ενταχθεί λειτουργικά στο ποινικό μας σύστημα, καθίσταται αυτονόητη περαιτέρω συνέπεια της υιοθέτησης της de lege ferenda πρότασης τριχοτόμησης της υποκειμενικής υπαιτιότητας στο ποινικό μας δίκαιο 263. Πλην όμως αυτό συνιστά μία ανυπέρβλητη πρακτική δυσκολία καθώς ισοδυναμεί με υποχρέωση αλλαγής όλης της ποινικής νομοθεσίας, κατάργηση του ισχύοντος ΠΚ και των ειδικών ποινικών νόμων και υποχρέωση κατάρτισης νέων, ώστε δεν συνιστά τελικώς υπερβολή ο χαρακτηρισμός μίας τέτοιας εξέλιξης από τον Μπέκα Γ. 264 ως θεσμική κοσμογονία. Κλείνοντας την εδώ παρατιθέμενη προβληματική περί της δόκιμης ή μη εισαγωγής στο ποινικό μας οικοδόμημα μίας de lege ferenda τρίτης μορφής υπαιτιότητας, ανεξάρτητα από το πώς ήθελε τελικά αυτή ονομαστεί, κρίνουμε απολύτως σκόπιμο να επισημάνουμε την επάρκεια κι αποτελεσματικότητα του ποινικού μας «οπλοστασίου», μέσω του οποίου, και ιδίως μέσω της πρόβλεψης των κοινώς επικίνδυνων εγκλημάτων όσο και μέσω των εκ του αποτελέσματος διακρινόμενων εγκλημάτων 265, η ελληνική ποινική έννομη τάξη, ερειδόμενη αποκλειστικά στην κλασσική διμερή διάκριση της υποκειμενικής υπαιτιότητας στο δόλο και την αμέλεια, κατόρθωσε στην μακρόχρονη πορεία της να χειριστεί αποτελεσματικά πλήθος εγκληματικών συμπεριφορών «επιβεβαιώνοντας» την εξασφαλιστική για τα έννομα αγαθά λειτουργία που έχει ταχθεί να επιτελέσει. Κατόπιν τούτων, η εδώ εξεταζόμενη de lege ferenda πρόταση μόνο συγκυριακές σκοπιμότητες έρχεται να επιλύσει, ενδεχομένως δε μικρής έκτασης. Περαιτέρω δε, η απόρριψη μίας τέτοιας συλλογιστικής στο πλαίσιο 263 Βλ. ενδεικτικά Δημήτραινας Γ., ό.αν. [υποσ. 21], σελ. 114 επ. Ομοίως Κωστάρας Α., ό.αν. [υποσ. 261], σελ. 176, και Μπέκας Ι., Παρέμβαση σε Διημερίδα του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου με θέμα «Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;», Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία Π. Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 181. 264 Βλ. χαρακτηριστικά Μπέκας Ι., ό.αν. [υποσ. 263], σελ. 181. 265 Στην παρούσα θέση παρέλκει οποιαδήποτε εκτενής αναφορά στην προβληματική των κοινώς επικίνδυνων εγκλημάτων ή στην προβληματική των εγκλημάτων εκ του αποτελέσματος ακριβώς λόγω του μεγάλου όγκου αμφότερων των δύο ως άνω προβληματικών οι οποίες μπορούν να σταθούν αυτοτελώς ως αντικείμενα ιδιαίτερης μελέτης. Περιοριζόμαστε εν προκειμένω στην αντιπρότ αση αυτών προς αντίκρουση της de lege ferenda πρότασης της τριχοτόμησης της υποκειμενικής υπαιτιότητας . 113 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις του υφιστάμενου ποινικοδικαιικού μας συστήματος προς την διατήρηση του εγγυητικού χαρακτήρα του Ποινικού μας δικαίου καθίσταται μονόδρομος καθώς η εκ βάθρων βάναυση ανατροπή του ποινικού δόγματος, που η υιοθέτηση της εδώ εξεταζόμενης πρότασης θα επιφέρει, δεν μπορεί επ’ ουδενί να δικαιολογηθεί από κανενός είδους συγκυριακή σκοπιμότητα. 114 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Νομολογιακή 3. προσέγγιση της διάκρισης ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας Η ως άνω εκτενής ανάπτυξη 266 ανέδειξε σε όλη της την έκταση την πολυφωνία και την περιπλοκότητα των διατυπωθεισών επί της επίμαχης διάκρισης ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας θεωρητικών προσεγγίσεων. Η ως άνω «θεωρητική διαμάχη» επί της επίμαχης διάκρισης γεννήθηκε στη χώρα μας, όπως ανωτέρω ελέχθη 267, ήδη κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της σύνταξης του ελληνικού ΠΚ, και μολονότι σε θεωρητικό επίπεδο υπήρξε πολυετής, έντονη κι εποικοδομητική, σε νομολογιακό επίπεδο υπήρξε σαφώς πιο «υποτονική» τουλάχιστον έως τις αρχές του 21 ου αιώνα. Έκτοτε η εν λόγω συζήτηση «αναζωπυρώθηκε» σφοδρότατα και σε νομολογιακό επίπεδο επ’ αφορμής των θλιβερών γεγονότων που εκτίθενται στην εισαγωγή της παρούσας μελέτης, με απόληξη, παρά τις όποιες νομολογιακές «παλινωδίες» που έλαβαν χώρα ιδίως την τετραετία 2000 έως 2004 (περίπου), την κατά το μάλλον ή ήττον «αποκατάσταση» της ελληνικής ποινικής νομολογίας (ή ορθότερα την «συμπόρευσή» της προς το δόγμα του ποινικού δικαίου), όπως θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε επαρκώς στην παρούσα θεματική ενότητα. Σημειωτέον πως, επειδή ακριβώς ο όγκος των ποινικών αποφάσεων των δικαστηρίων ουσίας αλλά και του Ανώτατου Ακυρωτικού μας, οι οποίες άπτονται της επίμαχης προβληματικής, είναι εξαιρετικά μεγάλος, θα περιοριστούμε εκ των πραγμάτων στην παρούσα ανάλυση στις Αρεοπαγιτικές δικαστικές αποφάσεις, αναφερόμενοι παρεμπιπτόντως σε εκείνες τις καταλυτικές για την πορεία της ελληνικής ποινικής νομολογίας αποφάσεις των δικαστηρίων ουσίας. 3.1. Η νομολογιακή οριοθέτηση ενδεχόμενου ενσυνείδητης αμέλειας προ του 2000 266 Βλ. ανωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3.2. 267 Βλ. σχετικά ανωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3.2.1. 115 δόλου – Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Η σαφής οριοθέτηση του ενδεχόμενου δόλου από την όμ ορη έννοια της ενσυνείδητης αμέλειας προ του έτους 2000 απασχόλησε πολύ πιο έντονα κι επισταμένως τα δικαστήρια ουσίας παρά τη νομολογία του Ανώτατου Ακυρωτικού, η οποία εμφανίζεται πενιχρή αν αναλογιστεί κανείς τα έτη που μεσολαβούν από τη θέση σε ισχύ του ισχύοντος ΠΚ έως το έτος 2000 268. Την ως άνω διαπίστωση δικαιολογεί εν μέρει το γεγονός πως επί των περισσοτέρων υπό κρίση περιπτώσεων που άπτονταν της επίμαχης διάκρισης, της διακρίβωσης της βαθμίδος υποκειμενικής υπαιτιότητας επιλαμβάνονταν τα δικαστήρια ουσίας κατά τρόπον ώστε να μην καταλείπουν στον Άρειο Πάγο περιθώριο ενασχόλησης με την εν λόγω προβληματική. Το γεγονός περαιτέρω πως η ορθότητα των εν λόγω αποφάσεων ουσίας επί της επίμαχης προβληματικής επιδέχεται αμφισβήτησης σε δογματικό επίπεδο, συν τείνει στην διαπίστωση πως δεν ήταν αυτή (ήτοι η ορθότητα) που απέκλειε την σχετική ενασχόληση του ΑΠ αλλά θεωρήθηκε μάλλον σαφής η εκ του νόμου οριοθέτηση των δύο ως άνω βαθμίδων υπαιτιότητας και για το λόγο αυτό «ανάξια» περαιτέρω διερεύνησης. Προς επίρρωση δε του ως άνω ισχυρισμού μας, αναφέρουμε πως το σκεπτικό των περισσοτέρων ποινικών αποφάσεων της επίμαχης περιόδου, τόσο των δικαστηρίων ουσίας όσο και του Ανώτατου Ακυρωτικού, περιορίζεται στην επανάληψη των διατάξεων των άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ και 28 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ και στην αποδοχή της συναφούς προς την επίμαχη διάκριση «θεωρίας της εγκληματικής επιδοκιμασίας»269, όπως αυτή αποδόθηκε στην ελληνική ποινική επιστήμη 270, μη εντρυφώντας περαιτέρω 268 Για το λόγο αυτό και για λόγους πληρέστερης κατανόησης της «νομολογι ακής γραμμής» της επίμαχης περιόδου, η αναφορά σε πλήθος αποφάσεων δικαστηρίων ουσίας της επίμαχης περιόδου κρίνεται απολύτως σκόπιμη στην παρούσα θεματική υποενότητα. 269 Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, βλ. ενδεικτικά ΕισΠροτ επί του ΣυμβΠλημΑθ 543/1973, ΠοινΧρ 1973, σελ. 217 επ., όπου ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών προέκρινε τη θεωρία της πιθανότητας ή της δυνατότητας αντί της θεωρίας της επιδοκιμασίας . Επίσης, βλ. ενδεικτικά ΑΠ 282/1992, ΠοινΧρ 1993, σελ. 1317 επ., η οποία καταλήγει στον αποκλεισμό του ενδεχόμενου δόλου και στην κατάφαση της ενσυνείδητης αμέλειας βασιζόμενη μόνο στο γνωστικό στοιχείο, μη εξετάζοντας τη συνδρομή ή όχι του βουλητικού στοιχείου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ΑΠ 777/1998, ΠοινΧρ 1999, σελ. 523 επ., η οποία ανάγει σε βουλητικό στοιχείο του ενδεχόμενου δόλου όχι την αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος αλλά την απόφαση προσβολής του εννόμου αγαθού, κρίση η οποία προσιδιάζει όχι στην θεωρία της επιδοκιμασίας αλλά στο β’ τύπο του Frank. Ομοίως υπέρ του β’ τύπου του Frank το ΣυμβΠλημΚερκ 75/1998, ΠοινΧρ 1998, σελ. 191 επ., το οποίο εντοπίζει το βουλητικό στοιχείο του δράστη στην αδιαφορία ως προς την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος. 270 Αναφορικά με θεωρία της εγκληματικής επιδοκιμασίας στην ελληνική ποινική έννομη τάξη, βλ. σχετικά ανωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3.2.1. Σημειωτέον πως οι αποφάσεις της 116 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις στα ιδιαίτερα ερμηνευτικά προβλήματα των ως άνω δύο βαθμίδων υπαιτιότητας, προβλήματα τα οποία είχε ήδη εντοπίσει η ελληνική ποινική επιστήμη όπως επαρκώς προεκτέθηκε. Σε συνέχεια των ανωτέρω, «κοινό τόπο» των περισσοτέρων αποφάσεων της επίμαχης περιόδου αναφορικά με την εδώ εξεταζόμενη διάκριση, ανεξάρτητα από το αν αναφέρεται ρητά ή εάν υπολανθάνει στο σκεπτικό τους, συνιστά η διαπίστωση του κοινού διανοητικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου και της ενσυνείδητης αμέλειας, καθώς και η αποσαφήνιση του διαφοροποιητικού εκείνου στοιχείου των ως άνω δύο βαθμίδων υπαιτιότητας, ήτοι του βουλητικού 271. Περαιτέρω δε, όπως προελέχθη, η μείζονα πρόταση της πλειοψηφίας των προκείμενων δικαστικών αποφάσεων, τόσο των δικαστηρίων ουσίας 272 όσο και του Αρείου Πάγου 273, απηχεί τη επίμαχης περιόδου αποδεχόμενες τη θεωρία της εγκληματικής επιδοκιμασίας, δεν υπάγουν στον ενδεχόμενο δόλο μόνο την επιδοκιμαστική αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος αλλά κι εκείνες τις περιπτώσεις όπου ο δράστης αποδέχεται το εγκληματικό αποτέλεσμα ακόμη κι αν του είναι δυσάρεστο ή ακόμη κι αν αδιαφορεί για την πραγμάτωσή του. Επ’ αυτού, βλ. ενδεικτικά ΣυμβΠλημΑθ 543/1973, ΠοινΧρ 1973, σελ. 217 επ., ΕφΘες 174/1996, ΤΝΠΝ (= Αρμ 1996, σελ. 387 επ.). 271 Βλ. ενδεικτικά ΠλημΘες 2446/1988, ΤΝΠΝ (= Αρμ 1988, σελ. 906 επ.), ΠλημΚορ 95/1998, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 1988, σελ. 426 επ.). 272 Βλ. ενδεικτικά ΔΣτρΚαβ 517/1980, ΤΝΠΝ (= Αρμ 1981, σελ. 228 επ.), όπου χαρακτηριστικά «…κατά δε την διάταξιν του άρθρου 27 § 1 ΠΚ εκ δόλου (προθέσεως) πράττει ο θέλων την παραγωγήν των κατά νόμον απαρτιζόντων την έννοιαν αξιοποίνου τινός πράξεως περιστατικών ή ο γνωρίζων ως ενδεχομένην την εκ της πράξεως του παραγωγήν τούτων και αποδεχόμενος αυτήν», ενώ για την ενσυνείδητη αμέλεια ορίζεται ρητά «…η όλη ενέργεια του αυτοτραυματισμού τούτου εγένετο εξ επιπολαιότητος, καθαρώς, ουδέν περαιτέρω κίνητρον ενέχουσα και υπό τας συνθήκας της - συνεπεία προηγουμένης καταναλώσεως μικράς ποσότητος ούζου - ελαφράς ζάλης, ήτις οπωσδήποτε μεν δεν αφήρεσεν εκ τούτου την προς καταλογισμόν ικανότητα, πλην όμως συνέτεινε και αύτη (ζάλη) εις την προρρηθείσαν ενέργειαν», καθώς και ΕφΘες 174/1996, ΤΝΠΝ (= Αρμ 1996, σελ. 387 επ.) . Ομοίως αναφορικά με τον ενδεχόμενο δόλο ΠλημΜες 41/1 993, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 1993, σελ. 446 επ.), ΠλημΧαλκιδικής 71/1994, ΤΝΠΝ (= Υπερ 1994, σελ. 1158 επ.), ΠλημΘες 1395/1999, ΤΝΠΝ (= Υπερ 2000, σελ. 598 επ.). 273 Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 383/1971 (ΠοινΧρ 1971, σελ. 757 επ.), όπου χαρακτηριστικά «ενδεχόμενος δόλος ανθρωποκτονίας υφίσταται όταν ο πράττων, καίτοι γνωρίζει ότι εκ της ενέργειας ή παραλείψεώς ενδέχεται να προέλθη ο θάνατος του παθόντος, αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό». Ομοίως σε ΑΠ 320/1976, ΠοινΧρ 1976, σελ. 740 επ., ΑΠ 1977/1985, ΤΝΠΝ (= ΝοΒ 1986, σελ. 453 επ., = ΠοινΧρ 1986, σελ. 360 επ.), ΑΠ 1497/1986, ΤΝΠΝ (= ΝοΒ 1986, σελ. 1636 επ., = ΠοινΧρ 1987, σελ. 188 επ.), ΑΠ 1519/1987, ΤΝΠΝ (=ΠοινΧρ 1988, σελ. 211 επ.), ΑΠ 803/1988, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 1989, σελ. 30 επ.), ΑΠ 1179/1988, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 1989, σελ. 108 επ.), ΑΠ 94/1994, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 1994, σελ. 324 επ.), ΑΠ 1540/1994, ΤΝΠΝ (= 1994, σελ. 1273 επ.), ΑΠ 344/1995, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 1995, σελ. 717 επ.), ΑΠ 777/1998, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 1999, σελ. 523 επ.), ΑΠ 418/1999, ΤΝΠΝ (= ΝοΒ 1999, σελ. 1178 επ., = ΠοινΧρ 2000, σε λ. 41 επ.). 117 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις «θεωρία της επιδοκιμασίας» περί της διάκρισης των ως άνω βαθμίδων υπαιτιότητας, κατ’ επιταγή της οποίας σε ενδεχόμενο δόλο τελεί «ο δράστης που πράττει, καίτοι γνωρίζει ότι εκ της ενέργειας ή παραλείψεώς του ενδέχεται να προέλθη θάνατος του παθόντος, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό» 274, ενώ περαιτέρω ενσυνείδητη αμέλεια καταφάσκεται «όταν ο συγκεκριμένος δράστης που συνδέεται προς ορισμένο βλαπτικό αποτέλεσμα (του οποίου πράξη ήταν το αποτέλεσμα) προέβλεψε την παραγωγή του ως δυνατή, πίστεψε όμως από έλλειψη προσοχής ότι δεν θα επερχόταν» 275. Επιμέρους πτυχή της υποστηριζόμενης νομολογιακά την εδώ εξεταζόμενη χρονική περίοδο θεωρίας της επιδοκιμασίας, όπως γίνεται δεκτό κι από τους θιασώτες της θεωρίας αυτής – θεωρητικούς 276, συνιστά η υπαγωγή της αδιαφορίας στην έννοια της αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος και, συνεπώς, στον ενδεχόμενο δόλο 277. Τέλος, κατ’ επιταγή της ως άνω θεωρίας της επιδοκιμασίας κι η ελπίδα αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος υπάγεται νομολογιακά στην έννοια της αποδοχής και, κατ’ επέκταση, στον ενδεχόμενο δόλο 278. 274 Βλ. ενδεικτικά ΔΣτρΚαβ 517/1980, ΤΝΠΝ (= Αρμ 1981, σελ. 228 επ.), ΑΠ 1977/1985, ΤΝΠΝ (= ΝοΒ 1986, σελ. 453 επ.), ΑΠ 48/1988, ΠοινΧρ 1988, σελ. 575 επ., ΑΠ 1039/1990, ΠοινΧρ 1991, σελ. 315 επ., ΑΠ 1396/ 1993, ΠοινΧρ 1993, σελ. 1156 επ., ΑΠ 449/1996, ΠοινΧρ 1996, σελ. 69 επ., ΑΠ 931/1996, ΠοινΧρ 1996, σελ. 419 επ., ΑΠ 106/1997, ΠοινΧρ 1998, σελ. 372 επ., ΣυμβΑΠ 418/1999, ΝοΒ 1999, σελ. 1178 επ. (= ΠοινΧρ 2000, σελ. 41 επ.), ΑΠ 86/2000, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2000, σελ. 144 επ., = ΠοινΧρ 2000, σελ. 309 επ.), ΑΠ 1206/2000, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2001, σελ. 415 επ.), η οποία επικύρωσε την ΜΟΕφΑθ 290/1998, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2000, σελ. 172 επ.) τασσόμενη υπέρ της θεωρίας της επιδοκιμασίας επισημαίνοντας όμως πως το βουλητικό στοιχείο του δράστη δεν συνίστατο σε αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος υπό την έννοια της επιδοκιμασίας, δεδομένης της σχέσης του δράστη με το θύμα, αλλά σε απλή συγκατάθεση προς αυτό. Επίσης, υπέρ της θεωρίας της επιδοκιμασίας και η ΑΠ 1272/2001, ΠοινΧρ 2002, σελ. 509 επ. 275 Βλ. ενδεικτικά ΔΑερ 286/1986, ΤΝΠΝ (= Αρμ 1987, σελ. 693 επ.), ΠλημΚορ 95/1988, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 1988, σελ. 426 επ.), ΠλημΘες 2446/1988, ΤΝΠΝ (= Αρμ 1988, σελ. 906 επ.), ΠλημΘες 1395/1999, ΤΝΠΝ (= Υπερ 2000, σελ. 598 επ.). 276 Βλ. σχετικά ανωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3.2.1. 277 Βλ. χαρακτηριστικά ΣυμβΠλημΑθ 543/1973, ΠοινΧρ 1973, σελ. 217 επ., το οποίο δέχτηκε για πρώτη φορά νομολογιακά την υπαγωγή της αδιαφορίας στον ενδεχόμενο δόλο. Ομοίως ΕισΠροτ Αντεισαγγελέα Σταμάτη Κ. αναφορικά με το ΣυμβΑΠ 1977/1985, ΤΝΠΝ (= ΝοΒ 1986, σελ. 453 επ., = ΠοινΧρ 1986, σελ. 360 επ.), ΑΠ 738/1997, ΠοινΧρ 1998, σελ. 231 επ. 278 Βλ. χαρακτηριστικά ΑΠ 323/2000, ΤΝΠΝ (= ΝοΒ 2000, σελ. 1013 επ., = ΠοινΔικ 2000, σελ. 1092 επ., = ΠοινΧρ 2000, σελ. 891 επ.). Contra, ΑΠ 1519/1987, ΠοινΧρ 1988, σελ. 211 επ., όπου χαρακτηριστικά η ελπίδα αποφυγής υπάγεται στην ενσυνείδητη αμέλεια για το λόγο ότι ο δράστης δεν αποδέχεται το εγκληματικό αποτέλεσμα αλλά λειτουργεί εξ’ αφροντιστίας. Ακόμη σε ΣυμβΑΠ 2067/1991, Υπερ 1991, σελ. 1151 επ., το οποίο ταυτίζει 118 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Θετικά αποτιμάται από την γράφουσα η σαφής, εμπεδωμένη κι ενυλούμενη στις δικανικές κρίσεις (δογματική) ένταξη της αρεοπαγιτικής νομολογίας της εδώ εξεταζόμενης χρονικής περιόδου στους κόλπους των βουλητικών θεωριών. Η νομολογία του ΑΠ απαγκιστρωμένη από τις αμιγώς γνωστικές θεωρίες, οι οποίες παραγνωρίζουν απόλυτα και παρά το νόμο το στοιχείο της αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος, εντοπίζει επιτυχώς σε αυτό το διαφοροποιητικό στοιχείο των ως άνω δύο βαθμίδων υπαιτιότητας , το οποίο κι ανάγει περαιτέρω σε κριτήριο της επίμαχης διάκρισης. Θεμελιώδες δογματικό μειονέκτημα συνιστά πάντως το γεγονός πως, όπως προελέχθη, ούτε ο ΑΠ ούτε όμως και τα δικαστήρια ουσίας κατά την επίμαχη περίοδο ασχολούνται ουσιαστικά με την εννοιολογική οριοθέτηση της «αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος»· περιορίζονται απλώς στην κατά τα διδάγματα του Χωραφά Ν. παραδοχή της θεωρίας της επιδοκιμασίας, προσδίδοντας πράγματι στην έννοια της «αποδοχής» την φρονηματική/ ηθική χροιά της επιδοκιμασίας, την ανάγκη αποφυγής της οποίας είχε εμφατικά επισημάνει ο Ανδρουλάκης Ν. 279, κι εκφεύγοντας συνακόλουθα από το γραμματικό νόημα του ως άνω όρου τον οποίο κι αλλοιώνουν καταφανώς. Στο αυτό συμπέρασμα ωθεί την γράφουσα και η - κατ’ εφαρμογή της θεωρίας της επιδοκιμασίας – εδώ εξεταζόμενη «νομολογιακή γραμμή» περί της υπαγωγής της αδιαφορίας και της ελπίδας αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος στην έννοια της «αποδοχής» και, κατ’ επέκταση, στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου. Κατά το κοινό γλωσσικό νόημα ούτε η αδιαφορία για την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος ούτε όμως κι η ελπίδα αποφυγής αυτού εμπεριέχονται ερμηνευτικά στο απαιτούμενο για την κατάφαση του ενδεχόμενου δόλου στοιχείο της αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος· οποιαδήποτε αντίθετη διασταλτική ερμηνεία γίνεται παρά το νόμο, σε βάρος του δράστη και υπέρ του αξιοποίνου, και για το λόγο αυτό είναι αποδοκιμαστέα από το ποινικό μας δίκαιο. 3.2. Η «ανατροπή» της νομολογίας από το 2000 έως το 2004 την ελπίδα αποφυγής με την αδιαφορία κι υπάγει αμφότερες τις ως άνω δύο έννοιες στην ενσυνείδητη αμέλεια. 279 Βλ. σχετικά ανωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3.2.2. 119 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Προάγγελο της ανατροπής της ακολουθούμενης από τον ΑΠ ως άνω περιγραφόμενης «νομολογιακής γραμμής», αποτέλεσε η κατά το έτος 1995 σχετική παραγγελία του Εισαγγελέα του ΑΠ (υπ’ αριθ. 3082/11.12.1995) προς τον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών να ασκήσει ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση εναντίον οδηγού οχήματος ΙΧ, ο οποίος κινούμενος με υπερβολική ταχύτητα σε κατάσταση μέθης προκάλεσε θανατηφόρο ατύχημα 280. Δικαιολογητικό λόγο της ως άνω εξέλιξης συνιστούσε το γεγονός ότι «η πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου παρουσίαζε έντονα αντικοινωνικό χαρακτήρα και το ενδεχόμενο θανατώσεως ή προκλήσεως κακώσεως σε άλλον ήταν πρόδηλο». Η ως άνω «υδροκέφαλη» σύλληψη της έννοιας του δόλου συνεπαγόταν ουσιαστικά την αναγωγή του γνωστικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου σε καθοριστικό στοιχείο της κατάφασής του και περαιτέρω την υποβάθμιση του βουλητικού στοιχείου αυτού, δηλαδή του – κατά τα διδάγματα της ελληνικής ποινικής θεωρίας και τις έως τότε παραδοχές της ελληνικής ποινικής νομολογίας – κρίσιμου στοιχείου για τη διακρίβωσή του, σε απλό παρακολούθημα της γνώσης του υψηλού κινδύνου 281. Πέραν όμως της ως άνω ιδιαιτέρως σοβαρής δογματικής αντίφασης, καθίστανται προφανείς και οι ενυπάρχουσες σε μία τέτοια σύλληψη λογικές αντιφάσεις, ήτοι είναι εντελώς παράλογο να υποστηρίζεται πως ένας επιπόλαιος οδηγός, όσο βάναυσα κι αν παραβιάζει τους οικείους δικαιικούς κανόνες, μπορεί να «αποδέχεται» την πρόκληση ατυχήματος από την συμπεριφορά του και τη βλάβη της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας συνανθρώπων του 282. Αναπόφευκτη συνέπεια της ως άνω εξέλιξης αποτέλεσε η «ζωηρή επαναφορά» στο (νομολογιακό) «προσκήνιο» της γενικότερης προβληματικής της διάκρισης του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη 280 Βλ. ενδεικτικά Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 198], σελ. 104 επ., Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 81], σελ. 162 επ. Υπέρ της ως άνω πρωτοβουλίας του Εισαγγελέα του ΑΠ ο Σοφουλάκης Λ., Ανθρώπινη αμέλεια και αδιαφορία οδηγών μηχανοκίνητων οχημάτων, ως βασικός παράγων και αιτία της αλματώδους αυξήσεως των θανατηφόρων τροχαίων ατυχημάτων στη χώρα μας και η επιβαλλόμ ενη αυστηρότερη στάση του νομοθέτη από πλευράς αντεγκληματικής πολιτικής, Υπερ 2000, σελ. 1117 επ. 281 Βλ. χαρακτηριστικά Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 7], σελ. 134. 282 Βλ. χαρακτηριστικά Χαραλαμπάκης Α., ό.αν. [υποσ. 81], σελ. 160. 120 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις αμέλεια. Η εν λόγω «συζήτηση» συντηρήθηκε στη νομολογία έως το 2004 επ’ αφορμής κυρίως πολύνεκρων τραγικών γεγονότων/ δυστυχημάτων που διαδραματίστηκαν στη χώρα μας κατά την επίμαχη περίοδο, και ιδίως επ’ αφορμής των θανατηφόρων καταρρεύσεων κτιρίων, στα οποία είχαν γίνει παράνομες οικοδομικές παρεμβάσεις και τα οποία επλήγησαν από τους σεισμούς των Αθηνών τον Σεπτέμβρη του έτους 1999, καθώς κι επ’ αφορμής πολύνεκρων τροχαίων ατυχημάτων ή θανατηφόρων ναυαγίων που απασχόλησαν ομοίως τη νομολογία κατά την επίμαχη περίοδο. Την εν λόγω συζήτηση ευνοούσε βεβαίως κι η ασκούμενη από τα ΜΜΕ πίεση, τα οποία εκφράζοντας το «κοινό περί δικαίου αίσθημα», αξίωναν δριμύτατα βαρύτατες και παραδειγματικές τιμωρίες όσων ευθύνονταν για την απώλεια ανθρωπίνων ζωών. Η μεταλλαγή – για λόγους κυρίως γενικοπροληπτικών σκοπιμοτήτων και κατευνασμού της κοινής γνώμης – κλασσικών κι αναμφισβήτητων μέχρι τότε περιπτώσεων ανθρωποκτονιών ή σω ματικών βλαβών εξ’ αμελείας σε εγκληματικές συμπεριφορές αποδιδόμενες σε δόλο του δράστη υπήρξε μαζική 283. Η προσφυγή στον ενδεχόμενο δόλο σε βάρος της ενσυνείδητης αμέλειας δεν θα αποτελούσε πια ένα μεμονωμένο νομολογιακό προηγούμενο· προσελάμβανε σταδιακά τα χαρακτηριστικά νομολογιακής τάσης, η οποία θα στιγμάτιζε καθοριστικά την επίμαχη περίοδο. Η τάση αυτή «εγκαινιάστηκε» την επίμαχη περίοδο και απεικονίστηκε έντονα στην τότε αρεοπαγιτική νομολογία και εν γένει αρεοπαγιτική «δραστηριότητα» 284. Ενδεικτικό αυτού είναι πως τόσο κατά του ΣυμβΕφΑιγ 71/2002 285, το οποίο αφορούσε στο τραγικό ναυάγιο του «ΕΞΠΡΕΣ ΣΑΜΙΝΑ» και το οποίο παρέπεμπε τους υπαιτίους για εξ’ αμελείας τέλεση των αποδιδόμενων σε αυτούς εγκληματικών πράξεων, όσο και κατά 283 Βλ. ενδεικτικά Ανδρουλάκης Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 290. 284 Βλ. χαρακτηριστικά Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 198], σελ. 104 επ. Ακόμη βλ. Ανδρουλάκη Ν., ό.αν. [υποσ. 11], σελ. 291, όπου ο ως άνω συγγραφέας επισημαίνει χαρακτηριστικά πως πλέον ο ΑΠ καινοτομεί λαμβάνοντας «ενεργά μέρος στην (επίμαχη) θεωρητική συζήτηση». 285 Βλ. χαρακτηριστικά ΣυμβΕφΑιγ 71/2002, ΠοινΔικ 2002, σελ. 856 επ. 121 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις του ΣυμβΕφΑθ 1931/2002 286, το οποίο παρέπεμπε ως τελούμενους σε αμέλεια τους υπαιτίους παράνομων οικοδομικών παρεμβάσεων που συνετέλεσαν στην κατάρρευση κτιρίου κατά τον σεισμό των Αθηνών του 1999, παρενέβη «διορθωτικά» στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της η Εισαγγελία του ΑΠ με την άσκηση αιτήσεων αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του ΑΠ, Κρουσταλάκη Ε. 287. Σε αμφότερες τις ως άνω αναφερόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, ο Εισαγγελέας του ΑΠ επεσήμαινε πως τα διαλαμβανόμενα στην ελάσσονα πρόταση των επίμαχων βουλευμάτων πραγματικά περιστατικά συνη γορούσαν στην απόδοση των υπό κρίση εγκληματικών συμπεριφορών σε ενδεχόμενο δόλο των υπαιτίων. Σε συνέχεια της ως άνω εισαγγελικής πρωτοβουλίας, το ΣυμβΑΠ 1887/2002 288 αναίρεσε το ΣυμβΕφΑθ 1931/2002, κρίνοντας έτσι προδικαστικά την περίπτωση της κατάρρευσης μίας πολυκατοικίας στη Νέα Φιλαδέλφεια Αττικής με την παραπομπή των υπαιτίων για τέλεση των αποδιδόμενων σε αυτούς πράξεων από ενδεχόμενο δόλο. Παρά την προβληματική στην ουσία της, κατά τη γράφουσα, κρίση του ως άνω αρεοπαγιτικού βουλεύματος λόγω της κακής εκτίμησης των πραγματικών δεδομένων, ενδείξεων κι αντενδείξεων, του συγκεκριμένου «ιστορικού», είναι περαιτέρω αξιοσημείωτη η ενασχόληση αυτού με την εξεταζόμενη στην παρούσα μελέτη προβληματική της διάκρισης του ενδεχόμενου δόλου από την όμορη έννοια της ενσυνείδητης αμέλειας, η αναγωγή σε κριτήριο της επίμαχης διάκρισης του βουλητικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου, ήτοι του στοιχείου της αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος, και συνακόλουθα ο συναφής κατά τα ως άνω επιχειρούμενος εννοιολογικός προσδιορισμός της έννοιας της «αποδοχής». Ενδεικτικό της ως άνω 286 Αναφορικά με ΣυμβΕφΑθ 1931/2002, αδημοσίευτο. Σημειωτέον πως, καίτοι τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό του ως άνω βουλεύματος άγουν στην κατάφασ η ενσυνείδητης αμέλειας, στο διατακτικό αυτού αποφαίνεται το Συμβούλιο περί της θεμελίωσης μη συνειδητής αμέλειας λόγω μη πρόβλεψης εκ των κατηγορουμένων ως ενδεχόμενης της κατάρρευσης του κτιρίου σε περίπτωση σεισμού. 287 Αναφορικά με την αίτηση αναιρέσεως από τον ΕισΑΠ κατά του ΣυμβΕφΑιγ 71/2002, βλ. σχετικά ΠοινΔικ 2002, σελ. 875 επ. Αναφορικά με την αίτηση αναιρέσεως από τον ΕισΑΠ κατά του ΣυμβΕφΑθ 1931/2002, βλ. σχετικά ΠοινΧρ 2003, σελ. 146 επ., παρά πόδας του ΣυμβΑΠ 1887/2002, ΠοινΧρ 2003, σελ. 14 3 επ. 288 Βλ. χαρακτηριστικά ΣυμβΑΠ 1887/2002, ΠοινΧρ 2003, σελ. 143 επ. 122 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις παραδοχής είναι το γεγονός πως στην αποδιδόμενη από το ως άνω βούλευμα έννοια της αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος και στην κατ’ αυτό οριοθέτηση των προαναφερομένων βαθμίδων υπαιτιότητας παραπέμπουν έκτοτε ρητά οι μεταγενέστερες αυτού αποφάσεις 289. Στο ως άνω βούλευμα λοιπόν αναφορικά με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου διαλαμβάνονται τα κάτωθι «ενδεχόμενος δόλος συντρέχει, όταν ο δράστης γνωρίζει ότι από τη συμπεριφορά του ενδέχεται να παραχθεί συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται, με την έννοια ότι το επιδοκιμάζει ή πάντως συμβιβάζεται με αυτό, έστω κι αν δεν επιθυμεί την επέλευση τούτου, προκειμένου να επιτύχει κάποιον άλλο σκοπό» 290. Η ως άνω διατύπωση είναι ενδεικτική της μεταστροφής της νομολογίας του ΑΠ για το λόγο ότι σε αντίθεση με τη πάγια έως τότε θέση του Ακυρωτικού μας, η οποία προέτασσε τη θεωρία της εγκληματικής επιδοκιμασίας κατά την οριοθέτηση του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια, ο ΑΠ με το παρ όν βούλευμά του καινοτομεί εντάσσοντας στην έννοια της αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος όχι μόνο την επιδοκιμασία και την αποδοχή αυτού (με τη στενή του όρου έννοια) αλλά και τον συμβιβασμό προς το εγκληματικό αποτέλεσμα προς επίτευξη κάποιου απώτερου σκοπού 291. 289 Βλ. ενδεικτικά Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 198], σελ. 106. 290 Ομοίως βλ. σχετικά ΣυμβΑΠ 2125/2002, ΤΝΠΝ (= ΠοινΛογ 2002, σελ. 2424 επ.), ΣυμβΑΠ 500/2003, ΤΝΠΝ (= ΠοινΛογ 2003, σελ. 535 επ., = ΝοΒ 2003, σελ. 1929 επ., = ΠοινΔικ 2003, σελ. 759 επ.), ΣυμβΑΠ 1304/2003, ΤΝΠΝ (= Δ/νη 2003, σελ. 1450 επ., = ΠοινΛογ 2003, σελ. 1474 επ.). Στην αυτή κατεύθυνση και ΑΠ 1630/2002, ΤΝΠΝ (= ΠοινΛογ 2002, σελ. 1825 επ., = ΠοινΔικ 2002, σελ. 12 56 επ., = ΠοινΧρ 2005, σελ. 147 επ.), ΑΠ 1993/2003, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2004, σελ. 404 επ.). 291 Βλ. χαρακτηριστικά Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 198], σελ. 106. Εξαίρεση στη νομολογία του Ανώτατου Ακυρωτικού μας, με την υπαγωγή στην έννοια της αποδοχής το υ εγκληματικού αποτελέσματος όχι μόνο της επιδοκιμασίας αυτού αλλά και της συγκατάθεσης προς αυτό, συνιστούσε προ της έκδοσης του επίμαχου βουλεύματος η ΑΠ 1206/2000, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2001, σελ. 415 επ.). Σημειωτέον πως ακόμη κι η ως άνω υποστηριζόμενη από τον ΑΠ εκδοχή αναφορικά με την ένταξη και της συγκατάθεσης προς το εγκληματικό αποτέλεσμα στο βουλητικό στοιχείο της «αποδοχής» του ενδεχόμενου δόλου, συνιστά διευρυμένη εκδοχή της θεωρίας της επιδοκιμασίας του εγκληματικού αποτελέσματος, η οποία υποστηρίχθηκε στην ελληνική ποινική επιστήμη όπως αναλυτικώς αναφέρεται στο υπό στοιχείο 2.1.3.2.1. της παρούσας, κι όχι εκδοχή του β’ τύπου του Frank, ακριβώς για το λόγο ότι στο περιεχόμενο της αποδοχής εντάσσεται όχι η αποδοχή του κινδύνου επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος αλλά η αποδοχή καθεαυτή του εγκληματικού αποτελέσματος. 123 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Περαιτέρω δε από την ελάσσονα πρόταση του ΣυμβΑΠ 1887/2002 προκύπτει εναργώς η νομολογιακή κατεύθυνση του Ακυρωτικού για την υπαγωγή της ελπίδας αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος στον ενδεχόμενο δόλο, και συγκεκριμένα γίνεται δεκτό ότι «…ακόμη και η παραδοχή του Συμβουλίου για την τοποθέτηση μεταλλικών υποστυλωμάτων (των κοιλοδοκών), ανεξάρτητα από την αοριστία της όσον αφορά τον αριθμό τούτων, την ικανότητα στηρίξεως ή την καταλληλότητά τους απέναντι στον κίνδυνο του σεισμού, δεν οδηγεί στην σκέψη προς την αντίθετη από τον ενδεχόμενο δόλο κατεύθυνση, της ενσυνείδητης τουλάχιστον αμέλειας, δηλαδή ότι οι κατηγορούμενοι πίστεψαν ότι με αυτόν τον τρόπο θα απέφευγαν το εγκληματικό αποτέλεσμα, αφού το Συμβούλιο επίσης δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι απέφυγαν να εμφανίσουν το γεγονός αυτό (όπως και την κατασκευή των ανοιγμάτων στις πλάκες) στην αρχιτεκτονική μελέτη και στην Πολεοδομία, αλλά και απέκρουσαν κάθε προσπάθεια των ενοίκων της πολυκατοικίας να διαπιστώσουν το είδος και το μέγεθος των εργασιών που εκτελούσαν». Η υπαγωγή μόνης της πίστης αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος στο πεδίο της ενσυνείδητης αμέλειας συνιστά τη βασική συνειδητή αρεοπαγιτική «κατεύθυνση» της επίμαχης τετραετίας. Ιδιαίτερης προσοχής χρήζει η νομολογία της επίμαχης τετραετίας αναφορικά με το στοιχείο της «αδιαφορίας» και το περαιτέρω ζήτημα της δόκιμης ή μη υπαγωγής αυτού στην βαθμίδα του ενδεχόμενου δόλου. Είναι χαρακτηριστικό πως σε δύο αποφάσεις της επίμαχης περιόδου, και συγκεκριμένα στην ΑΠ 153/2000 292 και στην ΑΠ 1441/2002 293, ο ΑΠ αποφαίνεται περί της υπαγωγής της αδιαφορίας για την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος όχι στον ενδεχόμενο δόλο αλλά στο πεδίο της αμέλειας· ιδία δε στο πεδίο της άνευ συνειδήσεως αμέλειας. Συγκεκριμένα, σε αμφότερες τις ως άνω δύο αποφάσεις ο ΑΠ έκρινε πως η «αδιαφορία» των δραστών υπήρξε τέτοιας έκτασης ώστε αυτοί δεν προείδαν καν τα αξιόποινα αποτελέσματα που θα επέφερε η εγκληματική συμπεριφορά τους. 292 Βλ. χαρακτηριστικά ΑΠ 153/2000, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2001, σελ. 358 επ.). 293 Βλ. χαρακτηριστικά ΑΠ 1441/2002, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2003, σελ. 149 επ.). 124 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Η ως άνω σύντομη ανάπτυξη θέτει τους άξονες επί των οποίων στηρίχθηκε η νομολογία του ΑΠ κατά την επίμαχη τετραετία (2000 – 2004). Η νομολογιακή δραστηριότητα του ΑΠ καίτοι εγκαινιάστηκε δυσοίωνα, όπως σε έκταση προεκτέθηκε, «έκλεισε» με έναν θετικό, κατά την κρίση της γράφουσας απολογισμό, τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο. Προς επίρρωση δε αυτού καθίστανται απολύτως σκόπιμες ορισμένες καταληκτικές επισημάνσεις. Κατ’ αρχάς, θετική εξέλιξη συνιστά η προσπάθεια του ΑΠ να προσεγγίσει ερμηνευτικά την έννοια της αποδοχής, εντός του γράμματος του άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ και σεβόμενος το κοινό γλωσσικό νόημα του όρου της «αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος». Έτσι, στο ως άνω ΣυμβΑΠ 1887/2002 δεν γίνεται αναφορά στην «αποδοχή του κινδύνου επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος» ούτε επιχειρείται η εννοιολογική ταύτιση της «αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος» με τυχόν «απόφαση δράσης για την επέλευσή του» 294· μόνη η «αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος» ανάγεται σε κριτήριο της επίμαχης διάκρισης, ερμηνεία απολύτως σύμφωνη με τη σχετική νομοθετική πρόβλεψη. Θετική εξέλιξη συνιστά ακόμη η επιχειρούμενη με το ΣυμβΑΠ 1887/2002 διορθωτική ερμηνεία της έννοιας της «αποδοχής» του εγκληματικού αποτελέσματος με την υπαγωγή στην έννοια αυτή όχι μόνο της επιδοκιμασίας αλλά και της συγκατάθεσης του δράστη προς το εγκληματικό αποτέλεσμα προς επίτευξη κάποιου απώτερου σκοπού· ερμηνεία που πάντως επιχειρείται εντός του γλωσσικού νοήματος της έννοιας της «αποδοχής» και σε αρμονία προς το άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ. Σε συνέχεια της ως άνω αναφοράς στην έννοια της επιδοκιμασίας, η οποία εμπεριέχεται εννοιολογικά στην «αποδοχή» του εγκληματικού αποτελέσματος, καθίσταται απολύτως σκόπιμη η επανάληψη μίας θεμελιώδους επιφύλαξης επ’ αυτής (ήτοι της επιδοκιμασίας), η οποία διατυπώθηκε αρχικά από τον Ανδρουλάκη Ν. 295. Συγκεκριμένα, προβληματική καθίσταται η θεμελίωση της υποκειμενικής υπαιτιότητας επί φρονηματικών μεγεθών, όπως η επιδοκιμασία ή η αποδοκιμασία του εγκληματικού 294 Βλ. χαρακτηριστικά Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 198], σελ. 108 επ. 295 Βλ. ανωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3.2.2. 125 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις αποτελέσματος, τα οποία κατ’ αρχήν μόνο δευτερευόντως απασχολούν το δίκαιο μας. Στον αντίποδα, η Καϊάφα – Γκμπάντι Μ. 296 υποστηρίζει το δόκιμο της ως άνω υπαγωγής, και συνακόλουθα την (θεωρητική) ορθότητα του ως άνω ΣυμβΑΠ 1887/2002, για το λόγο ότι μία τέτοια ερμηνευτική προσέγγιση σέβεται κατ’ αποτέλεσμα το γράμμα του νόμου καθώς είναι αυτονόητο πως ο δράστης αποδέχεται το αποτέλεσμα όταν το επιδοκιμάζει. Η τοποθέτηση αυτή της καθηγήτριας Καϊάφα – Γκμπάντι Μ. μας βρίσκει σύμφωνους στο μέτρο που η επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία του εγκληματικού αποτελέσματος δεν συνιστούν αμιγώς φρονηματικά μεγέθη αλλά ενυλώνονται στην εμπειρική πραγματικότητα και για το λόγο αυτό χρήζουν περαιτέρω αντικειμενικής διερεύνησης από τον εφαρμοστή του δικαίου 297. Εξαιρετικά κρίσιμη καθίσταται επίσης η ακολουθούμενη από τον ΑΠ «νομολογιακή γραμμή» περί της υπαγωγής της ελπίδας αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος στον ενδεχόμενο δόλο και περί της συνακόλουθης υπαγωγής μόνης της πίστης αποφυγής αυτού στην ενσυνείδητη αμέλεια. Σημειωτέον πως, όπως ορθά επισημαίνει η Καϊάφα – Γκμπάντι Μ. 298, ο επιχειρούμενος με το ΣυμβΑΠ 1887/2002 ορισμός του ενδε χόμενου δόλου δεν καταλείπει κανένα περιθώριο υπαγωγής της ελπίδας αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος στο βουλητικό στοιχείο του ενδεχόμενου δόλου, και συγκεκριμένα ούτε στην επιδοκιμασία αυτού ούτε στην αποδοχή του, για το λόγο ότι όταν ελπίζω ότι θα αποφύγω κάτι, προφανώς και δεν το επιδοκιμάζω ούτε όμως το αποδέχομαι. Τέλος, εξαιρετικά κρίσιμη θεωρείται η ως άνω εκτιθέμενη θέση του Ακυρωτικού μας περί της υπαγωγής της «αδιαφορίας» όχι στον ενδεχόμενο δόλο ή στην ενσυνείδητη αμέλεια αλλά στην άνευ συνειδήσεως αμέλεια· υπαγωγή η οποία, ακριβώς λόγω της διαφορετικής απαξίας της τελευταίας ως άνω αναφερόμενης βαθμίδας υποκειμενικής υπαιτιότητας έναντι των άλλων δύο, συνεπάγεται διαφορετική (ίσως ευνοϊκότερη) 296 Βλ. χαρακτηριστικά Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 198], σελ. 109, καθώς κι ανωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3.2.3. 297 Contra, Παρασκευόπουλος Ν., βλ. ανωτέρω υπό στοιχείο 2.1.3.2.2. 298 Βλ. χαρακτηριστικά Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 198], σελ. 115 επ. 126 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις μεταχείριση της υπό κρίση συμπεριφοράς σε επίπεδο επιμέτρησης της ποινής, όπως ανωτέρω υπό στοιχείο 2.1.2.1. αναφέρεται. Κατά τούτο είναι εντυπωσιακό πως παρόλη την τάση που εγκαινιάστηκε την επίμαχη περίοδο με τη μαζική διεύρυνση των υπαγόμενων στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου εγκληματικών συμπεριφορών και τη συνακόλουθη αυθαίρετη «αποψίλωση» του πεδίου της ενσυνείδητης αμέλειας, ενισχύεται – προς την ορθή δογματικά κατεύθυνση – το πεδίο της άνευ συνειδήσεως αμέλειας, γεγονός που αποδεικνύει περαιτέρω την «ψύχραιμη ματιά» της αρεοπαγιτικής νομολογίας, σε περιπτώσεις βεβαίως που δεν συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και των τηλεοπτικών δικαστών. Εν κατακλείδι, και κατόπιν ενδελεχούς μελέτης των αρεοπαγιτικών κρίσεων της επίμαχης τετραετίας, συμπεραίνουμε με ασφάλεια πως ο ΑΠ κινήθηκε προς την ορθή κατεύθυνση σε θεωρητικό επίπεδο αναφορικά με την εννοιολογική προσέγγιση της εξεταζόμενης στην παρούσα μελέτη διάκρισης 299. Πλην όμως δεν κατόρθωσε σε πρακτικό επίπεδο να αξιοποιήσει δόκιμα το ως άνω θεωρητικό του «οπλοστάσιο» 300, ίσως υπό την πίεση των ΜΜΕ επί των υπό κρίση εγκληματικών συμπεριφορών που συγκέντρωναν το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, προβαίνοντας στην πραγματικότητα σε κακή εκτίμηση κι αξιολόγηση των συγκεκριμένων για κάθε περίπτωση ενδείξεων κι αντενδείξεων και παραβιάζοντας κατ’ αποτέλεσμα το εννοιολογικό περιεχόμενο που ο ίδιος είχε προσδώσει στις έννοιες του ενδεχόμενου δόλου και της ενσυνείδητης αμέλειας. 3.3. Η νομολογιακή οριοθέτηση ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας από το 2004 έως σήμερα 299 Βλ. χαρακτηριστικά Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 198], σελ. 119, η οποία αποτιμά θετικά τις αρεοπαγιτικές κρίσεις της επίμαχης τετραετίας, για το λόγο ότι «υιοθετούν ένα περιεχόμενο για τον ενδεχόμενο δόλο που σέβεται κατά βάση το γράμμα του νόμου και αποδίδει συστηματικά και ουσιαστικά ορθή λύση στη διάκρισή του από την ενσυνείδητη αμέλεια». 300 Ομοίως Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 198], σελ. 119. 127 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Ενδιαφέρουσα δυναμική προσέδωσε στη νομολογία του Ανώτατου Ακυρωτικού μας το ΣυμβΑΠ 1661/2004 301, με το οποίο εγκαινιάστηκε η νέα θετική προσπάθεια του ΑΠ να προσεγγίσει ερμηνευτικά την επίμαχη διάκριση του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια και, συνεπεία αυτής η – κατά τω μάλλον ή ήττον – αποκατάσταση της επίμαχης διάκρισης μετά από μία μακρά περίοδο αμφιταλαντεύσεων 302. Το ως άνω βούλευμα αφορούσε υπόθεση η οποία κρίθηκε προδικαστικά προ του 2004 με το ΣυμβΑΠ 500/2003 303, πλην όμως το ΣυμβΑΠ 1661/2004 ακολούθησε διαφορετική δογματικά «πορεία» ως προς την επίμαχη οριοθέτηση, αναίρεσε τις παραπεμπτικές κρίσεις για ανθρωποκτονίες από πρόθεση όσων κατηγορουμένων στην υπόθεση του πλοίου «ΕΞΠΡΕΣ ΣΑΜΙΝΑ» άσκησαν αναίρεση, και συγκεκριμένα του ύπαρχου και του α’ μηχανικού, για έλλειψη αιτιολογίας, κι αντιμετώπισε την υπό κρίση υπόθεση με μία πιο «ψύχραιμη» ματιά λόγω ακριβώς της παρέλευσης του «πανδαμάτορος χρόνου» και της συνεπεία αυτής «εξασθένισης» του σχετικού ενδιαφέροντος των ΜΜΕ 304. Το εδώ εξεταζόμενο βούλευμα, στο οποίο παραπέμπει, εξ’ όσων είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, σημαντικό τμήμα της μεταγενέστερης 301 Βλ. χαρακτηριστικά ΣυμβΑΠ 1661/2004, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2005, σελ. 328 επ., = ΠοινΛογ 2004, σελ. 2167 επ., = ΠοινΔικ 2004, σελ. 1120 επ.). 302 Όπως προκύπτει σαφώς από την ως άνω ανάπτυξη στις οικείες θεματικές υποενότητες. Ομοίως βλ. ενδεικτικά Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 195]. 303 Βλ. χαρακτηριστικά ΣυμβΑΠ 500/2003, ΠοινΧρ 2003, σελ. 122 επ., με το οποίο αναιρέθηκε το ΣυμβΕφΑιγ 71/2002 και κρίθηκε προδικαστικά η περίπτωση του ναυαγίου του επιβατηγού πλοίου «ΕΞΠΡΕΣ ΣΑΜΙΝΑ» στα ανοικτά της Πάρου με την παραπομπή των υπαιτίων του ως άνω τραγικού ναυαγίου για τέλεση των αποδιδόμενων σε αυτούς εγκληματικών ενεργειών με ενδεχόμενο δόλο. Αναφορικά με τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό του εν λόγω βουλεύματος περί της οριοθέτησης ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας, βλ. σχετικ ά ανωτέρω υπό στοιχείο 3.2. 304 Ενδεικτική είναι και η σχετική επισήμανση του Μπάγια Σ., Η διάκριση ενδεχόμενου δόλου και ενσυνείδητης αμέλειας στο στάδιο της άσκησης της ποινικής διώξεως, Παρέμβαση σε Διημερίδα του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επισ τημών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου με θέμα «Ενδεχόμενος δόλος – ενσυνείδητη αμέλεια – Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;», Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 66 επ., όπου ο ως άνω συγγραφέας επισημαίνει χαρακτηριστικά πως «Το αδικαιολόγητα μεγάλο μέγεθος και η ιδιάζουσα βαρύτητα των κοινωνικών συνεπειών οφείλεται κατ’ εξοχήν στο γεγονός ότι η ποινική δίωξη (σε αντίθεση με την απόφαση του δικαστηρίου, συντελείται χρονικά έγγιστα της τέλεσης του εγκλήματος και του κοινωνικού θορύβου που αυτό έχει προκαλέσει». 128 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις (έως και σήμερα) νομολογίας του Ακυρωτικού 305, περιλαμβάνει στο σκεπτικό του επιμέρους σκέψεις οι οποίες αποτελούν έκτοτε «επωδό» των δικανικών κρίσεων του ΑΠ. Κατ’ αρχάς, στο σκεπτικό του εν λόγω βουλεύματος ο ΑΠ προσεγγίζει εννοιολογικά την έννοια του ενδεχόμενου δόλου ορμώμενο ς από τη δογματικά ορθή παραδοχή της συγκρότησης του ενδεχόμενου δόλου από δύο στοιχεία, το γνωστικό και το βουλητικό, τα οποία είναι ισότιμα και στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους 306. Λογική συνέπεια της ως άνω παραδοχής, συνιστά η ακόλουθη επισήμανση του εδώ εξεταζόμενου βουλεύματος, «επωδός» στη μετέπειτα νομολογία του Ακυρωτικού μας, σύμφωνα με την οποία για την κατάφαση του ενδεχόμενου δόλου «δεν αρκεί μόνον η γνώση του υψηλού κινδύνου επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος από τυχόν παραλείψεις του δράστη ή ελλείψεις ενός πράγματος», αλλά προσαπαιτείται «η διαπίστωση ότι ο υπαίτιος κατά την κρίσιμη χρονική στιγμή, δεν απώθησε από την συνείδησή του την παράσταση του εγκληματικού αποτελέσματος που προέβλεψε και εντεύθεν το επιδοκίμασε» 307. 305 Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 2032/2004, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2005, σελ. 810 επ.), ΑΠ 1335/2007, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2009, σελ. 573 επ.), ΑΠ 408/2009, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2009, σελ. 882 επ.). 306 Βλ. σχετικά Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./ Μαργαρίτη Λ., ό.αν. [υποσ. 198], σελ. 13 επ. Ομοίως ΣυμβΑΠ 1055/2005, ΤΝΠΝ (= Δ/νη 2005, σελ. 1605 επ.), ΑΠ 1269/2006, ΠοινΧρ 2007, σελ. 508 επ., ΑΠ 65/2007, ΠοινΔικ 2007, σελ. 802 επ. 307 Η ως άνω παραδοχή επαναλαμβάνεται σαν επωδός σε πλήθος μεταγενέστερων του ως άνω εξεταζόμενου βουλεύματος αρεοπαγιτικών αποφάσεων. Βλ. ενδεικτικά σε ΑΠ 2032/2004, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2005, σελ. 810 επ.), ΣυμβΑΠ 1926/2004, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2005, σελ. 720 επ., = ΠοινΛογ 2004, σελ. 2327 επ.), ΣυμβΑΠ 1055/2005, ΤΝΠΝ (= Δ/νη 2005, σελ. 1605 επ.), ΑΠ 1269/2006, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2007, σελ. 508 επ.), ΑΠ 1244/2007, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2009, σελ. 566 επ.), ΑΠ 1335/2007, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2009, σελ. 573 επ.), ΣυμβΑΠ 65/2007, ΤΝΠΝ (ΠοινΔικ 2007, σελ. 1119 επ., = Ποιν Χρ 2007, σελ. 987 επ.), ΑΠ 378/2008, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2009, σελ. 139 επ.), ΣυμβΑΠ 601/2008, ΤΝΠΝ, ΑΠ 408/2009, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2009, σελ. 882 επ.), ΑΠ 680/2009, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2009, σελ. 395 επ.), ΣυμβΑΠ 775/2009, ΤΝΠΝ, ΣυμβΑΠ 901/2010, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2011, σελ. 264 επ.). Contra, ΑΠ 1530/2008, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2008, σελ. 1148 επ., = ΠειρΝομ 2009, σελ. 64 επ.), όπου ο ΑΠ αποδέχεται χαρακτηριστικά πως «…η χρησιμότητα του ενδεικτικού στοιχείου της βουλητικής στάσεως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, γιατί όταν ένας δρ άστης προβαίνει στο εγχείρημα, παρά το υψηλό ποσοστό κινδύνου, λογικό είναι να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι αποδέχεται το αποτέλεσμα»· επ’ αυτού βλ. χαρακτηριστικά παρατηρήσεις Βαθιώτη Κ., Το φινάλε της υπόθεσης ΕΞΠΡΕΣ ΣΑΜΙΝΑ: ένα πραγματικό και νομικό ναυάγιο, ό.αν. [υποσ. 42], όπου ο συγγραφέας επισημαίνει χαρακτηριστικά το εσφαλμένο της ως άνω δικανικής κρίσης επί του προκείμενου ζητήματος. Ομοίως contra, ΑΠ 1999/2006, ΤΝΠΝ, η οποία επικύρωσε την παραπεμπτική κρίση του ΣυμβΕφΑθ καίτοι σε αυτό διαλαμβανόταν η ερειδόμενη σε μόνη τη γνώση του δράστη κρίση περί της κατάφασης 129 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Η αναγωγή διά του ως άνω βουλεύματος του βουλητικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου σε κριτήριο της εξεταζόμενης στη παρούσα μελέτη οριοθέτησης συνιστά προφανή επιλογή του Ακυρωτικού μας, και οι προσπάθειες περαιτέρω διακρίβωσής του εννοιολογικού του περιεχομένου με την αξιοποίηση εμπειρικών δεδομένων, ενδείξεων κι αντενδείξεων, κατά τρόπο ώστε να μην υποτιμάται το γνωστικό στοιχείο αυτού, αποτιμώνται βεβαίως θετικά. Ο ΑΠ, σε αρμονία πλέον με το δόγμα του ποινικού δικαίου, αξιώνει όχι τη γνώση της σε μεγάλο βαθμό πιθανολογούμενης επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος για την κατάφαση του ενδεχόμενου δόλου, αλλά τη διακρίβωση της ευθείας εχθρικής βουλητικής στάσης του δράστη απέναντι στα θιγόμενα έννομα αγαθά μέσω της αποδεικτικής αξιοποίησης εμπειρικών γεγονότων, ενδείξεων κι αντενδείξεων. Η «παράμετρος» της «μη απώθησης» που θέτει ο ΑΠ με το υπό κρίση βούλευμά του, ενδεικνύει περαιτέρω την εχθρική ψυχική στάση του δράστη προς τα θιγόμενα έννομα αγαθά, για το λόγο ότι αυτός, καίτοι είχε εναργή στη συνείδησή του την παράσταση του εγκληματικού αποτελέσματος, δεν την απώθησε 308. του βουλητικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου, και συγκεκριμένα «ο εκκαλών γνώριζε ότι προβαίνει χάριν αστειότητας σε ένα εγχείρημα με υψηλό ποσοστό επικινδυνότητας, έχοντας επίγνωση της επικινδυνότητας αυτής στο περιθώριο της συνείδησής του». 308 Την ορθότητα της ως άνω δικανικής κρίσης επισημαίνει χαρακτηριστικά η Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./ Μαργαρίτης Λ., ό.αν. [υποσ.198], σελ. 15 επ., Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., ό.αν. [υποσ. 195]. Contra, Βαθιώτης Κ., ό.αν. [υποσ. 228], ο οποίος επισημαίνει πως τόσο ο υψηλός βαθμός πιθανολογήσεως της επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος όσο και η «μη απώθηση» από την συνείδηση του δράστη της παράστασης του εγκληματικού αποτελέσματος ανάγονται στο γνωστικό στοιχείο του ενδεχόμενου δόλου και για το λόγο αυτό θα πρέπει να προτάσσονται (μεθοδολογικά) οι εν λόγω πλημμέλειες και να έπεται η διακρίβωση του βουλητικού στοιχείου του δράστη. Επισημαίνει πάντως ο εν λόγω συγγραφέας την προς την ορθή κατεύθυνση αξίωση του ΑΠ για την διακρίβωση της «εναργούς παραστάσεως του εγκληματικού αποτελέσματος στο μυαλό του δράστη», οριοθετώντας έτσι το πεδίο του ενδεχόμενου δόλου από το πεδίο της άνευ συνειδήσεως αμέλειας. Ομοίως και σε Βαθιώτη Κ., ό.αν. [υποσ. 42]. Ομοίως contra και σε νομολογία, βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1244/2007, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2009, σελ. 566 επ.), ΑΠ 378/2008, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2009, σελ. 134 επ.), ΑΠ 1530/2008, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2008, σελ. 1148 επ., = ΠειρΝομ 2009, σελ. 64 επ.), ΑΠ 408/2009, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2009, σελ. 882 επ.), ΑΠ 680/2009, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2010, σελ. 395 επ.), όπου επισημαίνεται χαρακτηριστικά η αδυναμία του στοιχείου της «μη απώθησης» του εγκληματικού αποτελέσματος να συμβάλει αποτελεσματικά στη διακρίβωση του βουλητικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου, για το λόγο ότι αυτή μπορεί να χαρακτηρίζει εξίσου κι έναν εξ’ αμελείας δράστη που καίτοι δεν απωθεί από τη συνείδησή του την παράσταση του εγκληματικού αποτελέσματος, πιστεύει ότι δεν θα επέλθει. 130 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η επιχειρούμενη στο ως άνω βούλευμα εννοιολογική προσέγγιση της «αποδοχής», ήτοι του βουλητικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου κατ’ άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ. Έτσι, όπως χαρακτηριστικά γίνεται δεκτό στο ως άνω βούλευμα, «αποδέχομαι τον κίνδυνο επελεύσεως του αποτελέσματος σημαίνει ότι σταθμίζω τα υπέρ και τα κατά με βάση τα δεδομένα στοιχεία και αποφασίζω να προβώ στην πράξη, για το λόγο ότι αυτό είναι σημαντικότερο από το φόβο μήπως επέλθει τελικώς το αποτέλεσμα». Οι ως άνω παραδοχές του εδώ εξεταζόμενου βουλεύματος, σε συνδυασμό με την ως άνω παρατιθέμενη εννοιολογική προσέγγιση της έννοιας της «αποδοχής», άγουν αβίαστα στο συμπέρασμα πως το ΣυμβΑΠ 1661/2004 απηχεί «το β’ τύπο του Frank», ως θεωρία δόκιμη της οριοθέτησης ενδεχόμενου δόλου – ενσυνείδητης αμέλειας, εγκαινιάζοντας έτσι τη σαφή μεταστροφή της αρεοπαγιτικής νομολογίας προς την ως άνω θεωρία και την απαγκίστρωσή της από την έως τότε υποστηριζόμενη θεωρία της επιδοκιμασίας του εγκληματικού αποτελέσματος (έστω κι υπό την ευρεία της εκδοχή, όπως διατυπώθηκε την τετραετία 2000 – 2004 για την οποία γίνεται λόγος ανωτέρω). Στην παρούσα θέση παρέλκει οποιαδήποτε εκτενής αναφορά στα δογματικά μειονεκτήματα του «β’ τύπου του Frank», για τα οποία έχει γίνει εκτενής λόγος ανωτέρω 309. Κρίνουμε όμως απολύτως σκόπιμη την επανάληψη της πιο καίριας κατά την κρίση μας επιφύλαξης επ’ αυτής, και συγκεκριμένα της ανεπίτρεπτης εννοιολογικής ταύτισης του κατ’ άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ στοιχείου της αποδοχής του εγκληματικού αποτελέσματος με την αποδοχή του κινδύνου επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, παραδοχή η οποία συνεπάγεται αναπόφευκτα την σύγχυση στην πράξη των εγκλημάτων βλάβης με τα εγκλήματα διακινδύνευσης καθώς η αποδοχή του κινδύνου επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος θα σήμαινε οπωσδήποτε συναποδοχή της βλάβης του θιγόμενου εννόμου αγαθού, κάτι που βεβαίως δεν ευσταθεί σε καμία περίπτωση στο ποινικοδικαιικό μας σύστημα. Απολύτως σκόπιμη καθίσταται σύμφωνα με την γράφουσα η αναφορά σε μία ακόμη πτυχή του επίμαχου ΣυμβΑΠ 1661/2004 και 309 Βλ. σχετικά υπό στοιχείο 2.1.3.1.2.2. καθώς και υπό στοιχείο 2.1.3.2.2. 131 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις συγκεκριμένα στη κρίση του περί της μη υπαγωγής της «ελπίδας και κατά μείζονα λόγο της απλής ευχής ή επιθυμίας του δράστη να μην επέλθει το προβλεπόμενο από αυτόν ως ενδεχόμενο εγκληματικό αποτέλεσμα» στο πεδίο της ενσυνείδητης αμέλειας αλλά στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου. Η θέση αυτή, η οποία βρήκε ευρεία απήχηση στο Ακυρωτικό μας 310, έχει έντονα επικριθεί σε άλλο σημείο της παρούσας μελέτης και για το λόγο αυτό παρέλκει εν προκειμένω κάθε εκτενής αναφορά, περιοριζόμαστε πάντως να επισημάνουμε πως η υπαγωγή της έννοιας της ελπίδας ή της ευχής αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος στην έννοια της αποδοχής αυτού αποτελεί νομικό ακροβατισμό, ανεπίτρεπτη διασταλτική ερμηνεία παρά το γράμμα του νόμου, σε βάρος του κατηγορουμένου και υπέρ του αξιοποίνου. Κατ’ επιταγή δε της αρχής in dubio pro reo και δεδομένης της ελλειπούσας ρύθμισης της εν λόγω έμμεσα εχθρικής για τα θιγόμενα έννομα αγαθά βουλητικής στάσης, η υπαγωγή της στο πεδίο της ενσυνείδητης αμέλειας καθίσταται μονόδρομος. Ευτυχή συγκυρία συνιστά βεβαίως η αποδοχή της ως άνω παρατιθέμενης από την γράφουσα θέσης περί της υπαγωγής τόσο της ελπίδας όσο και της ευχής αποφυγής του εγκληματικού αποτελέσματος στην ενσυνείδητη αμέλεια από ένα σημαντικό τμήμα της πρόσφατης αρεοπαγιτικής νομολογίας 311. Κλείνοντας την παρούσα θεματική υποενότητα θα θέλαμε να προβούμε σε μία γενικότερη επισήμανση αναφορικά με τη νομολογία του Ακυρωτικού μας από το 2004 έως και σήμερα. Συγκεκριμένα, μολονότι ο ΑΠ διά του ως άνω βουλεύματός του, καθώς και διά πλήθους δικανικών κρίσεων μεταγενέστερων αυτού επί της εδώ εξεταζόμενης προβληματικής, αξιώνει την πλήρη κι ακριβή διακρίβωση του βουλητικού στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου, η οποία καθίσταται εφικτή μόνο με την αναδρομή σε εμπειρικά δεδομένα, προτείνοντας μάλιστα κι ο ίδιος (ήτοι ο ΑΠ) ένα πλέγμα ενδείξεων 310 Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1106/2006, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2007, σελ. 413 επ.), ΑΠ 1530/2008, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2008, σελ. 1148 επ., = ΠειρΝομ 2009, σελ. 64 επ.), ΣυμβΑΠ 601/2008, ΤΝΠΝ, ΑΠ 1527/2010, ΠοινΧρ 2011, σελ. 582 επ., Συμ βΑΠ 2045/2010, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2011, σελ. 1067 επ.). 311 Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 2125/2002, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2003, σελ. 153 επ.), ΑΠ 1106/2006, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2007, ελ. 413 επ.), ΑΠ 1999/2006, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2008, σελ. 558 επ.), ΑΠ 378/2008, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2009, σελ. 139 επ.), ΑΠ 680/2009, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2010, σελ. 395 επ.), ΑΠ 921/2009, ΠοινΧρ 2010, σελ. 221 επ., ΑΠ 1543/2009, ΠοινΧρ 2010, σελ. 479 επ., ΑΠ 720/2011, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2012, σελ. 195 επ.). 132 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις κι αντενδείξεων, το οποίο μάλιστα εμπλουτίζει συστηματικά, για τη κατά το δυνατόν πληρέστερη κι ακριβέστερη αποδεικτική διακρίβωση της ως άνω βαθμίδος υπαιτιότητας 312, σφάλει σε πολλές των κρινόμενων περιπτώσεων κατά την επί της ουσίας εκτίμηση των ενδείξεων κι αντενδείξεων, όπως αποδεικνύεται από τις εκφερόμενες από αυτόν δικανικές κρίσεις. Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της «αρρυθμίας» του ΑΠ συνιστά η ΑΠ 1530/2008 313, η οποία επικρίθηκε έντονα εξ’ αυτού του λόγου από την ελληνική ποινική θεωρία. Ενδιάμεσα συμπεράσματα 3.4. Ανωτέρω στις οικείες θεματικές υποενότητες διερευνήθηκαν εκτενώς οι κατά περιόδους διαλαμβανόμενες στη νομολογία του ΑΠ βασικές νομολογιακές κατευθύνσεις κι αναφέρθηκαν ειδικά τα μειονεκτήματα και τα πλεονεκτήματα των εκάστοτε προκρινόμενων από τον ΑΠ νομολογιακών κατευθύνσεων. Ως εκ τούτου, παρέλκει στην παρούσα θέση οποιαδήποτε ειδική αναφορά στα ως άνω διαλαμβανόμενα. Περιοριζόμαστε απλώς εν είδει γενικών συμπερασμάτων να επισημάνουμε τη θετική κατά μείζονα λόγο πορεία της Αρεοπαγιτικής νομολογίας τα τελευταία χρόνια παρά τις πολύχρονες αμφιταλαντεύσεις τις οποίες υπέστη κατά το παρελθόν. Αξιολογείται επίσης εξαιρετικά θετικά το ότι ο ΑΠ εντοπίζει τη σοβαρότητα της εξεταζόμενης στη παρούσα μελέτη διάκρισης του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια, καθώς και των συναφών δογματικώ ν ζητημάτων, ενσκήπτοντας περαιτέρω σοβαρά στην προσπάθεια οριοθέτησης των ως άνω δύο ανθρωπίνων μεγεθών. Παραφωνία εξακολουθεί να συνιστά η έως και σήμερα παρατηρούμενη στις κρίσεις του Ακυρωτικού μας διάσταση αναφορικά με το σε τί συνίσταται πράγματι η κατ’ άρ. 27 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ 312 Πρβλ. σχετικά Καϊάφα- Γκμπάντι Μ., σε Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., ό.αν. [υποσ. 191], σελ. 15 επ., όπου η συγγραφέας επισημαίνει χαρακτηριστικά την κατ’ επιταγή της «παραμέτρου της μη απώθησης» υποχρέωση ελέγχου του ΑΠ των στοιχείων του ενδεχόμενου δόλου «μέσα από την άρνηση της ενσυνείδητης αμέλειας ». 313 Βλ. χαρακτηριστικά ΑΠ 1530/2008, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2008, σελ. 1148 επ., = ΠειρΝομ 2009, σελ. 64 επ.), η οποία δέχτηκε εξ’ αυτού του λόγου πολυάριθμες επικρίσεις από μέρους της ελληνικής ποινικής επιστήμης, ενδεικτικά Βαθιώτης Κ., Το φινάλε της υπόθεσης ΕΞΠΡΕΣ ΣΑΜΙΝΑ: ένα πραγματικό και νομικό ναυάγιο, ό.αν. [υποσ. 42], καθώς και σε Παπαγεωργίου – Γονατά Στ., ό.αν. [υποσ. 217]. 133 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις «αποδοχή», ενώ η ακολουθούμενη από τον ΑΠ «φόρμουλα» με την προκρινόμενη εφαρμογή του β’ τύπου του Frank για την οριοθέτηση των δύο ως άνω ανθρωπίνων μεγεθών συνιστά, κατά την κρίση της γράφουσας και για τους λόγους που ανωτέρω εκτενώς διαλαμβάνονται, δυσμενή εξέλιξη. Τέλος, αξιέπαινη χαρακτηρίζεται η προσπάθεια του Ακυρωτικού μας να διακριβώσει επισταμένως το βουλητικό στοιχείο της υπαιτιότητας με την αποδεικτική εκτίμηση τυχόν συντρεχόντων ενδείξεων κι αντενδείξεων. Ενδεικτική της ως άνω προσπάθειάς του είναι και η περαιτέρω προσπάθειά του να διαμορφώσει ένα πλέγμα ενδείξεων κι αντενδείξεων προκειμένου να επιτευχθεί η κατά το μάλλον ή ήττον ομοιογένεια των δικανικών του κρίσεων· πλην όμως η «ατολμία» του ΑΠ σε αρκετές των κρινόμενων περιπτώσεων να αξιολογήσει ψύχραιμα τα σχετικά εμπειρικά δεδομένα καταφεύγοντας σε εσφαλμένη επί της ουσίας εκτίμησή τους, «τορπιλίζει» στην πραγματικότητα την ως άνω αξιέπαινη προσπάθειά του. 134 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις 4. Επίλογος Η προηγηθείσα ανάλυση ανέδειξε σε όλη της την έκταση την ακρίβεια της υποστηριζόμενης από τη γράφουσα θέσης στην εισαγωγή της παρούσας μελέτης περί της περιπλοκότητας και της συνακόλουθης δυσκολίας της – εξεταζόμενης στην παρούσα μελέτη – οριοθέτησης του ενδεχόμενου δόλου από τη «γείτονα» αυτού έννοια της ενσυνείδητης αμέλειας. Η επίμαχη διάκριση συνιστά πράγματι διαχρονικά ένα από τα πιο δύσκολα και δυσεπίλυτα ζητήματα του ποινικού δικαίου. Παρά το γεγονός ότι ο Έλληνας ποινικός νομοθέτης επέδειξε τόλμη κατά τη συγγραφή του ισχύοντος ποινικού δικαίου με την εκ του νόμου οριοθέτηση των εννοιών του ενδεχόμενου δόλου και της ενσυνείδητης αμέλειας, η ασαφής οριοθέτηση του βουλητικού τους στοιχείου πυροδότησε την ευρεία και μακρόχρονη συζήτηση που στην παρούσα μελέτη αναδείχθηκε. Η ελλείπουσα λοιπόν σαφής νομοθετική ρύθμιση περί της ως άνω προβληματικής συνέτεινε στην ως άνω περιπλοκότητα· οι δε διατυπωθείσες επί της εν λόγω προβληματικής θεωρητικές προσεγγίσεις αποσκοπούσες στην επίλυσή της, μάλλον ενισχύουν την ως άνω κατάσταση. Ανάλογα πολυάριθμες είναι περαιτέρω και οι δικανικές κρίσεις που άπτονται της επίμαχης διάκρισης, ώστε δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις, ακόμη κι επί ομοίων κατά τα πραγματικά τους περιστατικά εγκληματικών συμπεριφορών, η ελληνική νομολογία να εμφανίζει παροιμιώδη ανομοιογένεια. Κατόπιν τούτων, η απορρέουσα από τον ως άνω – σε υπερθετικό βαθμό – πλουραλισμό τοποθετήσεων επί της επίμαχης διάκρισης ανασφάλεια δικαίου καθίσταται αυτονόητη, αν όχι δεδομένη. Παρεπόμενες συνέπειες της ως άνω ασαφούς οριοθέτησης των εδώ εξεταζόμενων ανθρωπίνων υποκειμενικών μεγεθών συνιστούν αφενός μεν οι «εκτροπές» της νομολογίας των ελληνικών ποινικών δικαστηρίων και ιδίως του Ακυρωτικού μας, όπως αυτές που διαλαμβάνονται στη παρούσα μελέτη, αφετέρου δε η διατύπωση στο πεδίο της ελληνικής ποινικής θεωρίας επιστημονικών σκέψεων περί της de lege ferenda εισαγωγής στο ποινικό μας δίκαιο μίας τρίτης μορφής υπαιτιότητας, νοθεύοντας το δόγμα του ποινικού μας δικαίου και συντείνοντας περαιτέρω στο γενικότερο κλίμα της ανασφάλειας δικαίου. 135 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις Η άμεση παρέμβαση του Έλληνα νομοθέτη προς επίλυση της επίμαχης διάκρισης καθίσταται απολύτως αναγκαία κι επιτακτική. Μόνη δυνατότητα έως τότε προκειμένου να περισωθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στην ασφάλεια δικαίου, η όσο το δυνατόν πιο συνετή και σύμφωνη με το γράμμα των σχετικών διατάξεων ερμηνεία της επίμαχης διάκρισης, τόσο από τη θεωρία όσο κι από τη νομολογία. Φωτεινή δε προοπτική συνιστά η διαλαμβανόμενη στο κείμενο του Σχεδίου του Νέου Ποινικού Κώδικα της επιτροπής Μανωλεδάκη σχετική νομοθετική πρόβλεψη, το οποίο κείμενο έχει δοθεί σε δημόσια διαβούλευση κι επίκειται η ψήφισή του. 136 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (Η εδώ παρατιθέμενη ενδεικτική βιβλιογραφία μελετήθηκε και αξιοποιήθηκε συνολικά στην παρούσα μελέτη ακόμη και αν δεν μνημονεύεται ειδικά στις υποσημειώσεις αυτής) 1. Ανδρουλάκης Ν., Η επιδίωξη παραγωγής ορισμένου αποτελέσματος, σε Μνήμη Ν. Χωραφά, Η. Γάφου, Κ. Γαρδίκα, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1986, σελ. 1 επ. 2. Ανδρουλάκης Ν., Ποινικαί Μελέται, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1972. 3. Ανδρουλάκης Ν., Ποινικό δίκαιο – Γενικό μέρος – Θεωρία για το έγκλημα, Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλα, β’ έκδοση, 2006. 4. Ανδρουλάκης Ν., Ποινικόν δίκαιον – Γενικόν μέρος – Πανεπιστημιακαί παραδόσεις, Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, 1986. 5. Ανδρουλάκης Ν., Ποινικόν δίκαιον – Γενικόν μέρος – Πανεπιστημιακαί παραδόσεις – Τεύχος Α’, Εκδόσεις «Το Νομικόν», Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1960. 6. Αποστολίδου Α., Παρέμβαση σε Διημερίδα του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου με θέμα «Ενδεχόμενος δόλος – ενσυνείδητη αμέλεια – Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;», Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 159 επ. 7. Βαθιώτης Κ., Δόλος – Θεμελίωση και αποκλεισμός του στο ποινικό δίκαιο, Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2003. 8. Βαθιώτης Κ., Παρέμβαση σε Διημερίδα του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου με θέμα «Ενδεχόμ ενος δόλος – ενσυνείδητη αμέλεια – Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;», Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 168 επ. 9. Βαθιώτης Κ., Στοιχεία Ποινικού Δικαίου – Γενικό μέρος, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2007. 10. Βαθιώτης Κ., Το ποινικό δίκαιο μέσα από 20 προβλήματα εφαρμοσμένης θεωρίας – Γενικό μέρος, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2005. 137 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις 11. Γαβαλάς Στ., Δόλος και αμέλεια σε εγκλήματα που διαπράττονται κατά την άσκηση ορισμένων επιχειρήσεων και επαγγελμάτων, Παρέμβαση σε εκδήλωση της Εταιρίας Νομικών Βορείου Ελλάδος με θέμα «Δόλος και αμέλεια στο ποινικό δίκαιο», Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ. 29 επ. 12. Γάφος Η., Ποινικόν δίκαιον – Γενικόν μέρος, β’ έκδοση, 1975. 13. Γεωργάκης Ι., Ποινικό δίκαιο – Γενικό μέρος – Διδασκαλία, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, σε επιμέλεια Χαραλαμπάκη Α., 1991. 14. Γεωργάκης Ι., Ποινικόν δίκαιον – Γενικόν μέρος – Διδασκαλία, Εκδόσεις «Παντειακόν», Ι. Σάκκουλα, 1970. 15. Δημήτραινας Γ., Η λειτουργία των εγκλημάτων διακινδύνευσης και «εκ του αποτελέσματος» στην ορθή διάκριση ενδεχόμενου δόλου από τ ην ενσυνείδητη αμέλεια, Παρέμβαση σε Διημερίδα του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου με θέμα «Ενδεχόμενος δόλος – ενσυνείδητη αμέλεια – Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;», Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 88 επ. (= Παρέμβαση σε εκδήλωση της Εταιρίας Νομικών Βορείου Ελλάδος με θέμα «Δόλος και αμέλεια στο ποινικό δίκαιο», Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ. 53 επ.). 16. Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., Εμβάθυνση στην ποινική νομολογία, Εκδόσεις Σάκκουλα, α’ έκδοση, 2006. 17. Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., Εμβάθυνση στην ποινική νομολογία, Εκδόσεις Σάκκουλα, β’ έκδοση, 2009. 18. Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., Εξωτερική και εσωτερική αμέλεια στο ποινικό δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα, 1994. 19. Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., Κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα, Άρ. 264 – 289 ΠΚ, Εκδόσεις Σάκκουλα, γ’ έκδοση, 2005. 20. Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./ Μανωλεδάκης Ι./ Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., Ποινικό δίκαιο – Επιτομή γενικού μέρους – Άρθρα 1 – 49 ΠΚ, Εκδόσεις Σάκκουλα, ζ’ έκδοση, 2005. 21. Καϊάφα – Γκμπάντι Μ./ Μαργαρίτης Λ., Ποινικό Δίκαιο και Άρειος Πάγος – Κριτική θεώρηση πρόσφατης νομολογίας, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2008, σελ. 11 επ. 138 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις 22. Καρανίκας Δ., Εγχειρίδιον ποινικού δικαίου, Γενικόν μέρος, Τόμος Α’, Εκδόσεις Αφοί Π. Σάκκουλα, β’ έκδοση, 1959. 23. Καρανίκας Δ., Στοιχεία ποινικής επιστήμης, Εκδόσεις Αφοί Π. Σάκκουλα, 1970. 24. Κατσαντώνης Α., Η αμέλεια εν τω ποινικώ δικαίω, 1963. 25. Κατσαντώνης Α., Ποινικόν δίκαιον – Γενικόν μέρος, Τόμος Ι, Εκδόσεις Παρισιάνου, 1972. 26. Κοτσαλής Λ., Ποινικό Δίκαιο – Γενικό μέρος, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2005. 27. Κτιστάκης Γ., Παρέμβαση σε Διημερίδα του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου με θέμα «Ενδεχόμενος δόλος – ενσυνείδητη αμέλεια – Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;», Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 172 επ. 28. Κωνσταντινίδης Α., Απόδειξη και αιτιολόγηση του ενδεχόμενου δόλου, Παρέμβαση σε Διημερίδα του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου με θέμα «Ενδεχόμενος δόλος – ενσυνείδητη αμέλεια – Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;», Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 71 επ. 29. Κωστάρας Α., Έννοιες και θεσμοί του ποινικού δικαίου, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2004. 30. Κωστάρας Α., Έννοιες και θεσμοί του ποινικού δικαίου – Θεωρητική και πρακτική προσέγγιση των διατάξεων του γενικού μέρους του Ποινικού Κώδικα, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2001. 31. Κωστάρας Α., Η εξ αμελείας δια παραλείψεως τέλεση – δογματική θεμελίωση και κριτική επισκόπηση της νομολογιακής εφαρμογής του θεσμού, Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2010. 32. Κωστάρας Α., Παρέμβαση σε Διημερίδα του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου με θέμα «Ενδεχόμενος δόλος – ενσυνείδητη αμέλεια – Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;», Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 174 επ. 139 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις 33. Μαγγανάς Α., Ιδιαίτερα ζητήματα ποινικού δικαίου και ποινικής δικονομίας, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2007. 34. Μαγκάκης Γ. – Α., Ποινικό δίκαιο – Διάγραμμα γενικού μέρους, Τεύχος Β’, Εκδόσεις Παπαζήση, 1981. 35. Μαγκάκης Γ. – Α., Ποινικό δίκαιο – Διάγραμμα γενικού μέρους, Εκδόσεις Παπαζήση, β’ έκδοση, 1982. 36. Μαγκάκης Γ. – Α., Ποινικό δίκαιο – Διάγραμμα γενικού μέρους, Εκδόσεις Παπαζήση, γ’ έκδοση, 1984. 37. Μανωλεδάκης Ι., Γενική θεωρία του ποινικού δικαίου, Εκδόσεις Σάκκουλα, 1981. 38. Μανωλεδάκης Ι., Η αδιαφορία δεν είναι δόλος, εισαγωγική ομιλία σε εκδήλωση της Εταιρίας Νομικών Βορείου Ελλάδος με θέμα «Δόλος και αμέλεια στο ποινικό δίκαιο», Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ. 7 επ. (= ΠοινΔικ 2004, σελ. 188 επ.). 39. Μανωλεδάκης Ι., Μελέτες για εμβάθυνση στο ουσιαστικό ποινικό δίκαιο (1978 – 1989), Εκδόσεις Σάκκουλα, 1990. 40. Μανωλεδάκης Ι., Ποινικό δίκαιο – Γενική θεωρία, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2004. 41. Μανωλεδάκης Ι., Ποινικό δίκαιο – Επιτομή γενικού μέρους – Εκδόσεις Σάκκουλα, 1985. 42. Μανωλεδάκης Ι., Ποινικό δίκαιο – Επιτομή γενικού μέρους – Άρθρα 1 – 49 ΠΚ, Εκδόσεις Σάκκουλα, β’ έκδοση, 1989. 43. Μανωλεδάκης Ι., Ποινικό δίκαιο – Επιτομή γενικού μέρους – Άρθρα 1 – 49 ΠΚ, Εκδόσεις Σάκκουλα, δ’ έκδοση, 1996. 44. Μανωλεδάκης Ι., Ποινικό δίκαιο – Επιτομή γενικού μέρους – Άρθρα 1 – 49 ΠΚ, Εκδόσεις Σάκκουλα, στ’ έκδοση, 2001. 45. Μαργαρίτης Λ., Σωματικές βλάβες, Εκδόσεις Σάκκουλα, β’ έκδοση 2000. 46. Μαρκής Β., Παρέμβαση σε Διημερίδα του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου με θέμα «Ενδεχόμενος δόλος – ενσυνείδητη αμέλεια – Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;», Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 213 επ. 140 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις 47. Μπάγιας Σ., Η διάκριση ενδεχόμενου δόλου και ενσυνείδητης αμέλειας στο στάδιο της άσκησης της ποινικής διώξεως, Παρέμβαση σε Διημερίδα του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επισ τημών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου με θέμα «Ενδεχόμενος δόλος – ενσυνείδητη αμέλεια – Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;», Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 66 επ. 48. Μπαμπινιώτης Γ., Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Εκδόσεις Κέντρο Λεξικολογίας, β’ έκδοση, 2002. 49. Μπέκας Ι., Παρέμβαση σε Διημερίδα του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου με θέμα «Ενδεχόμενος δόλος – ενσυνείδητη αμέλεια – Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;», Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 180 επ. 50. Μπέκας Ι., Πρακτική διδασκαλία ποινικού δικαίου – Ασκήσεις – σχεδιαγράμματα – βασικές έννοιες – Γενικό μέρος, Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2005. 51. Μυλωνόπουλος Χρ., Εφαρμογές ποινικού δικαίου, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1997. 52. Μυλωνόπουλος Χρ., Ποινικό Δίκαιο – Γενικό μέρος, Τεύχος Α’, Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2007. 53. Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια, Μία τρίτη μορφή υπαιτιότητας; Νομολογιακές αναζητήσεις και δογματικές επαναπροσεγγίσεις, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2008. 54. Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., Νομικές και κοινωνικές παράμετροι των διαφόρων θεωριών για το ζήτημα της διάκρισης μεταξύ αμελούς συμπεριφοράς, μεγάλης αδιαφορίας και ενδεχόμενου δόλου, Παρέμβαση σε Διημερίδα του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου με θέμα «Ενδεχόμενος δόλος – ενσυνείδητη αμέλεια – Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;», Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 50 επ. (= ΠοινΧρ 2005, σελ. 880 επ.). 141 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις 55. Παπαδάκης Ρ.-Ε., Τα κριτήρια διάκρισης του ενδεχόμενου δόλου από την ενσυνείδητη αμέλεια στα θαλάσσια ατυχήματα, Παρέμβαση σε Διημερίδα του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου με θέμα «Ενδεχόμενος δόλος – ενσυνείδητη αμέλεια – Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;», Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 78 επ. 56. Παρασκευόπουλος Ν., Ενδεχόμενος δόλος, ενσυνείδητη αμέλεια και κατ’ ιδέαν συρροή: το ελληνικό ποινικό δίκαιο προβληματίζεται σοβαρά, παρέμβαση σε εκδήλωση της Εταιρίας Νομικών Βορείου Ελλάδος με θέμα «Δόλος και αμέλεια στο ποινικό δίκαιο», Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ. 13 επ. (= ΠοινΔικ 2005, σελ. 317 επ.). 57. Παρασκευόπουλος Ν., Τα θεμέλια του ποινικού δικαίου – Γενικό μέρος: Το έγκλημα, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2008. 58. Παρασκευόπουλος Ν., Φρόνημα και καταλογισμός στο ποινικό δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα, 1987. 59. Παύλου Στ., Παρέμβαση σε Διημερίδα του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου με θέμα «Ενδεχόμενος δόλος – ενσυνείδητη αμέλεια – Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;», Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 183 επ. 60. Σατλάνης Χρ., Αποκωδικοποίηση των εννοιών του ενδεχόμενου δόλου και της ενσυνείδητης αμέλειας κυρίως με παραδείγματα, Παρέμβαση σε Διημερίδα του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου με θέμα «Ενδεχόμενος δόλος – ενσυνείδητη αμέλεια – Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;», Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 128 επ. (= ΠοινΔικ 2005, σελ. 1034 επ.). 61. Σοφός Θ., Ενδεχόμενος δόλος και βαρεία αμέλεια – Η αξιολογική σχέση διαβάθμισης των δύο μορφών υπαιτιότητας, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2008. 62. Σπινέλλης Δ., Βασικά στοιχεία ποινικού δικαίου και ποινικής δικονομίας – Πανεπιστημιακό βοήθημα, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1990. 142 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις 63. Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., Εγκλήματα κατά της ζωής, Εκδόσεις Σάκκουλα, β’ έκδοση, 2001. 64. Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., Εμβάθυνση στο Ουσιαστικό Ποινικό Δίκαιο, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2008. 65. Τζωρτζόπουλος Χ., Εγχειρίδιον του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, Εκδόσεις «Πυρσού», 1936. 66. Τριανταφύλλου Α., Παρέμβαση σε Διημερίδα του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου με θέμα «Ε νδεχόμενος δόλος – ενσυνείδητη αμέλεια – Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;», Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 208 επ. 67. Τσιρίδης Π., Μελέτες ποινικού δικαίου, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2001. 68. Χαραλαμπάκης Α., Διάγραμμα ποινικού δικαίου – Γενικό μέρος, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, δ’ έκδοση, 1999. 69. Χαραλαμπάκης Α., Διάγραμμα ποινικού δικαίου – Γενικό μέρος, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, ε’ έκδοση, 2003. 70. Χαραλαμπάκης Α., Ζητήματα ποινικού δικαίου – Μελέτες – Γνωμοδοτήσεις, Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2009. 71. Χαραλαμπάκης Α., Η υπαιτιότητα ως «εργαλείο» αντεγκληματικής πολιτικής, Παρέμβαση σε Διημερίδα του Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Ρόδου με θέμα «Ενδεχόμενος δόλος – ενσυνείδητη αμέλεια – Τρίτη μορφή υπαιτιότητας;», Εκδόσεις Δίκαιο και Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, 2006, σελ. 16 επ. (= ΠοινΧρ 2004, σελ. 681 επ.). 72. Χαραλαμπάκης Α., Μελέτες ποινικού δικαίου, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1999. 73. Χωραφάς Ν., Ελληνικόν ποινικόν δίκαιον, Γενικόν μέρος, Τόμος Α’, Εκδόσεις «το Νομικόν», Ν. Α. Σάκκουλα, 1943. 74. Χωραφάς Ν., Περί της έννοιας του δόλου εν τω ποινικώ δικαίω, 1922. 75. Χωραφάς Ν., Ποινικόν Δίκαιον, Τόμος Α’, Εκδόσεις Αφοί Π. Σάκκουλα, θ’ έκδοση μεταθανάτια σε επιμέλεια Σταμάτη Κ., 1978. 143 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ (Η εδώ παρατιθέμενη ενδεικτική αρθρογραφία μελετήθηκε και αξιοποιήθηκε συνολικά στην παρούσα μελέτη ακόμη και αν δεν μνημονεύεται ειδικά στις υποσημειώσεις αυτής) 1. Ανδρουλάκης Ν., Η εξωτερική αμέλεια, ΠοινΧρ 1970, σελ. 93 επ. 2. Ανδρουλάκης Ν., «Να πληρώσουν οι υπεύθυνοι όσο ψηλά κι αν βρίσκονται» - Οι ανύπαρκτες 453 «εκθέσεις» (άρθρο 306 παρ. 1 α’ ΠΚ) επιβατών από τους «έχοντες δικαίωμα υπογραφής» για την πλοιοκτήτρια εταιρία και η «διατάραξη της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας», ΠοινΧρ 2009, σελ. 481 επ. 3. Ανδρουλάκης Ν., Πώς διακρίνεται ο ενδεχόμενος δόλος από την ενσυνείδητη αμέλεια, ΠοινΧρ 1991, σελ. 7 επ. 4. Αποστολίδου Α., Η θεσμική πορεία και ταυτότητα της ποινικής καταστολής στο χώρο της οικοδομικής, Υπερ 2000, σελ. 749 επ. 5. Βαθιώτης Κ., «Γνήσια» και «οιονεί ρώσικη ρουλέτα»: Ποινική ευθύνη από (ακατ)ανόητα παιχνίδια με περίστροφο, ΠοινΔικ 2008, σελ. 609 επ. 6. Βαθιώτης Κ., Δυστυχήματα και ενδεχόμενος δόλος – magna culpa dolus est, Συνήγορος 2003, σελ. 208 επ. 7. Βαθιώτης Κ., Εποστρακισμός βλήματος και απόκλιση αιτιώδους διαδρομής, ΠοινΔικ 2009, σελ. 900 επ. 8. Βαθιώτης Κ., Ναυάγιο ΕΞΠΡΕΣ ΣΑΜΙΝΑ: Η αρχή του τέλους (ή το τέλος μίας νέας αρχής) για τον ενδεχόμενο δόλο, ΠοινΧρ 2005, σελ. 363 επ. 9. Βαθιώτης Κ., Ο «κολοβός» ενδεχόμενος δόλος στην ελληνική νομολογία, ΠοινΧρ 2003, σελ. 174 επ. 10. Βαθιώτης Κ., Παρατηρήσεις επί της ΑΠ 1692/2004, ΠοινΔικ 2004, σελ. 1116 επ. 11. Βαθιώτης Κ., Παρατηρήσεις επί της ΑΠ 378/2008, ΠοινΔικ 2009, σελ. 139 επ. 12. Βαθιώτης Κ., Παρατηρήσεις επί της ΑΠ 720/2011, ΠοινΔικ 2012, σελ. 195 επ. 13. Βαθιώτης Κ., Παρατηρήσεις επί της ΑΠ 1070/2010, ΠοινΔικ 2012, σελ. 296 επ. 144 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις 14. Βαθιώτης Κ., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΑΠ 2032/2004, ΠοινΔικ 2005, σελ.810 επ. 15. Βαθιώτης Κ., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΑΠ 1269/2006, ΠοινΔικ 2006, σελ. 829 επ. 16. Βαθιώτης Κ., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΑΠ 1335/2007, ΠοινΔικ 2009, σελ. 573 επ. 17. Βαθιώτης Κ., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΑΠ 1649/2008, ΠοινΔικ 2009, σελ. 4 επ. 18. Βαθιώτης Κ., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΑΠ 2045/2010, ΠοινΔικ 2011, σελ. 1067 επ. 19. Βαθιώτης Κ., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΕφΑθ 1025/2007, ΠοινΔικ 2009, σελ. 556 επ. 20. Βαθιώτης Κ., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΠλημΑθ 2311/2009, ΠοινΔικ 2009, σελ. 1363 επ. 21. Βαθιώτης Κ., Recklessness, αδιαφορία, υπαιτιότητα, Μία προσπάθεια αντίκρουσης των «αιρετικών» απόψεων για την εισαγωγή τρίτης μορφής υπαιτιότητας στο ελληνικό ποινικό δίκαιο, ΠοινΧρ 2006, σελ. 5 επ. 22. Βαθιώτης Κ., Το φινάλε της υπόθεσης ΕΞΠΡΕΣ ΣΑΜΙΝΑ: ένα πραγματικό και νομικό ναυάγιο, ΠοινΔικ 2009, σελ. 550 επ. 23. Βασιλακόπουλος Π., «Αμελής παράλειψη – Εξωτερική αμέλεια – Αμέλεια», ΠοινΧρ 2003, σελ. 673 επ. 24. Γιαννίδης Ι., Παρατηρήσεις επί της ΑΠ 1999/1990, ΠοινΧρ 1991, σελ. 5 επ. 25. Δέδες Χρ., Ο καταλογισμός και αι νεώτεραι επιστημονικαί εξελίξεις, ΠοινΧρ 1956, σελ. 65 επ. 26. Δημητράτος Ν., Αντεγκληματική πολιτική και συμβολικό ποινικό δίκαιο, ΝοΒ 1993, σελ. 1045 επ. 27. Δημητράτος Ν., Παρατηρήσεις επί της ΤρΕφΠατρ 61/1998, ΠοινΔικ 1998, σελ. 753 επ. 28. Ζημιανίτης Δ., Παρατηρήσεις επί της ΑΠ 1492/1998, ΠοινΔικ 1999, σελ. 205 επ. 29. Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., Η αντιμετώπιση των αυτοπροσβολών του θύματος στο «έγκλημα» της αμέλειας, Υπερ 1999, σελ. 291 επ. 145 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις 30. Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., Η ποινική ευθύνη του αναισθησιολόγου στις ιατροχειρουργικές επεμβάσεις, ΝοΒ 1989, σελ. 872 επ. 31. Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΕφΘεσ/νίκης 296/1996, Υπερ 1996, σελ. 554 επ. 32. Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΠλημΠατρ 377/1997, Υπερ 1998, σελ. 602 επ. 33. Καϊάφα – Γκμπάντι Μ., Προβληματικές της σύγχρονης νομολογίας του Αρείου Πάγου στον χώρο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, ΠοινΔικ 2003, σελ. 1255 επ. 34. Κανελλοπούλου – Μπότη Μ., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΠλημΚερκ 125/2005, ΠοινΔικ 2006, σελ. 32 επ. 35. Κατσαντώνης Α., Η διάκρισης ενδεχόμενου δόλου και εν συνειδήσει αμέλειας εν όψει της «αποδοχής προϊόντων εγκλήματος» (άρθρο 394 ΠΚ) και η δικονομική απόδειξις της υπαιτιότητας του δράστου ταύτης, Α’ μέρος, ΠοινΧρ 1970, σελ. 321 επ. 36. Κατσαντώνης Α., Η διάκρισης ενδεχόμενου δόλου και εν συνειδήσει αμέλειας εν όψει της «αποδοχής προϊόντων εγκλήματος» (άρθρο 394 ΠΚ) και η δικονομική απόδειξις της υπαιτιότητας του δράστου ταύτης, Β’ μέρος, ΠοινΧρ 1970, σελ. 415 επ. 37. Κλουδάς Γ., Παρατηρήσεις επί της ΜΟΕφΑθ 456, 489/2006, ΠοινΔικ 2007, σελ. 136 επ. 38. Κοκκινάκης Κ., Η έμπρακτη μετάνοια στο έγκλημα της παραβίασης των Κανόνων της Οικοδομικής – Μικρή συμβολή στην ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 289 ΠΚ, ΠοινΔικ 2005, σελ. 346 επ. 39. Κοκκινάκης Κ., Παρατηρήσεις επί της ΑΠ 1630/2002, ΠοινΔικ 2002, σελ. 1256 επ. 40. Κοκκινάκης Κ., Παρατηρήσεις επί της ΤρΔιοικΠρΘεσ/νίκης 819/2002, ΠοινΔικ 2003, σελ. 15 επ. 41. Κοτσαλής Λ., Ελευθερία της βούλησης, αρχή της ενοχής και ικανότητα για καταλογισμό, ΠοινΛογ 2003, σελ. 891 επ. 42. Κοτσαλής Λ., Η αξιολογική αντίληψη περί ενοχής στο Ποινικό Δίκαιο, ΠοινΧρ 2002, σελ. 673 επ. 43. Κοτσαλής Λ., Κλασική και νεοκλασική δόμηση του εγκλήματος, ΠοινΧρ 2001, σελ. 865 επ. 146 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις 44. Κωνσταντινίδης Α., Η απόδειξη και η αιτιολόγηση του ενδεχόμενου δόλου, ΠοινΧρ 2007, σελ. 974 επ. 45. Μαγγανάς Α., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΠλημΑθ 2255/1998, ΠοινΔικ 1998, σελ. 986 επ. 46. Μαγκάκης Γ. – Α., Η φονική κοινωνική ασυνειδησία και η ποινική της αντιμετώπιση, ΝοΒ 2004, σελ. 1670 επ. 47. Μανωλεδάκης Ι., Η αδιαφορία δεν είναι δόλος, ΠοινΔικ 2004, σελ. 188 επ. 48. Μανωλεδάκης Ι., Σκέψεις για τη σημασία της νομολογίας του Αρείου Πάγου στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, ΠοινΔικ 2001, σελ. 753 επ. 49. Μηλαπίδου Μ., Παρατηρήσεις επί της ΑΠ 1337/2005, ΠοινΔικ 2006, σελ. 135 επ. 50. Μπέκας Ι./ Παύλου Στ., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΑΠ 1304/2003, ΠοινΛογ 2006, σελ. 1223 επ. 51. Μπιτζιλέκης Ν., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΠλημΘεσ/νίκης 174/1996, Αρμ 1996, σελ. 387 επ. 52. Μπουρμάς Γ., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΑΠ 65/2007, ΠοινΔικ 2008, σελ. 149 επ. 53. Μπουρμάς Γ., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΠλημΣύρου 16/2008, ΠοινΔικ 2008, σελ. 1434 επ. 54. Μπρακουμάτσος Π., Εγκλήματα διακινδύνευσης – εγκλήματα κοινού κινδύνου. Διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών και της υδάτινης ασφάλειας, ΠοινΔικ 2008, σελ. 760 επ. 55. Μυλωνόπουλος Χρ., Βαρειά αμέλεια: Αξίζει να τιμωρείται βαρύτερα; ΠοινΛογ 2006, σελ. 725 επ. 56. Μυλωνόπουλος Χρ., Διαθετικές έννοιες και Ποινικό Δίκαιο, Υπερ 1993, σελ. 243 επ. 57. Μυλωνόπουλος Χρ., Ενδεχόμενος δόλος και Fuzzy Logic – Μία προσπάθεια διαθετικής ανάλυσης, ΠοινΛογ 2003, σελ. 451 επ. (= Τιμ Τόμος Ανδρουλάκη Ν., Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2003). 58. Μυλωνόπουλος Χρ., Ο Ποινικός Κώδικας ανάμεσα στο παρόν και το μέλλον. Απολογισμός και Προοπτικές, ΠοινΛογ 2002, σελ. 5 επ. 147 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις 59. Ναμίας Ο., «Ρώσικη ρουλέτα»: Ενσυνείδητη αμέλεια ή ενδεχόμενος δόλος; Με αφορμή την απόφαση του Αναθεωρητικού δικαστηρίου 282/1992, ΠοινΧρ 1994, σελ. 1195 επ. 60. Νούσκαλης Γ., Παρατηρήσεις επί της ΑΠ 433/2001, ΠοινΧρ 2002, σελ. 33 επ. 61. Παναγόπουλος Π.-Π., Παρατηρήσεις επί της ΑΠ 1176/2010, ΠοινΔικ 2011, σελ. 1166 επ. 62. Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., Η δυσκολία διάκρισης του ενδεχόμενου δόλου, ΠοινΧρ 2007, σελ. 2007, σελ. 77 επ. 63. Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., Ο ενδεχόμενος δόλος, Δογματικές ιδιαιτερότητες και κοινωνικές παράμετροι, ΠοινΧρ 2003, σελ. 163 επ. 64. Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., Παρατηρήσεις επί της ΑΠ 1530/2008, ΠοινΔικ 2008, σελ. 1148 επ. 65. Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., Προβληματισμοί στα νέα πεδία εφαρμογής του Ποινικού Δικαίου, ΠοινΔικ 2004, σελ. 840 επ. 66. Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., Σύγχρονες Τάσεις της Νομολογίας των Ανώτατων Ποινικών Δικαστηρίων προς την κατεύθυνση της Ασφάλειας Δικαίου, ΠοινΛογ 2001, σελ. 24 επ. 67. Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., Συρροή μεταξύ διατάραξης ασφάλειας υδάτινης συγκοινωνίας και ανθρωποκτονιών/ σωματικών βλαβών από αμέλεια – πρόκληση ναυαγίου – έκθεση, ΠοινΔικ 2008, σελ. 1148 επ. 68. Παπαγεωργίου – Γονατάς Στ., Υπάρχει Τρίτη μορφή υπαιτιότητας, ΠοινΧρ 2003, σελ. 1057 επ. 69. Παπαδαμάκης Α., Παρατηρήσεις επί της ΑΠ 512/1991, Υπερ 1992, σελ. 70 επ. 70. Παρασκευόπουλος Ν., Η κοινωνική επίδραση της ποινικής νομολογίας, Υπερ 1997, σελ. 3 επ. 71. Παρασκευόπουλος Ν., Μελέτη, Υπερ 1993, σελ. 1251 επ. 72. Πατεράκης Ν., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΠλημΑθ 2004, σελ. 144 επ. 73. Παύλου Στ./ Βαθιώτης Κ., Παρατηρήσεις επί της ΑΠ 680/2009, ΠοινΔικ 2010, σελ. 395 επ. 74. Ρήγος Κ., Η ευθύνη από πλημμελείς κατασκευές – Μερικές σκέψεις με αφορμή τους πρόσφατους σεισμούς, ΕλΔικ 1999, σελ. 1271 επ. 148 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις 75. Σοφουλάκης Λ., Αιτίες πρόκλησης και τρόποι αντιμετώπισης των τροχαίων ατυχημάτων (ιδιαίτερα των πολύνεκρων) στη χώρα μας. Μετά και από τις τελευταίες τροποποιήσεις των άρθρων 94 παρ. 2 ΠΚ και 282 παρ. 3 ΚΠΔ με τις διατάξεις των άρθρων 23 και 11 αντίστοι χα του Ν 3346/2005, ΠοινΧρ 2007, σελ. 471 επ. 76. Σοφουλάκης Λ., Η ανθρώπινη αμέλεια και αδιαφορία οδηγών μηχανοκίνητων οχημάτων, ως βασικός παράγων και αιτία της αλματώδους αυξήσεως των θανατηφόρων τροχαίων ατυχημάτων στη χώρα μας και η επιβαλλόμενη αυστηρότερη στάση του νομοθέτη από πλευράς αντεγκληματικής πολιτικής, Υπερ 2000, σελ. 1117 επ. 77. Σπινέλλης Δ., Μετάδοση του AIDS και ποινικό δίκαιο, ΝοΒ 1989, σελ. 1173 επ. 78. Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., Η εφαρμογή του άρθρου 290 ΠΚ στα τροχαία ατυχήματα (Με αφορμή το ΒουλΣυμβΕφΛαρ 179/2004, ΠοινΔικ 2004, σελ. 979 επ.) 79. Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., Θέματα ουσιαστικού ποινικού δικαίου στο νομοσχέδιο «για την επιτάχυνση της διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, ΠοινΔικ 2005, σελ. 189 επ. 80. Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., Επικίνδυνη οδήγηση και παράλειψη τοποθέτησης προειδοποιητικών πινακίδων στους δρόμους. Γιατί αγνοείται το άρθρο 290 ΠΚ;, Υπερ 1998, σελ. 1143 επ. 81. Συμεωνίδου - Καστανίδου Ε., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΑΠ 1661/2004, ΠοινΔικ 2004, σελ. 1220 επ. 82. Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΕφΑιγ 71/2002, ΠοινΔικ 2002, σελ. 1123 επ. 83. Τσιρίδης Π., Ο ενδεχόμενος δόλος, θεωρία και πρακτική, ΠοινΧρ 2002, σελ. 961 επ. 84. Τσιρίδης Π., Θέμα: Ο … ιός του ενδεχόμενου δόλου, ΠοινΔικ 2002, σελ. 782 επ. 85. Χαραλαμπάκης Α., Διαχρονικά και επίκαιρα προβλήματα του ποινικού Δικαίου, ΠοινΛογ 2002, σελ. 11 επ. 86. Χαραλαμπάκης Α., Ένα πρόβλημα πέρα από το ποινικό δίκαιο, ΠοινΧρ 1995, σελ. 1189 επ. 149 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις 87. Χαραλαμπάκης Α., Η υπαιτιότητα ως «εργαλείο» αντεγκληματικής πολιτικής, ΠοινΧρ 2004, σελ. 681 επ. 88. Χαραλαμπάκης Α., Ποινικό δόγμα και διωκτικές «ανάγκες», ΠοινΛογ 2001, σελ. 1233 επ. 89. Χαραλαμπάκης Α., Το πρόβλημα aids από τη σκοπιά του ποινικού δικαίου, ΠοινΧρ 1990, σελ. 497 επ. 90. Ψαρούδα – Μπενάκη Α., Παρατηρήσεις επί του ΣυμβΠλημΧαν 241/1972, ΠοινΧρ 1972, σελ. 405 επ. 150 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΞΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ 1. Hirsch H.-J., Η αρχή της ενοχής και η λειτουργία της στο ποινικό δίκαιο, ΠοινΧρ 1995, σελ. 129 επ., σε απόδοση στα ελληνικά από Μπιτζιλέκη Ν./ Φελουτζή Κ. 2. Jakobs G., Η αδιαφορία ως έμμεσος δόλος, ΠοινΔικ 2004, σελ. 59 επ., σε απόδοση στα ελληνικά από Βαθιώτη Κ. 3. Welzel H., Das Deutsche Strafrecht: eine systematische Darstellung, W. de Gruyter, 1969. ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟΙ ΤΟΠΟΙ 1. www.greeklanguage.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafy llides/search.html?lq=%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B4%CE%BF %CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%AC%CE%B6%CF%89&dq= 2. http://www.areiospagos.gr 3. http://www.law.auth.gr 151 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ (Η εδώ παρατιθέμενη ενδεικτική νομολογία μελετήθηκε και αξιοποιήθηκε συνολικά στην παρούσα μελέτη ακόμη και αν δεν μνημονεύεται ειδικά στις υπ οσημειώσεις αυτής) 1. ΑΠ 441/1969, ΠοινΧρ 1970, σελ. 17 επ. 2. ΑΠ 383/1971, ΠοινΧρ 1971, σελ. 757 επ. 3. ΑΠ 320/1976, ΠοινΧρ 1976, σελ. 740 επ. 4. ΑΠ 1021/1980, ΠοινΧρ 1981, σελ. 162 επ. 5. ΑΠ 292/1981, ΠοινΧρ 1981, σελ. 578 επ. 6. ΑΠ 1977/1985, ΤΝΠΝ (= ΝοΒ 1986, σελ. 453 επ., = ΠοινΧρ 1986, σελ. 360 επ.) 7. ΑΠ 1497/1986, ΤΝΠΝ (= ΝοΒ 1986, σελ. 1636 επ., = ΠοινΧρ 1987, σελ. 188 επ.) 8. ΑΠ 1519/1987, ΤΝΠΝ (=ΠοινΧρ 1988, σελ. 211 επ.) 9. ΑΠ 48/1988, ΠοινΧρ 1988, σελ. 575 επ. 10. ΑΠ 803/1988, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 1989, σελ. 30 επ.) 11. ΑΠ 1179/1988, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 1989, σελ. 108 επ.) 12. ΑΠ 519/1989, ΠοινΧρ 1990, σελ. 299 επ. 13. ΑΠ 1039/1990, ΠοινΧρ 1991, σελ. 315 επ. 14. ΑΠ 512/1991, Υπερ 1992, σελ. 70 επ. 15. ΑΠ 282/1992, ΠοινΧρ 1993, σελ. 1317 επ. 16. ΑΠ 1242/1992, ΠοινΧρ 1992, σελ. 857 επ. 17. ΑΠ 1396/ 1993, ΠοινΧρ 1993, σελ. 1156 επ. 18. ΑΠ 94/1994, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 1994, σελ. 324 επ.) 19. ΑΠ 1282/1994, ΠοινΧρ 1994, σελ. 1138 επ. 20. ΑΠ 1540/1994, ΤΝΠΝ (= 1994, σελ. 1273 επ.) 21. ΑΠ 344/1995, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 1995, σελ. 717 επ.) 22. ΑΠ 190/1996, ΠοινΧρ 1996, σελ. 1603 επ. 23. ΑΠ 449/1996, ΠοινΧρ 1996, σελ. 69 επ. 24. ΑΠ 931/1996, ΠοινΧρ 1996, σελ. 419 επ. 25. ΑΠ 106/1997, ΠοινΧρ 1998, σελ. 372 επ. 26. ΑΠ 738/1997, ΠοινΧρ 1998, σελ. 231 επ. 27. ΑΠ 893/1997, ΠοινΧρ 1998, σελ. 268 επ. 28. ΑΠ 1416/1997, Υπερ 1998, σελ. 1049 επ. 152 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις 29. ΑΠ 777/1998, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 1999, σελ. 523 επ.) 30. ΑΠ 418/1999, ΤΝΠΝ (= ΝοΒ 1999, σελ. 1178 επ., = ΠοινΧρ 2000, σελ. 41 επ.) 31. ΑΠ 86/2000, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2000, σελ. 144 επ., = ΠοινΧρ 2000, σελ. 309 επ.) 32. ΑΠ 153/2000, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2001, σελ. 358 επ.) 33. ΑΠ 323/2000, ΤΝΠΝ (= ΝοΒ 2000, σελ. 1013 επ., = ΠοινΔικ 2000, σελ. 1092 επ., = ΠοινΧρ 2000, σελ. 891 επ.) 34. ΑΠ 1206/2000, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2001, σελ. 415 επ.) 35. ΑΠ 1272/2001, ΠοινΧρ 2002, σελ. 509 επ. 36. ΑΠ 436/2002, ΠοινΧρ 2002, σελ. 989 επ. 37. ΑΠ 1122/2002 ΠοινΧρ 2003, σελ. 360 επ. 38. ΑΠ 1441/2002, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2003, σελ. 149 επ.) 39. ΑΠ 1630/2002, ΠοινΛογ 2002, σελ. 1825 επ. (= ΠοινΔικ 2002, σελ. 1256 επ., = ΠοινΧρ 2003, σελ. 147 επ.) 40. ΑΠ 2125/2002, ΤΝΠΝ (= ΠοινΛογ 2002, σελ. 2424 επ.) 41. ΑΠ 795/2003, ΠοινΧρ 2004, σελ. 154 επ. 42. ΑΠ 1993/2003, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2004, σελ. 404 επ.) 43. ΑΠ 954/2004, ΠοινΧρ 2005, σελ. 430 επ. 44. ΑΠ 759/2004, ΠοινΧρ 2005, σελ. 503 επ. 45. ΑΠ 2032/2004, ΠοινΧρ 2005, σελ. 734 επ. 46. ΑΠ 1337/2005, ΠοινΔικ 2006, σελ. 135 επ. 47. ΑΠ 822/2006, ΠοινΔικ 2007, σελ. 259 επ. 48. ΑΠ 1106/2006, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2007, σελ. 413 επ.) 49. ΑΠ 1269/2006, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2007, σελ. 508 επ.,= ΠοινΔικ 2006, σελ. 829 επ.) 50. ΑΠ 1959/2006, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2007, σελ. 5 επ., = ΠοινΧρ 2007, σελ. 2001 επ., = Δίκη 2007, σελ. 99 επ.) 51. ΑΠ 1999/2006, ΤΝΠΝ 52. ΑΠ 65/2007, ΠοινΔικ 2007, σελ. 802 επ. 53. ΑΠ 1244/2007, ΠοινΔικ 2009, σελ. 566 επ. 54. ΑΠ 1335/2007, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2009, σελ. 573 επ.) 55. ΑΠ 378/2008, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2009, σελ. 139 επ.) 56. ΑΠ 1220/2008, ΠοινΔικ 2009, σελ. 1196 επ. 153 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις 57. ΑΠ 1530/2008, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2008, σελ. 1148 επ., = ΠειρΝομ 2009, σελ. 64 επ.) 58. ΑΠ 408/2009, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2009, σελ. 882 επ.) 59. ΑΠ 680/2009, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2010, σελ. 395 επ.) 60. ΑΠ 921/2009, ΠοινΧρ 2010, σελ. 221 επ. 61. ΑΠ 1543/2009, ΠοινΧρ 2010, σελ. 479 επ. 62. ΑΠ 268/2010, ΤΝΠΝ (=ΠοινΧρ 2011, σελ. 112 επ. 63. ΑΠ 296/2010 - δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου (http://www.areiospagos.gr/) 64. ΑΠ 1525/2010, ΠοινΧρ 2011, σελ. 582 επ. 65. ΑΠ 720/2011, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2012, σελ. 195 επ.) 66. ΣυμβΑΠ 1977/1985, ΤΝΠΝ (= ΝοΒ 1986, σελ. 453 επ., = ΠοινΧρ 1986, σελ. 360 επ.) 67. ΣυμβΑΠ 1487/1991, ΠοινΧρ 1992, σελ. 278 επ. 68. ΣυμβΑΠ 2067/1991, Υπερ 1991, σελ. 1151 επ. 69. ΣυμβΑΠ 418/1999, ΝοΒ 1999, σελ. 1178 (= ΠοινΧρ 2000, σελ. 41 επ.) 70. ΣυμβΑΠ 1887/2002, ΠοινΧρ 2003, σελ. 143 επ. 71. ΣυμβΑΠ 2125/2002, ΤΝΠΝ (= ΠοινΛογ 2002, σελ. 2424 επ.) 72. ΣυμβΑΠ 500/2003, ΤΝΠΝ (= ΠοινΛογ 2003, σελ. 535 επ., = ΝοΒ 2003, σελ. 1929 επ., = ΠοινΔικ 2003, σελ. 759 επ.) 73. ΣυμβΑΠ 1304/2003, ΤΝΠΝ (= Δ/νη 2003, σελ. 1450 επ., = ΠοινΛογ 2003, σελ. 1474 επ.) 74. ΣυμβΑΠ 1661/2004, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2005, σελ. 328 επ., = ΠοινΔικ 2004, σελ. 1220 επ.) 75. ΣυμβΑΠ 1926/2004, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2005, σελ. 720 επ., = ΠοινΛογ 2004, σελ. 2327 επ.) 76. ΣυμβΑΠ 2032/2004, ΠοινΔικ 2005, σελ. 810 επ. 77. ΣυμβΑΠ 2313/2004, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2005, σελ. 796 επ.) 78. ΣυμβΑΠ 1055/2005, ΤΝΠΝ (= Δ/νη 2005, σελ. 1605 επ.) 79. ΣυμβΑΠ 1269/2006, ΠοινΔικ 2006, σελ. 829 επ. 80. ΣυμβΑΠ 1335/2007, ΠοινΔικ 2009, σελ. 573 επ. 81. ΣυμβΑΠ 775/2009, ΤΝΠΝ 82. ΣυμβΑΠ 901/2010, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2011, σελ. 264 επ.) 83. ΣυμβΑΠ 2045/2010, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2011, σελ. 1067 επ.) 154 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις 84. ΜΟΕφΑθ 290/1998, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2000, σελ. 172 επ.) 85. ΜΟΕφΛαρ 51/2007, ΤΝΠΝ 86. ΕφΘες 174/1996, ΤΝΠΝ (= Αρμ 1996, σελ. 387 επ.) 87. ΕφΛαρ 179/2004, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2004, σελ. 793 επ.) 88. ΕφΑθ 1025/2007, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2009, σελ. 556 επ.) 89. ΣυμβΕφΠειρ 323/2000, ΠοινΧρ 2001, σελ. 76 επ. 90. ΣυμβΕφΑιγ 71/2002, ΠοινΔικ 2002, σελ. 856 επ. 91. ΣυμβΕφΑιγ 73/2002, ΤΝΠΝ 92. ΣυμβΕφΑθ 1416/2002, ΠραξΛογΠΔ 2002, σελ. 364 επ. 93. ΣυμβΕφΑθ 1931/2002, αδημοσίευτο 94. ΣυμβΕφΑθ 2512/2002, ΠοινΧρ 2003, σελ. 153 επ. 95. ΣυμβΕφΑθ 2656/2002, ΠοινΧρ 2003, σελ. 653 επ. 96. ΣυμβΕφΑθ 1025/2007, ΠοινΔικ 2009, σελ. 556 επ. 97. ΣυμβΕφΑθ 1511/2009, ΤΝΠΝ 98. ΜΟΔΑθ 334–335/2004, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2005, σελ. 273 επ.) 99. ΜΟΔΑθ 515, 516, 517/2004, ΠοινΧρ 2005, σελ. 832 επ. 100. ΠλημΘες 2446/1988, ΤΝΠΝ (= Αρμ 1988, σελ. 906 επ.) 101. ΠλημΜες 41/1993, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 1993, σελ. 446 επ.) 102. ΠλημΧαλκιδικής 71/1994, ΤΝΠΝ (= Υπερ 1994, σελ. 1158 επ.) 103. ΠλημΚορ 95/1998, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 1988, σελ. 426 επ.) 104. ΠλημΘες 1395/1999, ΤΝΠΝ (= Υπερ 2000, σελ. 598 επ.) 105. ΠλημΧαλκιδικής 133/2000, Υπερ 2000, σελ. 1073 επ. 106. ΠλημΜυτιλ 36/2000, ΠοινΧρ 2000, σελ. 755 επ. 107. ΠλημΣαμ 16/2001, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2001, σελ. 819 επ.) 108. ΠλημΑθ 3772/2001, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2002, σελ. 736 επ.) 109. ΠλημΧίου 28/2006, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2007, σελ. 543 επ.) 110. ΠλημΡοδόπης 79/2006, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2007, σελ. 177 επ.) 111. ΣυμβΠλημΑθ 543/1973, ΠοινΧρ 1973, σελ. 217 επ. 112. ΣυμβΠλημΚερκ 75/1998, ΠοινΧρ 1998, σελ. 191 επ. 113. ΣυμβΠλημΠατρ 83/2000, Υπερ 2000, σελ. 1071 επ. 114. ΣυμβΠλημΑθ 3772/2001, ΤΝΠΝ (= ΠοινΧρ 2002, σελ. 736 επ.) 115. ΣυμβΠλημΛαρ 130/2004, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2004, σελ. 642 επ.) 116. ΣυμβΠλημΑθ 3887/2004, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2005, σελ. 818 επ.) 117. ΣυμβΠλημΕυρ 13/2005, ΠοινΔικ 2009, σελ. 1073 επ. 155 Ενδεχόμενος δόλος – Ενσυνείδητη αμέλεια – Δογματικές και Νομολογιακές προσεγγίσεις 118. ΣυμβΠλημΚερκ 125/2005, ΠοινΔικ 2006, σελ. 32 επ. 119. ΣυμβΠλημΘες 546/2005, ΠοινΔικ 2005, σελ. 1133 επ. 120. ΣυμβΠλημΘες 19516/2005, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2007, σελ. 140 επ.) 121. ΣυμβΠλημΧίου 45/2006, ΠοινΔικ 2006, σελ. 1377 επ. 122. ΣυμβΠλημΘες 400/2007, ΠοινΔικ 2007, σελ. 687 επ. 123. ΣυμβΠλημΑθ 669/2008, ΠοινΔικ 2008, σελ. 698 επ. 124. ΣυμβΠλημΑθ 2311/2009, ΠοινΔικ 2009, σελ. 1363 επ. 125. ΣυμβΠλημΑθ 1847/2009, ΤΝΠΝ (= ΠοινΔικ 2009, σελ. 887 επ.) 126. ΔΣτρΚαβ 517/1980, ΤΝΠΝ (= Αρμ 1981, σελ. 228 επ.) 127. ΔΑερ 286/1986, ΤΝΠΝ (= Αρμ 1987, σελ. 693 επ.) 128. ΣτρΑθ 140/2004, ΤΝΠΝ (= ΠοινΛογ 2004, σελ. 2416 επ.) 156
0
You can add this document to your study collection(s)
Sign in Available only to authorized usersYou can add this document to your saved list
Sign in Available only to authorized users(For complaints, use another form )